Δευτέρα 18 Απριλίου 2022

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Καρυοθραύστις τεύχος διπλό (10/11)

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ


Καρυοθραύστις τεύχος διπλό (10/11)

εκδόσεις Ρώμη

καρυοθραύστις - τεύχος 10-11 | Εκδόσεις Ρώμη (romipublications.com)



ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ








καρυοθραύστις

 

τεύχος 10-11

Τετραμηνιαία περιοδική έκδοση Λόγου και Τέχνης

στην Καθημερινή της αρτίωσης τριβή

 

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ Π. ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ [επιμ. Λ. Τσούβα]

ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΣΤΟ ΑΙΜΑΣΣΟΝΤΑ οδός γυναικών

(α) Β. Γκέντσου, Ν. Ιωάννου, Ά. Γεωργοτά, Π. Ζαρδούκα

 

ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ:

Γιώργος Δελιόπουλος, Κώστας Θ. Ριζάκης

 

ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΚΔΟΣΗΣ:

Δήμητρα Μήττα, Νάντια Δουλαβέρα,

Ευσταθία Δήμου, Βάσω Οικονομοπούλου, Αλεξάνδρα Μυλωνά

 

ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ:

Άννα Αφεντουλίδου, Ούρσουλα Φωσκόλου, Παναγιώτης Βούζης,

Μαρία Ζαγκλαρά, Νεφέλη Γκάτσου

 

ΕΙΔΙΚΟΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ:

Κώστας Μαυρουδής, Αλέξης Ζήρας,

Βασίλης Ιωαννίδης, Διώνη Δημητριάδου, Λίλια Τσούβα

 

ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ:

Γλύκα Διονυσοπούλου

 

Φρέσκες δημιουργίες λογοτεχνών, αφιερώματα, δοκίμια, σταθερές στήλες, έκτακτες συνεργασίες, πλούσια και ποικίλη είναι η ύλη και αυτού του διπλού τεύχους της καρυοθραύστιδος, στον τρίτο χρόνο πια από τη στιγμή που πρωτοεμφανίστηκε και με συνέπεια συνεχίζει την πορεία της. Με προσεκτική επιλογή και άλλη τόση επιμέλεια παρουσιάζονται δωρήματα ποιητών και πεζογράφων, Ελλήνων και ξένων, με σημαντική τη συμβολή των μεταφραστών που γνωρίζουν να εμβαθύνουν στη γλώσσα των πρωτότυπων κειμένων και της ελληνικής.

 

Η Λίλια Τσούβα επιμελείται το αφιέρωμα στον πολυσχιδή συγγραφέα, πρωτίστως όμως ποιητή, Παντελή Μπουκάλα, με ανέκδοτα ποιήματα του ίδιου, ένα αφιερωματικό ποίημα του Κ.Θ. Ριζάκη και δοκίμια που αναδεικνύουν πτυχές του έργου του. Κάτω από τον τίτλο «ΜΕ ΤΟΝ ΜΑΣΤΟ ΑΙΜΑΣΣΟΝΤΑ: τετράς συγχρόνων ποιητριών/αμαζόνων», περιλαμβάνεται αφιέρωμα στις ποιήτριες Βάλια Γκέντσου, Νιόβη Ιωάννου, Άντζελα Γεωργοτά, Πηνελόπη Ζαρδούκα, με συνεντεύξεις από την καθεμιά, κριτικά κείμενα για έργα τους και για την καθεμιά ένα αφιερωματικό ποίημα του Κ.Θ. Ριζάκη.

 

ΣΤΗΝ ΑΚΜΗ ΤΗΣ ΚΥΡΙΟΛΕΞΙΑΣ φιλοξενείται η ποιήτρια Νεκταρία Μενδρινού, ο Σπύρος Λαζαρίδης στα ΔΥΤΙΚΑ ΣΤΑΣΙΜΑ σχολιάζει λογοτεχνικά κείμενα για τις δυτικές συνοικίες της Θεσσαλονίκης, ο Διονύσης Στεργιούλας ΜΕ ΕΝΣΤΙΚΤΟ ΕΠΙΒΙΩΣΗΣ επαναφέρει στη μνήμη βιβλία που η αξία τους υπερβαίνει τον χρόνο, η Αλεξάνδρα Μυλωνά στη στήλη της TRES GROS PLAN εκθέτει απροκάλυπτα όσα υποτίθεται ότι γίνονται εν κρυπτώ. Στην ΟΔΟ ΕΝΤΥΠΩΝ ο Γιώργος Δελιόπουλος συνομιλεί με τους Βαγγέλη Δημητριάδη και Χρίστο Λάνδρο, υπεύθυνους του σαμιακού –ετών τριάντα– περιοδικού Απόπλους, για το παρελθόν και το μέλλον του περιοδικού μέσα στις συγκεκριμένες –οικονομικές, ιδεολογικές, ηλεκτρονικές– συνθήκες. Στην ΗΛΑΚΑΤΗ ΕΝ ΣΠΟΥΔΗ, στο ΑΥΤΟΣΧΟΛΙΟ και στις ΒΙΒΛΙΟΣΗΜΑΝΣΕΙΣ παρουσιάζονται συλλογές και ανθολογίες ποιητών, Ελλήνων και ξένων, θεατρικά έργα, καθώς και μελετήματα για ποιητές.

