Παρασκευή 27 Αυγούστου 2021

Αντί Κριτικής, Ας Μείνουμε Στα Βράχια Του Χρήστου Νιάρου

 

Αντί Κριτικής, Ας Μείνουμε Στα Βράχια

Του Χρήστου Νιάρου





Πριν αρχίσω να ξεφυλλίσω τα βράχια της καινούργιας ποιητικής συλλογής του πολυγραφότατου Γεωργίου Βέη, ας κάνω ορισμένες αναγκαίες εισαγωγικές παρατηρήσεις. Κάτι σαν πρόβα στον αέρα και σκέψεις στο χαρτί. Γνώριμος
 σε εμάς εδώ, στην Μελβούρνη, αφού άραξε το καράβι της πορείας του, στο λιμάνι μας, με την ιδιότητα του γενικού προξένου.

 

Μια θητεία πετυχημένη, τόσο ως πρόξενος όλων των Ελλήνων, όσο και σαν άθρωπος των γραμμάτων και των διαλέξεων. Περάσανε αρκετά χρόνια, από τότε. Σχεδόν είκοσι και βάλε. Με τους αριθμούς δεν θα τα πάμε και τόσο καλά στο κείμενο τούτο. Μιλάω για τις ακριβείς χρονολογίες. Θέλω να πιστεύω πως με τις λέξεις και τις προεκτάσεις τους μάλλον θα είναι καλύτερα. Και τα έργα και τα λόγια του Γ.Β στην παρουσία του εδώ στην Μελβούρνη, πρόσθεσαν και έδωσαν άλλο χαρακτήρα και χρώμα στην ομογένεια και στον καθένα.

 

Οπως και  με την παρουσία του στους οργανισμούς της παροικίας, στις εκδηλώσεις τους αλλά και με ραδιοφωνικές συμπράξεις, στο πρώτο 24ωρο ελληνικό ραδιόφωνο της Μελβουρνης από τη συχνότητα του 3χy Ράδιο Ελλάς. Κάναμε κάπου δεκαπέντε εκπομπές, με τον γενικό τίτλο, «Μουσικήν ποίει και εργάζου», φράση παρμένη απο τους διαλόγους του Πλάτωνα και πιο συγκεκριμένα από τον διάλογο Φαίδων. Στο συγκεκριμένο διάλογο, το κυρίως θέμα είναι η αθανασία της ψυχής.

 

Αλλωστε τόσο ο Πλάτωνας όσο και ο Αριστοτέλης, όπως και οι άλλοι μακρινοί μας συγγενείς, χρησιμοποίησαν τους μύθους σαν πολύτιμα εργαλεία και ενότητες στα έργα και στις συνομιλίες τους. Η δε μουσική, ως λέξη, εννοείται  με την ευρύτερη της σημασία, τη γενικότερη δηλαδή λειτουργία της, ως σημαντικός αρωγός   παιδείας σε όλες τις στιγμές στη ζωή μας.

 


 

Νύχτες λοιπόν, συνήθως Παρασκευές, αλλά και κάποια Σάββατα, γινόντουσαν αυτές οι παρουσιάσεις και οι προσεγγίσεις μέσα από τα ραδιοκύματα. Εκπομπές λόγου και  πολιτισμού.  Συνήθως δίωρες, αλλά τις περισσότερες φορές ο χρόνος δεν ήταν αρκετός.  Εκπομπές που αγαπηθήκανε από όλη την ομογένεια, τόσω της Μελβούρνης , όσο και των άλλων πολιτειών. Τότε δεν υπήρχανε κινητά για τους περισσότερους, ούτε και μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Οι αισθήσεις και οι ανάγκες περνούσανε από διαφορετικά κανάλια.  Αλλες εποχές και διαφορετικοί οι τρόποι επικοινωνίας.

 

Και η τέχνη  σε ολες της τις εκφράσεις, ειδικά για τον απόδημο ήταν και είναι ένα πολύ σημαντικό κομμάτι στη ζωή του. Ταυτότητα και συνέχεια Είναι σκληρή η ξενιτιά, η αποδημία, και εφόσον αγαπάς δύο πατρίδες, πρέπει και να ’σαι βράχος και κύμα και στεριά.Οπως ακριβώς συμβαίνει και στην έκφραση και στη λειτουργία της ποιητικής συνείδησης.