 

Την ύλη συμπληρώνουν τα δοκίμια του Τάσου Πορφύρη για την ποιητική του Στέφανου Ροζάνη, του Μιχάλη Πάτση για τη Μάνα του Μαξίμ Γκόρκι και του Δημήτρη Ι. Καραμβάλη για τον Ηλία Βενέζη.

 

Τεύχος 10-11 Απρίλιος 2022

ISSN: 2653-9772

Σελ.: 452

Το τεύχος κοσμούν έργα του εικαστικού Γιάννη Τζοβανάκη.


Πέμπτη 14 Απριλίου 2022

Να θυμηθώ να παραγγείλω Στέλιος Μάινας εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Να θυμηθώ να παραγγείλω

Στέλιος Μάινας

 εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ένα ανοιχτό ηθικό ζήτημα • Fractal (fractalart.gr)


 



ένα ανοιχτό ηθικό ζήτημα

 

Δεν είναι, φυσικά, η πρώτη φορά που η λογοτεχνία τοποθετεί στο κέντρο της θεματικής της ένα ζήτημα ηθικής, ανοιχτό στη συζήτηση, με αντικρουόμενες απόψεις να δυσκολεύουν μια ευθεία, απόλυτη τοποθέτηση. Είναι, όμως, πάντα θετική στην πρόσληψή της κάθε απόπειρα συγγραφική να παραμείνει το θέμα στο προσκήνιο, έστω ως μια θεωρητική προσέγγιση. Ο Στέλιος Μάινας εδώ, στο πρώτο του μυθιστόρημα (έχει προηγηθεί μια συλλογή διηγημάτων), δείχνει πως μπορεί να χειριστεί ένα ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο θέμα με τη σοβαρότητα που του ταιριάζει, αποφεύγοντας την ακραία χρήση της γλώσσας που θα οδηγούσε σε μια εύκολη, όσο και ανούσια, συναισθηματική φόρτιση. Η υποβοήθηση του πάσχοντος σε έναν ήρεμο θάνατο είναι, κατά τη συγγραφική επιλογή του Μάινα, αποτέλεσμα ψύχραιμης στάσης απέναντι τόσο στη ζωή όσο και στο τέλος της. Η δυσκολία του θέματος τον οδηγεί σε μια διττή επιλογή: από τη μία για να αφηγηθεί ο ίδιος όσα τον ταλανίζουν (έστω και θεωρητικά), θα χρειαστεί μια μυθοπλασία ικανή να ενσωματώσει με το ισχυρό «λογοτεχνικό ψεύδος» όσα αλλιώς θα παραμείνουν ανείπωτα, και από την άλλη (σε μια εύστοχη αναλογία) η ηρωίδα του για να αφηγηθεί τη δική της ιστορία θα οδηγηθεί σε μια ανασκόπηση της ζωής της, με το ζήτημα της ευθανασίας να εγκιβωτίζεται ανάμεσα στα υπόλοιπα γεγονότα σαν τη φυσική τους συνέχεια.

Αξίζει να σχολιαστεί ο τρόπος γραφής του Μάινα, γιατί συνιστά μια ενδιαφέρουσα περίπτωση στον χώρο της πεζογραφίας. Πλοκή με εναλλαγές που κρατούν την αναγνωστική προσοχή σε εγρήγορση, γεγονότα που σε μια διαρκή ροή συνειρμών (καθώς η ηρωίδα του από τη φυλακή ανατρέχει στο παρελθόν καταγράφοντας γεγονότα, πρόσωπα και επιχειρώντας συνδέσεις) συνθέτουν σιγά σιγά την  προσωπικότητα της Άννας, της γιατρού αναισθησιολόγου, χωρίς φαινομενικά να σχετίζονται με την επιλογή της, κι όμως να είναι απαραίτητα για να εννοήσουμε τον χαρακτήρα της. Ακόμη περισσότερο για να φανεί ότι ανάλογες αποφάσεις μπορεί να προκύψουν μέσα από τη βίαιη αναγκαιότητα και να αφορούν τον καθένα μας, κάτω  από ικανές συνθήκες. Και τότε, προβάλλουν τα ερωτήματα ηθικής τάξης: έχεις δικαιοδοσία απέναντι στη ζωή και το τέλος της; Πού ακριβώς υπάρχει (αν υπάρχει) όριο στην ανθρώπινη βούληση; Εύκολα η νομοθεσία απαντά, γιατί το καλό και το κακό έχουν οριστεί από μια ηθική που μπερδεύει μεταξύ τους τις θρησκευτικές πεποιθήσεις με την κρατική παρέμβαση για επιβολή του δικαίου. Οπότε εύκολα επίσης μπορεί η συζήτηση να σταματήσει εκεί. Ωστόσο, για τη λογοτεχνική επεξεργασία του θέματος, τίποτα δεν ορίζεται επαρκώς από μια απρόσωπη νομοθεσία (ή μια ιδεοληπτική εν πολλοίς θρησκευτική θεώρηση) που αγνοεί την ιδιαιτερότητα της καθεμιάς ξεχωριστής περίπτωσης. 