 

Συνυπάρχεις, συμπορεύεται, συμπλέεις και με το ορατό και το μη ορατό. Ετσι οι αποστάσεις, οι ωκεανοί, το κάθε δευτερόλεπτο,αποκτούν μια διαφορετική θέση στον χάρτη της καθημερινότητας και των αναστοχασμών του καθενός. Οπως και οι λέξεις, όταν έρχονται από μακρινές εποχές. Αποσπασματικά καταθέτω κάποιες σκέψεις και κουβέντες που είχα με τον ποιητή και δημιουργό Γεώργιο Βέη, τότε που πέρασε από τη Μελβούρνη.  Σημαντικότατα, δε, ήτανε και σποραδικά τα άρθρα του  στον παροικιακό τύπο, από τα ταξίδια του στην Ασία αλλά και η κριτική ματιά για τους πρωτοεμφανιζόμενους ποιητές και πεζογράφους.  Τότε που το διαδίκτυο ξεκινούσε πολύ αργά και υπήρχανε ακόμη φαξ, κασέτες και μολύβια.

 

«Από πολύ παλιά, από τότε που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο και ένα μέρος του εαυτού μου διαπίστωσα, ότι ο Παρμενίδης, έχει μάλλον δίκιο. Δηλαδή ένα είναι το παν, και η κίνηση είναι φαινομενική. Ο κόσμος είναι μέσα μας. Νομίζουμε ότι τα πάντα αλλάζουν. Ο κόσμος δεν είναι μόνο απλός (Γ.Σεφέρης), αλλά και ο αυτός,ίδιος και απαράλλαχτος. Αλλωστε ο ποιητής ειναι ένας αληθινός αρχιτέκτονας. Ξαναφτιάχνει τον κόσμο και συνεργάζεται με τη φύση ως μέγας οραματικός οικολόγος. Και ξέρει να διαβάζει το μέλλον, που γι’ αυτόν είναι παρελθόν (παραθέτω επιγραμματικά: Έλιοτ, Ζήνων ο Ελεάτης, Νίκος Καρούζος κ.λπ. κ.λπ.). Η νεα γλώσσα των οραμάτων του ποιητή,γενικά, είναι η γλώσσα που θα χρησιμοποιήσει ο λαός του, όταν θα θελήσει,να εκφράσει το Υψηλό, την Ομορφιά, τον Θάνατο, την Αθανασία.»

 

Ας μην μακρηγορούμε και ας μπούμε σε γραμμές του τωρινού βιβλίου του, αν και το χτες συνεχίζει και στο σήμερα να μας προσδιορίζει.


Με βάση τον τίτλο, Βράχια, της καινούργιας του δημιουργίας, ο ταξιδευτής, αναχωρητής και επιστρεφόμενος,
 από τόπους και χρόνους,  λογοτέχνης Γ.Β, συνεχίζει την πάγια τακτική του και τολμώ να πω την ειμαρμένη του  και σε αυτό το βιβλίο. Γιατί, απλώς τα ποιήματα, οι γραφές του, ειναι ακλόνητα, και μετακινούμενα  μετερίζια, από όποια πλευρά και να τα δείς.  Σταθερές αξίες  και ρίζες γερές, που τον ακολουθούν  σε ολα τα λιμάνια και από τις γειτονιές που προαυλίστηκε και εζησε. Τον ορίζουν, τον προεκτείνουν, στα όρια δε των φωνηέντων και της μεταφοράς των προτάσεων, τον ολοκληρώνουν. Λογαριασμοί που μένουν όμως  ανοιχτοί, με ευγένεια και ενσυναίσθηση, με τη γλώσσα, τη δομή της, τα δρώμενα του ορατού, τις εκπλήξεις του πάθους, την ηρεμία και τον πόνο του στιγμιαίου, και  μπροστά μας ξαναβρίσκονται για δεύτερη και τρίτη ανάγνωση. Να φτιάξουμε δηλαδή ένα μύθο, μέσα από τον μύθο του δημιουργού. Δομή και ξανακτίσιμο της κάθε στιγμής, με υλικά που υπάρχουν γύρω μας. Στη γειτονιά των ματιών και των ονείρων του καθενός. Ας ξεκινήσουμε, το ταξείδι της ανάγνωσης.

 

Στο Προαύλισμα

 

Ετσι ξεκινάει, ο πρώτος βράχος, το πρώτο ποίημα της συλλογής. Ποίημα, για  χειμώνα και καλοκαίρι.  Η γραφή άλλωστε δεν έχει εποχή. Οι εποχές είναι η πρόφαση για το ταξείδι,τη γραφή, την πίκρα, τον έρωτα, τη διάρκεια. Η ακριβής δικαιολογία και το εφαλτήριο. Σε όλη του την συλλογή, ακούει, ως παρατηρητής και παρατηρούμενος, τον χρόνο. Τον πανδαμάτορα.  Το απόλυτο της καταβύθισης και της άνωσής του, για να μιλήσουμε με όρους φυσικής, πρέπει να βρει τον χώρο του για να ανασάνει, σε αλλο πλαίσιο. Στο κάδρο του χρόνου, όλα σχετικά. Δεν μένει όμως εκεί μόνιμα.  Ο Γ.Β  «ανοίγει το παράθυρο κι είναι χτες»  σημειώνει σε μια στροφή. Θα έλεγα σε μια χαρακιά του βράχου του.  Στο δέρμα του χρόνου γίνονται πολλά.  Και ταυτοχρόνως απαντάει σε αλλη γραμμή «το μειλίχιο φως αγγίζεται, το ακούς, να κυματίζει σαν στοργή, να σε φέρει πιο κοντά στο παν».