Ο Μάινας, είτε από συγγραφική αμηχανία μήπως υπερβεί τα όρια του θεμιτού, είτε από ειλικρινή αμφιβολία για την  ορθότητα των επιλογών της ηρωίδας του, επιχειρεί δύο ανατροπές στην πλοκή, που συμβαδίζουν χρονικά και αλληλοσυμπληρώνονται· μία προσωπική υπαναχώρηση (ηθικής τάξης) της ηρωίδας του, και μία έξωθεν παρέμβαση που οδηγεί στην αθώωσή της. Ήταν, επομένως, ένα θέμα που δεν άντεξε να φθάσει στα απώτερα όριά του και πιθανόν να τα υπερβεί; Είναι άραγε αυτή η φύση του θέματος ή αυτά τα όρια του συγγραφικού ρίσκου;

Σε κάθε περίπτωση πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που τολμά να θέσει ερωτήματα, μια γραφή που αξίζει να προσεχθεί τόσο για τα μέσα που χρησιμοποιεί (γλώσσα, ύφος, τεχνικές αφήγησης) όσο και για τη σεμνότητα και την προσοχή στην προσέγγιση ενός θέματος που υπερβαίνει τα (συμβατικά και κατ’ ανάγκη  συμφωνημένα) όρια της κοινωνικής συμβίωσης. Κάθε φορά που θίγονται τέτοια θέματα με τέτοιο τρόπο, δεν είναι μόνον η λογοτεχνία που πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα· είναι και η ίδια η ηθική που ψάχνει τα δικά της όρια σε μια βάση πιο ανθρώπινη.

 

Αποσπάσματα

 

Γιατί να είμαι το μέτρο και όχι η εξαίρεση; Γιατί να είμαι εγώ αυτή που πρέπει να κρατήσει τα ζύγια; Εγώ θα ήθελα να είμαι αυτή που τα χαλάει, που τα ανακατεύει. Ίσως αυτή η εσώτερή μου ανάγκη με έσπρωχνε να δίνω την τελική λύση εκεί που η ίδια η φύση δεν αποφάσιζε. Ίσως η δική μου ύβρις να ξεκινούσε από αυτή την ανάγκη. Από εμένα περίμεναν το μέτρο. Εγώ λοιπόν θα το αμφισβητούσα, θα το ανέτρεπα. (σ. 230).

 

Νομίζεις πως έχεις προτεραιότητα. Δεν άφησες τη φύση σε καμία περίπτωση να κάνει τη δουλειά της. Θέλεις πάντα να επεμβαίνεις, να ελέγχεις, να ορίζεις. Είσαι ένα  μικρό ανάχωμα που αλλάζει  τη ρότα του νερού, και αντί στο δέντρο και στο λουλούδι το στέλνεις στη σχάρα του υπονόμου. Δεν είσαι η φύση ούτε βοηθός της ούτε υπηρέτης της. Είσαι απλώς δολοφόνος. (σ. 248).

 Διώνη Δημητριάδου

Τρίτη 12 Απριλίου 2022

Εναλλαγή Γρηγόρης Σακαλής μαζί με έναν πίνακα του Δήμου Σκουλάκη

 

Εναλλαγή

Γρηγόρης Σακαλής

μαζί με έναν πίνακα του Δήμου Σκουλάκη



Πότε μπορείς

να είσαι σίγουρος

για τις επιλογές σου

σχεδόν ποτέ

η ζωή είναι

ένα ατέλειωτο πείραμα

που τολμάς διαρκώς

παίρνεις ρίσκο

και προχωράς

άλλοτε επιτυγχάνεις

κι άλλοτε κάνεις λάθη

είναι φορές

που φτάνεις στο στόχο σου

κι είναι άλλες

που τρώει

η μούρη σου χώμα

μα έτσι είναι η ζωή

πίκρα και χαρά

κλάμα και γέλιο

διαρκώς εναλλάσσονται.

 

Γρηγόρης Σακαλής

(Δήμος Σκουλάκης, Ισορροπιστής ΙΙ, 1981, λάδι σε καμβά)


Πέμπτη 7 Απριλίου 2022

Η εκδίκηση είναι δική μου Marie Ndiaye μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Η εκδίκηση είναι δική μου

Marie Ndiaye

μετάφραση: Αλεξάνδρα Κωσταράκου

 εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η εκδίκησή της • Fractal (fractalart.gr)



 



Η εκδίκησή της

 

Δυο φορές έτριψε το μέτωπό της, μηχανικά, νομίζοντας ότι υπήρχε εκεί κάποια κρυφή πληγή, μετά έπαψε να το σκέφτεται. Αυτή ήταν η πρώτη αντίδραση της κυρίας Σιζάν (χωρίς μικρό όνομα), δικηγόρου, όταν μπήκε στο γραφείο της, στις 5 Ιανουαρίου 2019, ο Ζιλ Πρενσιπό. Έτσι, ξεκινά η πλοκή, καθώς το πρώτο από τα πολλά διάσπαρτα ερωτήματα προβάλλει στην παράξενη αυτή ιστορία: της είναι οικείο αυτό το πρόσωπο από το μακρινό παρελθόν (αυτή σε ηλικία δέκα ετών και αυτός έφηβος) και αν ναι, γιατί αυτός δεν θυμάται τίποτα; Παράξενο, όμως, είναι και το αίτημά του: δέχεται η κυρία Σιζάν να υπερασπιστεί στο δικαστήριο τη γυναίκα του, την Μαρλίν Πρενσιπό, που κατηγορείται γιατί έπνιξε στη μπανιέρα τα τρία παιδιά τους;