 

Και ταξιδεύει, στις γραμμές των ποιημάτων, με τον κορυδαλλό, με τα κρασοπούλια, με το κλαδί της μηλιάς, τον κάστορα, στο απομεσήμερο Κυριακής, στα κλαδιά Σημύδας, στον ευκάλυπτο της πλατείας, στο σφρίγος της μέλισσας, στη συκομουριά. Δεν εχει σταματημό. Πλοίο διαρκείας είναι η χώρα μας λέει ο καπετάν Οδ. Ελύτης. Και δω, ο Γ.Β, στην ανάπτυξη στίλβοντος ποδηλάτου, ορισμό της ποίησης κατά τον Α. Εμπειρίκο, τον προεκτείνει και τον γεμίζει. Γίνεται ποδήλατο, δρόμος, αφορμή, πληγή, ματιές.  Αρμενία, Βέροια, Ταΰγετος. Και οχι μόνο. Το καθετί, τοπίο και λόγος, τον εχει σημαδέψει. Γιατί το προαύλιο, στο εντός του τείχους του σώματος, είναι το μπαλκόνι, το σκαλοπάτι και το αγνάντεμα, για το πέρασμα στο απέναντι. Στο κάθε τι απέναντι,ο ποιητής Γ.Β, αυτο αναλύεται, μονολογεί,καταγράφει. Γίνεται ο ίδιος αναγνώστης, σημαίνον και σημαινόμενο. Τον πάει και  τον ταξιδεύει, μέχρι και  τους άδειους περιστερώνες. Τι λέει, εκεί, ο Γ.Β;

 

Ας τον ακούσουμε «έτσι είναι τα μάτια μας πολλές φορές / λες και οι εικόνες, ολόκληρα τοπία/ ιδίως τα θέαματα των ημερών/ υπάρχουν αποκλειστικά και μόνο / για τα όνειρα των παιδιών». Όλοι οι χρόνοι, παρόντες και μη  και εξαιρούμενων συντακτικών ακριβείας, μακρινών και κοντινών, καταλήγουν στα βράχια.  Η ηχώ και ο αχός τους. Στο θέαμά τους. Στο «θέλω» των ονείρων της αθωότητας, αλλά και στην νύχτα που επέρχεται. Το τοπίο εκεί  γίνεται αλλιώς. Οι συλλαβές του ποιητή περιδιαβαίνουν βουνά, ρυάκια, πόλεις του εδώ, πόλεις του εκεί. Συσσωρεύμενες μνήμες, που δείχνουν νάχουν αντοχές. Από μια άλλη τους γωνία  καημοί και όνειρα, τις χαρακτηρίζουν . Οπως ακριβώς, το μέτρημα του καημού, στο τραγούδι, του Θεοδωράκη «Βράχο βράχο». 

 

Μετράει ακριβοδίκαια τις λέξεις του ο ποιητής. Γιατί ειναι πληγές, εργαλεία και οικόπεδο. Πατάει στις λέξεις στέρεα  και τις πετάει στον ουρανό και στις σελίδες με μαεστρία.  Γράφει «ένα ακόμη οικόπεδο Χιροσίμα η γλώσσα μας». Και άλλου απαντάει «της κάθε μέρας ο ρυθμός /να μην είναι σπασμένο αγγείο, άλλα δύναμη».  Το παρελθόν, αξιολογικά και λόγω φλέβας, είναι ενας βράχος, σαν σύνορο αλλά  και πέρασμα αυτογνωσίας.


Στο φαίνεσθαι και στο είναι, συνεχίζει να σκαλίζει των βράχων τη σιγουριά και τη σιωπή τους  για να ’ρθουν τα καλύτερα, που έχουμε ξεχάσει .Γράφει εκεί «μαθαίνουμε πάλι από την αρχή/ ισότητα, γαλήνη και μουσική». Δεν μπορώ να διακρίνω, να ξεχωρίσω κάποια ποιήματα από τα άλλα της συλλογής. Αλλωστε όλες οι γραφές είναι καλές. Ειδικά όταν το αυθόρμητο με σαφήνεια  κατατίθεται και εκπέμπεται, τότε γυρνάς ξανά και ξανά στις σελίδες και το κοιτάς στα μάτια και στις όποιες ρυτίδες έχει αφήσει ο χρόνος.  Ο Γ.Β κουβαλάει την αθανασία των βράχων μέσα του  και βγάζει όλη την αλμύρα και την ξηρασία τους, από το πρώτο ποίημα της συλλογής «προαύλισμα» μέχρι το τέλευταιο «τα επινίκια’’.