Σκληρό το θέμα, κι όμως η Ndiaye δεν πέφτει στην παγίδα να το εκμεταλλευτεί σε ύφος και σε επιλογή γλώσσας, καθώς προτιμά να αποδώσει το ζοφερό κλίμα με μια γραφή σοφά αποστασιοποιημένη. Τόσο η αφήγηση της μητέρας (συγκλονιστική στην επανάληψη των λέξεων εν είδει συνδέσεων σε έναν ειρμό καταιγιστικό) όσο και η αφήγηση του πατέρα, μοιάζει να αφορά την εξιστόρηση ενός συμβάντος από έναν παρατηρητή. Αυτό που την ενδιαφέρει συγγραφικά δεν είναι άλλο ένα αιματόβρεχτο μυθιστόρημα. Προτιμά να εστιάσει στον ψυχολογικό κόσμο της δικηγόρου, ως αποδέκτη του εγκλήματος, ως μεσολαβητικού παράγοντα ανάμεσα στους δύο γονείς, ακόμη περισσότερο όμως ως μιας προσωπικότητας που αδυνατεί να βρει τα δικά της στηρίγματα· ένα παρελθόν με ασαφή τα περιγράμματά του, που την καθόρισε, και το οποίο ακόμη ερευνά, με το πρόσωπο του Πρενσιπό να προβάλλει και να ανακατατάσσει τα δεδομένα της. Η ίδια γεννά μια σειρά από ερωτήματα, που στην ουσία καταλήγουν κυρίαρχα τοποθετώντας στο φόντο την ιστορία της μητροκτόνου.

Η προσωπικότητα της Μαρλίν Πρενσιπό, για την κυρίαρχη περσόνα του βιβλίου, που κατά τη γνώμη μου είναι η δικηγόρος, μοιάζει να έχει έρθει κατευθείαν από την κόλαση, με αδιευκρίνιστο τον ψυχισμό της να μην αντέχει μια λογική αντιμετώπιση. Δεν είναι μόνο το τριπλό έγκλημα, είναι και η αποστασιοποιημένη αντιμετώπισή του. Παράλληλα, ο Πρενσιπό, μια προσωπικότητα αμφιλεγόμενη, που προτάσσει (ακολουθώντας τη δική του απο-οικειοποίηση) την προστασία της γυναίκας του από τον συγκλονισμό που θα έπρεπε λογικά να τον διακατέχει για τη δολοφονία των τριών παιδιών του. Τα τρία πρόσωπα, με τις συνδέσεις τους (τωρινές και παλαιότερες) δημιουργούν ένα παζλ, με τα κομμάτια του να ακροβατούν πότε στα πραγματικά γεγονότα και πότε σε μια ονειρώδη κατάσταση, όπου όλα θα μπορούσαν να είναι εξίσου αληθινά και ψεύτικα.


Ένα σκοτεινό και ακραίο ως προς τη θεματική του μυθιστόρημα, που θέτει στο επίκεντρο τον ταραγμένο ψυχισμό των προσώπων, κυρίως των δύο γυναικών σε αλληλοσυμπληρούμενα πεδία, αφήνοντας εν τέλει να εκβάλει όλη η ροή της πλοκής σε ένα θέμα ακόμη: ο εγκλωβισμός της γυναικείας ψυχοσύνθεσης σε μια πραγματικότητα που την καταργεί ως πρόσωπο αυτόνομο (αυτή ήταν εν συνόψει η ζωή της Μαρλίν), πού έχει τα εν δυνάμει όριά της, πότε ξεχειλίζει το ποτάμι; Και τότε, η «εκδίκηση» ποια μορφή μπορεί να πάρει; Είναι δυνατόν να παραμεριστούν οι αληθινοί ένοχοι και να πληρώσουν οι αθώοι; Πιστεύω ότι το μείζον ερώτημα που τελικά ταλανίζει τον αναγνώστη είναι αν πρόκειται μόνο για διαταραχή της προσωπικότητας (ίσως μια εύκολη εκδοχή) ή η περσόνα της Μήδειας από το αρχέτυπο της τραγωδίας ως σήμερα, σηματοδοτεί ένα ευρύτερο πρόβλημα κοινωνικού χαρακτήρα; Και μόνο το γεγονός ότι το μυθιστόρημα της Ndiaye γεννά ανάλογο προβληματισμό, κλονίζοντας τις βεβαιότητες του αναγνώστη όπως και των ηρώων του, το κατατάσσει στα ξεχωριστά εκείνα βιβλία που προχωρούν τη λογοτεχνική γραφή ένα βήμα πιο πέρα.

Η μετάφραση είναι της Αλεξάνδρας Κωσταράκου. Το εικαστικό του εξωφύλλου του Pierre Soulages, Noir/Lumiere, 1951, σε μαύρο και κόκκινο, με την εναλλαγή του σκοτεινού με το φωτεινό που υπολανθάνει, απολύτως ταιριαστό με την ιστορία του βιβλίου. Για μια ακόμη φορά οι εκδόσεις Πόλις ψάχνουν, ανακαλύπτουν και προσφέρουν ό,τι καλύτερο από την παγκόσμια σύγχρονη λογοτεχνία.

 

Απόσπασμα

 

Αλλά  πάντα το ήξερα ότι τα παιδιά μου δεν θα ενηλικιώνονταν ποτέ, αλλά πάντα το ήξερα όμως αυτή η βεβαιότητα μ’ έφερνε σε απελπισία, αλλά αυτό που δεν ήξερα είναι ότι θα έκανα εγώ αυτή την πράξη. Αλλά σκεφτόμουν ότι θα τα έβρισκε κάποιο κακό από τον έξω κόσμο, αλλά ότι θα τα χτυπούσε ένα αυτοκίνητο, αλλά ότι μια πυρκαγιά… Αλλά έβλεπα και σχετικά οράματα καταστροφής. Αλλά κάποιες φορές ξυπνούσα μ’ ένα τίναγμα, αλλά είχα ονειρευτεί πως ήταν πεθαμένα και δεν είχα μπορέσει να κάνω τίποτα για να τα σώσω. Αλλά δεν ονειρευόμουν πως πέθαναν από το δικό μου χέρι, αλλά ποτέ αλλά ποτέ. Αλλά εκείνο το πρωί ήμουν πολύ εξαντλημένη.  Αλλά σκεφτόμουν ότι κάποια συμφορά θα έβρισκε τα παιδιά μου αλλά τότε τι θα γινόμουν χωρίς αυτά; Αλλά θα έμενα κλεισμένη μαζί με τον κύριο Πρενσιπό; Αλλά άνοιξα το νερό στην μπανιέρα δίχως να ξέρω πραγματικά αν θα συνέβαινε κάτι. (σ. 195-196).



Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

Δευτέρα 4 Απριλίου 2022

Χωροχρ-ΩΜΆ ( > Το Φρέαρ) Μηχανικό μολύβι (πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 2-3-22)

 

Χωροχρ-ΩΜΆ ( > Το Φρέαρ)

Μηχανικό μολύβι

(πρώτη δημοσίευση στο ηλεκτρονικό Φρέαρ 2-3-22 [Χωροχρ-ΩΜΑ] – γράφει η Πουπερμίνα – frear

 


Χώρος-Χρόνος-Χρώμα-Ωμά


Κοίτα καλά να τα 'χεις με το χώρο

ο χρόνος αργά ή γρήγορα 

θα σε ειρωνευτεί

(νύχτα προχτές σκαρφάλωνες

 ολόισα στη σαγήνη,

 πέτρα κοιλιά του μύλου

μη κατοικήσιμη

όγκος κενού 

χιαστί οι ανεμόσκαλες

ρίχτια αδειανά

  κιλίμια, μπατανίες, χράμια 

χρώμα που ανάβει φωτιά

στο βλέμμα κεπέγκι

άφεγγο φως

 χτισμένη τάξη

δόμοι τεφροί)

 Χώρος η στάση·

χρόνος η απόσταση.

Δηλώνει παρουσία ύπουλα

 αμολώντας κάπου στον ιστό

 ένα, φερ' ειπείν,  διαλείπον 

σύνδρομο υποκλοπής υποκλειδίου,

σε μετατρέπει σε

επαίτη επετείων

 ικέτη και σκλάβο 

σιωπών

στο τέλος

σου περνάει γλυκά

το χαλινάρι,

το άγνωμον

  φίμωτρο  

του χρόνου

 Μηχανικό μολύβι

 

 Πρώτη δημοσίευση 2/03/2022 στο Φρέαρ - Στο βάθος των περιστάσεων

 

(*) Henri Michaux, poet, writer, painter, art critic

 

Ανθούλα Δανιήλ: Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2022 (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου – 19 Μαρτίου 2022

 

Ανθούλα Δανιήλ: Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2022

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Περί ου – 19 Μαρτίου 2022 Ανθούλα Δανιήλ: Λία Σιώμου, Της ζωής και της αγάπης, Ποίηση 1995-2011, Εκδόσεις Ελευθερουδάκης, 2022 – Περιοδικό Περί Ου (periou.gr))

   


      

Ω, κόρη με τον άνεμο

που σεργιανάς μπαλάντες

στα περιγιάλια του νοτιά

στα μύρα της βροχής

σύρε χορό τις θύμησες

και μέθα με τις χάρες

στο μάγεμα της μουσικής

 η ανάσα της ψυχής

 

Έτσι σαν του αρχαίους ποιητές  επικαλείται τη Μούσα η Ποιήτρια,  παίρνει τα σύνεργα και τα φτερά της   και γράφει.  Είναι η Λία Σιώμου∙ γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα, έγινε χημικός και μετά συνέχισε στην Αμερική σπουδές ανώτατες κι άλλες κι άλλες. Εργάστηκε σε πολλά πανεπιστήμια. Τι θα σπούδαζε αν ξαναγεννιόταν; Φιλολογία! Γιατί; Γιατί αγαπάει την Αττική, την Ελλάδα όλη, αλλά την Αττική πιο πολύ για τον ήλιο, τη θάλασσα και το φως. Για την τέχνη και τον πολιτισμό που η αττική γη γέννησε. Για τα μυριστικά της χόρτα, τις ρήγανες και τα θυμάρια που σου θυμίζουν πως η αγάπη για τη ζωή και την τέχνη γεννήθηκε εδώ.

Με τη σκέψη αυτή, με τις λύπες και τις χαρές που της έτυχαν,  η Σιώμου έγραψε και εξακολουθεί να γράφει. Επτά ποιητικές συλλογές της δείχνουν την  αδιάσπαστη συνέχεια της παραγωγής της, αποτέλεσμα της βαθιάς αγάπης της για ποιητική έκφραση. Επιφανείς του χώρου έχουν εκφραστεί θετικά, επαινετικά, ενθουσιαστικά για την ποίησή της, η οποία ξεχειλίζει από συναισθήματα. Επαίνους εκφράζουν ο Αθανάσιος Ζέρβας, ο Θανάσης Νιάρχος, ο Γιώργος Βέης, ο Σαράντος Καργάκος, ο Κυριάκος Ντελόπουλος.

Η Σιώμου  είναι μία λυρική ποιήτρια, η οποία δεν στέκεται στις ταμπέλες και δεν παρακολουθεί τα ποιητικά ρεύματα πώς πάνε κι έρχονται, τα κινήματα πως έρχονται και παρέρχονται και εκείνα που παρέρχονται πάλι επανέρχονται. Ερήμην όλων και όποιων ανανεώσεων η Σιώμου γράφει  με την καρδιά της, στον ρυθμό που εκείνη της υπαγορεύει∙ γράφει έτσι όπως νιώθει. Είναι πηγαία ποιήτρια και πριν από την όποια τεχνική –απέκτησε ή όχι- έχει ποιητική διάθεση. Έχει διαβάσει ποιητές και έχει συγκινηθεί.

 

 Όπως λέει ο Οδυσσέας Ελύτης Να ’χεις ή όχι γράψει ποιήματα δεν έχει τόσο σημασία όσο να ’χεις  παθιαστεί, σκιρτήσει γι’ αυτά που, έτσι κι αλλιώς, οδηγούν στην ποίηση∙ και η Σιώμου ζει για να μεταγράφει σε ποίηση όλα εκείνα για τα οποία σκιρτά και παθιάζεται.

Ο ογκώδης τόμος περιλαμβάνει τις ενότητες: Σπονδή Ονείρου, Εν Γη Ερήμω, Μαγιοστέφανο, Attica, Εις Μνήμην Ουτοπίας, Ερωδιού η Κατοικία, Αλκυονίδες. Κάθε μία από αυτές τις ενότητες ή, καλύτερα, παλαιότερες συλλογές, που σ’ αυτόν τον τόμο επανέρχονται, χωρίζεται σε άλλες μικρότερες, τακτοποιημένες καλλιγραφημένες, συναισθηματικά φορτισμένες.

Στο πρώτο ποίημα της συλλογής η ποιήτρια μας ενημερώνει για τις ενέργειες που έκανε και τι μέλλει να κάνει. Το χρέος της στην αγάπη∙ αυτό θα κάνει. Με μία ελυτική επίδραση – «με του λύχνου νυχτέρι» κατά το «με το λύχνο του άστρου τους ουρανούς επήρα» προβαίνει στις προγραμματικές της δηλώσεις:

«Δε θα δώσω ούτε λίγη/ σημασία στο τίποτα/ στη ζωή μου έταξα/ Και θε να βρω χαρά στο απλό το τριφύλλι/ σε πελάγου πνοή»  Κάπως έτσι και η αρχή έγινε.

Η μακρά ονειροδρόμος εξομολόγηση  θα τελειώσει με θλίψη. Δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και η ποιήτρια εκεί θα νιώσει την πρώτη της πληγή:   

Κυλάνε τα χρόνια  κι η ζήση μας χάνεται

και μόνο στη σκέψη το όραμα ζει.

Τραγούδι του γκιώνη το κλάμα στο λιόγερμα

 και μητ’ ένα αηδόνι για μας τραγουδεί.

 

Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο το ποίημα «Φεγγαρόσκονη» με τη νοσταλγική περιπλάνηση σ’ έναν κόσμο που δεν ανταποκρίθηκε. Δεν απέχει πολύ από την Σαπφώ που και εκείνη ξαγρυπνά μόνη, κοιτώντας τον ουρανό και το φεγγάρι:

 

Δε με σεργιάνισες απόψε στο φεγγάρι.

Κι ήταν ολόγιομο κι είχε μια τόση χάρη.

Δε μου τραγούδησες απόψε την μπαλάντα.

κι ήταν η νύχτα μαγική, ήταν γεμάτη άστρα.

 

 Η Σιώμου ενώ πατάει γερά στη γη, πετάει στους ουρανούς κι από εκεί ψηλά επισκοπεί τα ανθρώπινα.  Η ποίησή της είναι γεμάτη από χριστιανική αγάπη, αλλά και θλίψη,  έστω και αν μεταπλάθει δημιουργικά τον θρησκευτικό μύθο, όπως συμβαίνει στα ποιήματα «Του παραλυτικού», «Πού έδυ σου το κάλλος;» και σε άλλα. Θα ήθελε αλλά δεν μπορεί να διορθώσει τα λάθη. Να τα επισημάνει μόνο μπορεί

Η Σιώμου εναλλάσσει ποιήματα με πεζά, αλλάζοντας ρυθμούς αφήγησης, ρυθμούς αναπνοής, για να δώσει στο επιφώνημα της ψυχής το ανάπτυγμα το ικανό να αποδώσει κάθε απόχρωση συναισθηματική, κάθε πικρή σκέψη και γεύση, όπου πάσα φενάκη απέπτη, όπως έλεγε ο Ανδρέας Εμπειρίκος:  

 

 Περί ποιήσεως,  λοιπόν

 

Ρούχα πλυμένα απλωμένα στο σχοινί

να στεγνώσουν στον άνεμο, στη ζέστη του ήλιου.

Και τ’ άπλυτά μου ποιήματα

εκδοθέντα στη γνώση του αδιάφορου κόσμου.

Για να τα σχολιάσουν γνωστοί και άγνωστοι.

……………………………..

Για να μαδήσουν φτερό φτερό τις επωμίδες αίγλης

από τους δήθεν αδύναμους ώμους μου.

 

Είναι φανερή η πικρία για κείνο που με τόσο κόπο γέννησες και τόση ευκολία οι άλλοι διαβάζουν ή δεν διαβάζουν ή λένε πως διαβάζουν.

 

Άλλοτε είναι αναλυτική, δίνει χώρο στις σκέψεις να αναπτυχθούν, άλλοτε γίνεται συνοπτική, επιγραμματική, η ορθολογιστική σκέψη κερδίζει μέσα από την υπόθεση όπως στη στερεομετρία, έστω σημείο χι  στο κενό π.χ. ή με τα λόγια της ποιήτριας:

Εξ ορισμού η ουτοπία δεν έχει τόπο να σταθεί.

Απλώς, οι άνθρωποι στηρίζονται πάνω της.

 

Γιατί, όπως και να το κάνουμε  είναι καλύτερα να ζούμε με την αυταπάτη πως υπάρχει κάτι που δεν υπάρχει, παρά με τη σιγουριά της ανυπαρξίας.

Από  στερεομετρία ξέρει καλά ο ποιητής: Αν δεν στηρίξεις το ένα σου πόδι έξω από τη Γη ποτέ σου δεν θα μπορέσεις να σταθείς επάνω της. και η Σιώμου φαίνεται πως καλά τον έχει καθίσει βαθιά στην καρδιά της. ποιον Όλους:

                    και ιδού άλλο παράδειγμα

Μια πεταλούδα έγειρε /στου νούφαρου το μίσκο

 κι ο γλάρος που ταξίδεψε/ στην  άκρη τ’ ουρανού

λες κι έσυρε τη σκέψη σου/ στον ελαφρύ του ίσκιο

κάτι λογάκια σου γλυκά / στα τρίσβαθα του νου

 

Και ποιος δεν ένιωσε εδώ, σ’ αυτούς τους στίχους, το σκούντημα του Διονυσίου Σολωμού;

και μες στης λίμνης τα νερά, όπ’ έφθασε μ’ ασπούδα,

 έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια,

που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο…

 

Κορφολογώντας από τον μέγα θησαυρό, το όνειρο που γράφει ύμνους, το άπειρο και την υπόστασή του, και από εκεί, από το άπειρο, πάλι στο εδώ της Αττικής και της γειτονιάς, στην «Πέλοπος 21», με τα χορτάρια τα απλά «τα μέρη τα παλιά τα χιλιοπατημένα», τα θυμάρια, τις παπαρούνες, τα στάχυα των αγρών, «το κουλούρι το σουσαμωτό φρέσκο απ’ το φούρνο και ζεστό».   Η Σιώμου σε όλα τα ποιήματα της υμνεί τη ζωή και τα αγαθά της, τα απλά και καθημερινά και σ’ αυτό μας θυμίζει τον Γιάννη Ρίτσο στην Ποίηση του οποίου και τα πιο ασήμαντα πράγματα εξαγιάζονται. Είναι οι φορείς μιας παράδοσης και αυτήν την παράδοση η ποιήτρια την συνεχίζει.

Τα ποιήματα έχουν τοπόσημο συχνά αμερικανικό: Long Island,  York River,Chesapeake, Singer Island, Palme  Beach Florida και ημερομηνία σύνθεσης. Με άλλα λόγια  γράφει ποίημα, του δίνει όνομα, τόπο και τον χρόνο, κάνει αυτό που συμβουλεύει ο Γιώργος Σεφέρης:

Γράψε αν μπορείς στο τελευταίο σου όστρακο τη μέρα τ᾿ όνομα τον τόπο και ρίξε το στη θάλασσα για να βουλιάξει.

Πού; Στην αγκαλιά της θάλασσας της πανδέγμονος, όπως λέει ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, αυτής που δέχεται τα πάντα. «Μποτίλια στο πέλαγο» θεωρεί ο Σεφέρης το ποίημα, αυτό που η Σιώμου αναλύει: στους φίλους που το δίνεις με αφιέρωση κι αυτοί δεν το διαβάζουν. Εκείνη όμως δεν το βάζει κάτω:

Τράβα κι εσύ καρδιά κουπί/ στου ονείρου τη χρυσοπηγή./ τράβα κουπί στο ποθητό/ της μοίρας σου ήτανε γραφτό.

Η Λία Σιώμου σπούδασε μια ορθολογιστική επιστήμη, μας το είπε στο αφτί του βιβλίου της. Μέσα της είχε ένα ηφαίστειο που κόχλαζε και  εκτίναξε τη λάβα σε ποιήματα.

Όπως είπα και στην αρχή, δεν ακολουθεί θεωρίες και σχολές. Ακολουθεί την καρδιά της, φέρνοντας τη λυρική ποίηση στη πρώτη αρχή της, στα πράγματα που αγγίζει και νιώθει και στα συναισθήματα της που είναι ποταμός ορμητικός.

Το βιβλίο της, τόμος συγκεντρωτικός, υποθέτω, κοσμείται από πολύ ωραίες εικόνες. Ακόμα και η γραμματοσειρά είναι και αυτή «λυρική», οπτική έκφραση της ψυχής της. Δεν θα σταματήσει να δημιουργεί. Γεννήθηκε για αυτό. Την συγχαίρω από καρδιάς και τελειώνω με το παρακάτω τετράστιχο, που ταιριάζει της Αθήνας αλλά και κάθε τόπου:

 

Πες το τραγούδι που μια κιθάρα

γλυκοτραγούδαγε τις βραδιές

μη και σιγάσει του νου η αντάρα

μη και στερέψουνε πια οι πηγές

 

Προβλέπω πως οι πηγές δεν θα στερέψουν και θα έχουμε κι άλλους εύχυμους καρπούς.

Ανθούλα Δανιήλ

 

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Από τις Εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων του Αποστόλη Μάρκου Κωστούλη Καλλωπίζοντας το τέρας

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

Από τις Εκδόσεις Στίξις 

κυκλοφορεί η πρώτη συλλογή διηγημάτων 

του Αποστόλη Μάρκου Κωστούλη 

Καλλωπίζοντας το τέρας

 

 


 

Από το οπισθόφυλλο:

Τι σχέση έχουν τα βιβλικά τέρατα με μια χαρτορίχτρα κατάσκοπο; Πώς συνδέεται η επανάσταση του ’21 με τις μαρξίστριες στριπτιτζούδες; Για ποια δουλειά βρέθηκε ο Τζένγκις Χαν στην πολεοδομία της Λάρισας; Πώς ξεκίνησε ο πόλεμος μεταξύ χορτοφάγων και ευφυών μανιταριών; Όλη η αλήθεια για το φλερτ, τις ιερές μύγες και το ποιος έφαγε το τελευταίο κομμάτι παγωτό. Το Καλλωπίζοντας το τέρας είναι ένα παιχνιδιάρικο ταξίδι, που διασχίζει την πεζή καθημερινότητα και τη σουρεαλιστική φαντασία, μέσα από είκοσι μικρές ιστορίες. Ανατρεπτικά παραμύθια φέρνουν κοντά πρόσωπα της ιστορίας και της διπλανής πόρτας, μιλούν για θέματα ταυτότητας φύλου, σεξουαλικού προσανατολισμού και πολιτικής ιδεολογίας, αγγίζοντας τα πάντα με μια σκωπτική, σατιρική διάθεση.

 


Ο Αποστόλης Μάρκος Κωστούλης γεννήθηκε το 1990. Ζει στη Λάρισα και είναι βιοκαλλιεργητής. Σπούδασε κοινωνιολογία και ευρωπαϊκό πολιτισμό.

 


ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΟΣ:

Καλλωπίζοντας το τέρας

Υγρό, σκοτεινό και απέραντο. Τόσο μεγάλο, αλλά και τόσο κλειστοφοβικό, με τις σκιές να πιέζουν την ψυχή του ενοίκου. Το λιγοστό φως που υπάρχει τους δίνει ζωή, δημιουργεί ζωηρές αντανακλάσεις στα μαύρα τοιχώματα, αντανακλάσεις που χορεύουν παθιασμένα πριν χαθούν στη λήθη των πιο μακρινών γωνιών. Η μυρωδιά ψαρίλας είναι χειρότερη, αλλά συνηθίζεις.

Σε μια άκρη είχε στήσει τη φωλιά του, ντύνοντάς τη με κάθε μικρή άνεση και κάθε μεγαλοπρεπή διακόσμηση. Το φως κεριών, λαμπών θυέλλης, πολυέλαιων και μιας συλλογής ηλεκτρικών λαμπτήρων από όλη τη σύγχρονη ιστορία, έδινε μια εφήμερη ζεστασιά. Ανατολίτικα χαλιά κεντημένα στο χέρι και γούνες γνωστών σχεδιαστών κρατούσαν ζεστά τα γυμνά του πόδια. Στο κέντρο είχε βάλει το κρεβάτι του, με πλαίσιο από έβενο, κουρτίνες από μετάξι και ένα πλαστικό στρώμα θαλάσσης με τον Μπομπ Σφουγγαράκη. Το γραφείο του ήταν από γυαλιστερό μέταλλο, ζωγραφισμένο με μεγάλα γράμματα, από την ουρά ενός αεροπλάνου. Το είχε γεμίσει με χαριτωμένα μπιχλιμπίδια. Ένα σπαθί πειρατή, ένα σουτιέν γοργόνας, το μαντίλι ενός καμικάζι.

 

«Ένα γραφείο χωρίς βιβλία δεν είναι γραφείο, είναι ένας πολύ γεωμετρικός καναπές» σκέφτηκε. Η ανία έπαιζε εδώ και χρόνια ένα ζόρικο παιχνίδι με τη διάθεσή του και σταθερά κέρδιζε. Το πιο όμορφο σπίτι χωρίς βιβλία, χωρίς ίντερνετ, χωρίς γάτες, είναι μια μικρή κόλαση. Ήταν μόνος και δεν είχε τίποτα για να περάσει την ώρα, πέρα από τις σκέψεις του. Για κάποιον που μισούσε το σκανδιναβικό παιχνίδι της συναρμολόγησης επίπλων, το να σκαρώνει καινούργιες διακοσμήσεις με ό,τι καινούργιο έβρισκε κάθε μέρα, του έδινε μια μικρή ψυχαγωγία, αλλά ακόμα και αυτή η μικρή χαρά είχε χαθεί με την ατέρμονη επανάληψη.

 

«Το μόνο που εύχομαι είναι αυτό το καταραμένο κήτος να καταπιεί επιτέλους κάποιον ζωντανό», ήταν η βασική του ελπίδα, πριν χαθούν τα λογικά του. Όταν έχεις περάσει τόσα χρόνια στην κοιλιά μιας μεταφοράς για συστήματα διακυβέρνησης του 17ου αιώνα αρχίζεις να βαριέσαι.