 

Σελίδα Σελίδα

 

Στο ενδιάμεσο υπάρχουν εξέχοντα δημιουργήματα, που θα αντέξουν πιστεύω  στο αύριο της γραφής και του πολιτισμού γενικότερα.  Θα κλείσω, με δυο γραμμούλες, από την πατρική του γειτονιά, τη Σάμο, και που φέρουν τους  τίτλους «Καρλόβασι Σάμου» και «Κουμέικα  Σάμου». Εκεί βρίσκεται (το εκει, ταξιδεύει στην αλφαβήτα της ζωής μας, να μην τα ξαναλέμε ) «το στοργικό παρόν της ανάμνησης»  του Γ.Β και που καταφέρνει «να με αγγίζει στο φτερό η πατρίδα». Ο τόπος είναι η αφορμή, και ο καθείς έχει τις αναμνήσεις του ως ασφαλιστική δικλίδα μεν αλλά και σαν όνειρο.  Για τις δοκιμασίες της καθημερινότητας. 

 

Δηλαδή, τον δικό του αναγνωρίσιμο  βράχο τον θυμάται και τον τιμά. Και  όσα χρόνια και όσους  τόπους ικαι  αν πέρασε , θα ’ναι εκεί. Το αίμα και η όποια ιστορία του θα ’ναι εκεί. Ωμά και ξάστερα.  
Ποτέ ένα ποίημα δεν τελειώνει εύκολα. Το ξέρουν και τα βράχια. Το ξέρει και ο Γεώργιος Βέης. Από όποια πλευρά και να τους αγναντεύει και να τους περπατάει, από οποίο κάτοπτρο και αναστοχασμό, να τους ορά, διπλωματικά και λυρικά, εκπέμπει το μήνυμά του. Πώς;
 Σε μια ακόμη του γραφή, πάλι στη Σάμο. Στο  Ηραίο. 

 

Ο καθένας έχει μια εικόνα κοντά στα κύματα. Νοερά έστω ας τη φτιάξουμε και ας προσθέσουμε (έστω και ας αφαιρέσουμε, γιατί όχι;) μερικά στοιχεία που μας έρχονται αυτή τη στιγμή.  Με φύκια, με μπαλκόνια, με κύματα, με αέρηδες, με ωκεανούς, με ιδρώτες , με φεγγάρια, με θάλασσες, με βουτιές, με μεσημέρια. Ας χρησιμοποιήσουμε μόνο αυτά.  Και τι λέει ο Γ.Β κοντά στα κύματα «αυτός ο σκουροπράσινος πίνακας / με το χρυσάφι του εδώ κι εκεί / είναι πλέον το βιβλίο σου / η ανανέωση των συνειρμών».

 

Το ξεφύλλισμα της ζωής έχει αρκετούς βράχους και από πολλές πλευρές μπορεί κανείς να τους διαβάσει. Που σημαίνει ότι ο καθένας έχει τη δύναμη να κάνει τη βουτιά μέσα του και να βγεί στο φως και στις αποχρώσεις του, όπου και όπως και να ’ναι. Αρκεί να ’ναι ο εαυτός του στο ταξίδι της στιγμής και της ομορφιάς.

 

Οι σελίδες διαβατηρίου γραφής του Γεωργίου Βέη, έχουν σφαγιστεί από τους τόπους, τους χρόνους και τις λαλιές που πέρασε. Τα σύνορά τους, τα όριά τους, φαίνονται πεντακάθαρα μπροστά μας σε αυτό το βιβλίο. Οι δικές μας σκέψεις, σαν κινούμενοι βράχοι, σαν  σελιδοδείκτες, το συμπληρώνουν. Η σφραγίδα της γραφής, το σώμα των αισθήσεων, των λέξεων αλλά και η ισορροπία των γεύσεων του  νοσταλγικά και ακριβοδίκαια μας  ταξιδεύουν από σελίδα σε σελίδα.  Θέλω να πιστεύω, το ίδιο θα γίνει και στο επόμενό του δημιούργημα γραφής.


Χρήστος Νιάρος


Ο Χρήστος Νιάρος κατάγεται από τα Γιάννενα και την Άρτα, σπούδασε στο Χημικό του Α.Π.Θ. αλλά παράλληλα ασχολήθηκε με τα ΜΜΕ και τη γραφή. Εδώ και τριάντα χρόνια είναι μόνιμος κάτοικος Μελβούρνης. Κείμενά του δημοσιεύονται σε ιστολόγια, σε εφημερίδες και σε περιοδικά τόσο στη Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό. 





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου