Τετάρτη 5 Αυγούστου 2020

Space Invaders Nona Fernández Silanes μετάφραση: Κώστας Αθανασίου εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina) η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Space Invaders
Nona Fernández Silanes
μετάφραση: Κώστας Αθανασίου
εκδόσεις Gutenberg (σειρά Aldina)
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Έχει η λογοτεχνία τη νομιμότητα να λειτουργεί ως συνδιαμορφωτής της ιστορικής εικόνας; Μπορεί να καταθέτει τη δική της οπτική στα γεγονότα του παρελθόντος αποκαλύπτοντας αλήθειες και διατυπώνοντας κρίσεις; Ακόμα κι αν αμφισβητηθεί η ιδιότητα αυτή, κανείς δεν μπορεί να αντικρούσει το ηθικό δικαίωμα της μυθοπλασίας να ανατρέχει στο παρελθόν και να φέρνει στην επιφάνεια μια άλλη όψη των πραγμάτων ή να αποκαλύπτει καλά κρυμμένα μυστικά και ψέματα.
Το μυθιστόρημα της Φερνάντες απηχεί τη συνειδητή επιθυμία της να θέτει τη γραφή της στη υπηρεσία της ιστορικής αλήθειας. Όπως λέει η ίδια:

Έχω ένα είδος εμμονής με το παρελθόν, με το να κατανοώ το παρόν με βάση το παρελθόν, κι εδώ η ιστορία έχει θεμελιώδη ρόλο. Στις λογοτεχνικές έρευνες που έχω κάνει έχω συνειδητοποιήσει πως υπάρχει μια ιστορία που είναι η επίσημη ιστορία, όμως είναι αρκετά αμφίβολη, έτσι δεν είναι; (από το Επίμετρο του βιβλίου)

Γεννημένη το 1971 η Χιλιανή Φερνάντες συνδέει αναπόφευκτα την παιδική και πολύ νεαρή της ηλικία με τα χρόνια της δικτατορίας του Πινοσέτ, αλλά και κατόπιν, τα χρόνια της συνειδητής της παρουσίας στα πολιτικά πράγματα της χώρας της, με την προβληματική εν τη γενέσει της μεταδικτατορική εποχή. Η θεωρούμενη «κανονικότητα» της δικτατορίας και κατόπιν η «ομαλή» μετάβαση σε μια δημοκρατία ανάπηρη, στηριγμένη στα δεδομένα της φαύλης εποχής, αποτελούν την ιστορική πραγματικότητα που εισέπραξε η ίδια από εκείνα τα χρόνια. Νιώθει ότι πρέπει να μιλήσει για τον τρόπο που μεγαλώνει ένα παιδί μέσα σε ένα τέτοιο καθεστώς και για τον τρόπο που ως συνειδητοποιημένος ενήλικος πλέον πολίτης εξακολουθεί να αναπαράγει τα ίδια ψέματα της επίσημης εκδοχής της ιστορίας, σαν να είναι η μοναδική αλήθεια. Η γενιά της Φερνάντες θα μπορούσε, κάτω από αυτή την εκδοχή, να αναλογεί με τη γενιά της μεταπολίτευσης στην ελληνική περίπτωση. Μια γενιά που γνώρισε τη δικτατορία σε πολύ νεαρή ηλικία για να μπορεί να εκτιμήσει το μέγεθος, τη σημασία του γεγονότος, και βρέθηκε να αποκτά τη συνείδηση του πολίτη μέσα σε μια ρέουσα πολιτική κατάσταση, στην οποία θα έπρεπε να ενσωματώσει τις μνήμες της ως ελλιπείς και αδιαμόρφωτες όμως εκτιμήσεις· δεν είναι πάντοτε εύκολο να αποκτηθεί μια καλά στερεωμένη άποψη, πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατή η πλήρης εικόνα της διαδοχής του πολιτεύματος και η κατανόηση της συνακόλουθης ευθύνης που αναλογεί στα πολιτικά πρόσωπα.
Η Φερνάντες συνδέει την πλοκή της ιστορίας της με ένα βιντεοπαιχνίδι επιβίωσης, το Space Invaders (που τιτλοφορεί ευφυώς και το βιβλίο), στο οποίο η εξόντωση των εισβολέων από το διάστημα αποτελεί για τον παίκτη την αναπόφευκτη προϋπόθεση της προσωπικής του διάσωσης, της επιβίωσής του. Παραπέμπει, έτσι, στην εφιαλτική κατάσταση που επικρατούσε στα χρόνια του καθεστώτος Πινοσέτ, με τις μαζικές εξοντώσεις των αντιπάλων αντιφρονούντων πολιτών. Το γεγονός ότι το παιχνίδι περνά στη συνείδηση των μικρών παιδιών άρρηκτα δεμένο με τη λειτουργία του τηλεοπτικού μηνύματος, σε διαδοχή εικόνας με τις ομάδες κρούσης του καθεστώτος και το κυνηγητό των «εχθρών» του, εξισώνει απολύτως ως προς την απειλητική παρουσία τους εισβολείς από το διάστημα με τους αντιτιθέμενους στη δικτατορία, καθιστώντας έτσι τα παιδιά δυνάμει υπερασπιστές της κρατικής μηχανής – the medium is the message, όπως πολύ εύστοχα εντόπισε ο Μάρσαλ μακ Λούαν τον κίνδυνο της ιδεολογικής καθοδήγησης όχι τόσο στο ίδιο το μήνυμα όσο στο μαζικό μέσο από το οποίο αυτό εκπορεύεται.

Στην ίδια τηλεοπτική οθόνη στην οποία πριν έπαιζαν Space Invaders τώρα εμφανίζονται οι καραμπινιέροι που είναι υπεύθυνοι για τους φόνους. (σ. 101)

Μέσα από ένα τοπίο γεμάτο από μνήμες της παιδικής ηλικίας, η Φερνάντες θα επισημάνει  την ανάγκη να ακουστεί η αλήθεια, να μη δοθεί περιθώριο στη λήθη να καλύψει τα γεγονότα, να μην επαναπαυθεί κανείς στη δικαιολογία της ανευθυνότητάς του. Γιατί και η σιωπή είναι συνειδητή πράξη, είναι ανάληψη ευθύνης. Και ποιος αντέχει την ενοχοποίηση, τη σύμπραξη (με τον ένα ή τον άλλο τρόπο) με το καθεστώς της δικτατορίας και με τα επακόλουθά του; Στο κέντρο της ιστορίας η δεκάχρονη Εστρέγια, κόρη στελέχους της κυβέρνησης Πινοσέτ, παρούσα-απούσα, καθώς μόνο μέσα από τις μνήμες των συμμαθητών της τη βλέπουμε να στοιχειώνει τον ύπνο τους. Χτίζεται έτσι σιγά σιγά η εικόνα της μέσα από τη συλλογική μνήμη, και παράλληλα ψηφίδα την ψηφίδα η εικόνα του καθεστώτος της βίας. Με τον ευρηματικό αυτό τρόπο η Φερνάντες αποκαλύπτει την άλλη εκδοχή των ιστορικών γεγονότων (πόσο μακριά από την επίσημη που διδάσκεται στα σχολεία), ταυτόχρονα δικαιολογεί τη δική της γραφή, σαν μια απόπειρα να αντιπαραθέσει στην παιδική αθωότητα των χρόνων εκείνων τον μηχανισμό που με ακρίβεια έχτιζε τις συνειδήσεις των αυριανών πολιτών – μας είπαν τι να θυμόμαστε και τι όχι, θα πει σε μια συνέντευξή της στην εφημερίδα El Pais. Μέσα από την περιγραφή των δολοφόνων και βασανιστών κατορθώνει να δώσει μια διαχρονική αλήθεια για την κοινοτοπία του κακού, όπως το έχει περιγράψει η Χάνα Άρεντ.
Οι χειρότεροι εγκληματίες που βασανίζουν και δολοφονούν υπακούοντας σε στρεβλά ιδεολογήματα απόλυτης ισχύος ίσως δεν διαφέρουν πολύ από τον γείτονα της διπλανής πόρτας που επιστρέφει στο οικογενειακό του σκηνικό ήσυχος μετά τη δουλειά του. Και αυτό όχι γιατί έχει την ικανότητα της συγκάλυψης των εγκλημάτων του ή την εύκολη απόσειση των ευθυνών από πάνω του, αλλά γιατί το κακό εμφωλεύει δυνάμει στον καθένα μας απειλώντας μας με μια  ύπουλη εξοικείωση μαζί του, με  την έννοια της κανονικότητας να καλύπτει κάθε άνομη πράξη. Μπορεί, έτσι, ο καθένας να μεταλλαχθεί σε εγκληματία κάτω από ικανές συνθήκες και να υπηρετήσει τη βία είτε με τις πράξεις του είτε ακόμη με τη σιωπηρή αποδοχή των βίαιων πράξεων.

Η Φερνάντες προκαλεί τον αναγνώστη της να διακρίνει, μέσα από τα ιστορικά γεγονότα που αφορούν την πατρίδα της, τη διαχρονική αξία όσων αφηγείται. Όσο για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, νομίζω πως η πρόκληση καθίσταται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, όσο θα ανακαλύπτει ομοιότητες και αναλογίες με την ελληνική περίπτωση βίωσης της δικτατορίας από τις γενιές που είτε την έζησαν ασύνειδα λόγω ηλικίας είτε (ακόμη χειρότερα) τη βλέπουν ακόμη σαν μια γραφική εικόνα του απώτερου παρελθόντος. Όσο μάλιστα απομακρυνόμαστε από την εποχή εκείνη, τόσο περισσότερο θα χρειάζονται φωνές, όπως αυτή της Φερνάντες, να λειτουργήσουν στη  κατεύθυνση μιας συλλογικής  αφύπνισης και ενός επαναπροσδιορισμού της θέσης απέναντι στην ιστορία. 
Η έκδοση, όπως πάντα πολύ προσεγμένη στη σειρά Aldina. Η μετάφραση είναι του Κώστα Αθανασίου που επιπλέον γράφει την Εισαγωγή και επιμελείται το Επίμετρο του  βιβλίου, δείχνοντας πως δεν αρκεί η γνώση της ξένης γλώσσας για να παρουσιαστεί ένα βιβλίο ξένης λογοτεχνίας αλλά απαιτείται και η γνώση γύρω από πρόσωπα και πράγματα. Για μια ακόμη φορά ένα μπράβο στις εκδόσεις Gutenberg.

Διώνη Δημητριάδου


Δευτέρα 3 Αυγούστου 2020

«Απαράφθορες» του Στέλιου Χαλκίτη εκδόσεις Ιανός γράφει η Θοεδώρα Λειψιστινού




«Απαράφθορες»
του Στέλιου Χαλκίτη
εκδόσεις Ιανός
γράφει η Θεοδώρα Λειψιστινού


Διαβάζοντας το μυθιστόρημα «Οι Απαράφθορες» του Στέλιου Χαλκίτη που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ιανός, μου προέκυψε το ερώτημα ποιες είναι οι απαράφθορες γυναίκες, αν υπάρχουν, πού βρίσκονται και πόσες είναι σε μια εποχή του φαίνεσθαι και του ατομισμού, σε μια εποχή που η τεχνολογία προχώρησε αλλά ο άνθρωπος δεν έγινε καλύτερος, που η εργασία απορροφά τη γυναίκα και δεν έχει χρόνο για ουσιαστικές σχέσεις παρά μόνο για τις “κατά φαντασίαν”, χωρίς να παρέχει ουσιαστική στήριξη στον άλλον “όπου στο πρόβλημα του ενός αναζητούν λύση όλοι, οπότε η χαρά μεγαλύνεται και ο πόνος κατευνάζεται”, ενώ μέλημά της είναι η καλύτερη θέση ή η φενάκη της καριέρας και της δόξας ή ακόμη η ανάγκη να επιδείξει έναν άλλον εαυτό, αγνοώντας αυτό που ο Νίτσε και ο Ίψεν υποστήριζαν “Να γίνεις αυτό που είσαι”.
Αλήθεια, πόσες γυναίκες έχουν το ηθικό ανάστημα να φτιάξουν τον καλύτερο κόσμο στα παιδιά τους με θεμέλια τις πανανθρώπινες αξίες, καλλιεργώντας την αγάπη, την αξιοπρέπεια και τον σεβασμό στον άνθρωπο; Πόσες γυναίκες παλεύουν με υπομονή και δύναμη σεβόμενες τη γυναικεία φύση, χωρίς να ξεστρατίζουν σε μονοπάτια ευκολίας και ελαστικής συνείδησης λόγω ανέχειας, χωρίς να παρεκκλίνουν και να βαδίζουν σε προσημειωμένα βήματα που οδηγούν σε μια κίβδηλη αλλά άνετη ζωή από υλικής άποψης; Που αναζητούν το πραγματικό νόημα της ύπαρξής τους, που χαράζουν μονοπάτια στη γνώση και στην προσφορά στον πόνο του άλλου, στέλνοντας το φως και την αγάπη από μακριά σε όποιον έχει ανάγκη;
Πόσες γυναίκες μπορούν να αντιταχθούν στα κελεύσματα της εποχής; Πόσες ζουν με αξίες ικανές να αλλάξουν την κοινωνία, χωρίς να έχουν την απατηλή προσδοκία να αλλάξουν τον κόσμο, «αν ο κόσμος ήθελε να αλλάξει θα είχε αλλάξει, είχαν καταλάβει πως ποτέ δεν θα γίνει δίκαιος, μόνο μικρές αδικίες θα αποκαθίστανται». Σαφώς, υπάρχουν ανάμεσά μας γυναίκες με αδαμάντινο χαρακτήρα, με προσωπικότητα που ανησυχούν διαρκώς για το πού και πώς πορεύεται ο κόσμος. Είναι αυτές που δεν αγοράζουν σχέσεις ή επιβάλλουν σχέσεις, αλλά δημιουργούν σχέσεις ουσίας με τον άλλον και με τον εαυτό τους. Καταξίωσή τους είναι αν για τον άνθρωπο που φέρνουν στη ζωή είναι έτοιμες να θυσιάσουν πράγματα για χάρη του. Αυτές οι ηρωίδες γυναίκες είναι σπάνιες υπάρξεις, είναι ορόσημα ηθικής, είναι αυτές που μπορούν να οικοδομήσουν τον κόσμο, να αλλάξουν τον κόσμο γύρω τους «όχι όλο τον κόσμο, μια σταλιά γύρω του, σαν να κρατά το μαγικό ραβδί και με αυτό να δίνει ευτυχία, χαρά, γέλιο και όλα τα όμορφα πράγματα».
«Μια διαρκής ανάβαση ήταν τα χρόνια που πέρασαν, μια πάλη, μια ατελείωτη πράξη αυτοθυσίας και στερήσεων και τώρα άντε να αγκαλιάσει την ομίχλη» ήταν η ζωή της ηρωίδας του μυθιστορήματος. Σε προκαλεί ο συγγραφέας και σε προσκαλεί σε μια ενδοσκόπηση και επαναπροσδιορισμό του τρόπου θέασης του κόσμου και του ρόλου της γυναίκας. Ο Στέλιος Χαλκίτης πιστεύει στη δύναμη της γυναίκας, στη γυναικεία φύση και του ρόλου της στην ανατροφή των παιδιών
Ο συγγραφέας στο μυθιστόρημά του αναφέρεται στο μυστικό όμιλο των κρυφών γυναικών της Καλύμνου και στις αλήθειες τους στα άδυτα των ανθρώπινων σχέσεων, του έρωτα και της ζωής. Δεν έχει σημασία αν υπήρξε ή υπάρχει ο μυστικός αυτός όμιλος. Σημασία έχει ο στόχος τους αλλά και η συμμετοχή στον όμιλο, αδιακρίτως, κάθε γυναίκας είτε είναι πλύστρα είτε επιστήμονας, αρκεί να έχει το μεγαλείο ψυχής, αρκεί να αντιστέκεται στη ζήλεια και στον φθόνο, να αγωνίζεται για το καλό όλων. .Η Δαυίνα, η ηρωίδα, είχε ακούσει από τη μητέρα της για τον όμιλο των κρυφών γυναικών που κρύβουν ένα επτασφράγιστο μυστικό που η φιλοσοφία του διατρέχει όλη σχεδόν την πλοκή της ιστορίας και εσύ καλείσαι να το ανακαλύψεις. Το μυστικό που η αποκάλυψή του ανοίγει νέους ορίζοντες, απομακρύνει από προκαταλήψεις, υποβάλλει σε υποχρεωτική αναθεώρηση βασικών βεβαιοτήτων που έχεις για τη ζωή και για την ίδια σου την ύπαρξη, κάπως σαν να σου ξανασυστηνόταν ο κόσμος.
Οι ζωές των ηρωίδων του μυθιστορήματος περιπλέκονται, οι διαδρομές τους είναι σε μονοπάτια της ψυχής με αναβάσεις σε φωτεινά ύψη αλλά και καταβάσεις σε ομιχλώδη και σκοτεινά άδυτα των σχέσεων, των επιθυμιών αλλά και των δοσμένων ρόλων, σε καταγώγια εκεί όπου το σκοτάδι είναι τόσο πυκνό, αλλά κατανοούν οι ηρωίδες «πως τελικά πάμε όπου η ζωή μας πάει», πως η ζωή δεν έχει να κάνει με το αν έχεις πολλά ή λίγα, μόνο με το αν είσαι ευχαριστημένη. Κατανοούν και σου δίνουν από τον χρόνο «που σου έχει οριστεί να ζήσεις, αχ να ’ξερες πόσο το εκτιμώ αυτό! Ξέρεις ποιο είναι το πιο σπουδαίο πράγμα στη ζωή;», όπως αναρωτιέται η κυρία Θεμελίνα και αμέσως δίνει την απάντησή της: «Ο χρόνος είναι! Αν έχεις υγεία και δεν έχεις χρόνο να ζήσεις, έχεις τελειώσει. Αν έχεις χρόνο, και υγεία να μην έχεις, μπορεί να την αποκτήσεις»
Ο συγγραφέας, κατανοώντας τη δύναμη που κρύβουν οι γυναίκες, υμνεί τη φύση τους. Θα έλεγα ότι το μυθιστόρημα «Οι Απαράφθορες» είναι μια ωδή στη γυναίκα με φόντο το νησί του συγγραφέα, την Κάλυμνο, στη γυναίκα που επιλέγει τον δύσκολο δρόμο της ζωής, που δεν φλετράρει με θέσεις εξουσίας, που βασανίζει το μυαλό της για να επιβιώσει, που δεν αποδέχεται τα στερεότυπα καταργώντας κακές συνήθειες, που μπορεί να αναζητήσει το πραγματικό νόημα της φύσης της, χωρίς να παραδέρνει άσκοπα στη ζωή αλλά ακολουθώντας μονοπάτια και δρόμους βαθύτερης εσωτερικής αναζήτησης και αυτογνωσίας. Ωδή στη γυναίκα, που η ύπαρξή της είναι προσανατολισμένη για την αλλαγή του κόσμου και έχει συνείδηση του ρόλου της. Ωδή στις γυναίκες που γνωρίζουν ποιο είναι το νόημα της ζωής και κατανοούν την έννοια της συνείδησης και, ὀπως γράφει ο Χαλκίτης, μπορεί να είναι ασθενικές, καχεκτικές λόγω ηλικίας μα ρωμαλέες, πονούν μα δεν βογγούν, θρηνούν μα δεν κλαίνε, και όταν μερικές φορές το δάκρυ γίνεται οργισμένος καημός, κρύβονται να μην τις δει ανθρώπου μάτι. «Ενδεδυμένες την εσωτερική αγωνία, διαβιούσαν σεμνόπρεπα και γεωμετρημένα, πέρναγαν τα μηνύματά τους στους άλλους με τη στάση τους απέναντι στα αιφνίδια γεγονότα, στα ανυπέρβλητα εμπόδια, στη ζωή και στον θάνατο. Αυτός ήταν ο ενδόμυχος σκοπός τους, να τις μιμηθούν, πίστευαν πολύ στη μίμηση. Πλούσιοι και φτωχοί θαυμάζουν αυτά που δεν αγοράζονται ούτε χαρίζονται, όπως η γνώση, η υπερηφάνεια, η αξιοπρέπεια, η ηθική, η ανοχή και προπαντός η παντελής απουσία φθόνου».
Και ο Στέλιος Χαλκίτης, με μια συναρπαστική πλοκή ενός μεστού κειμένου, θέτει ερωτήματα για μια θεώρηση της ζωής και των μυστηρίων της, αφυπνίζοντας τον άνθρωπο που  «αναλώνεται σαν κέρμα». Παράλληλα, υμνεί τη γυναίκα-μάνα, την Καλύμνια μάνα που περιμένει το γιο της στην προβλήτα που έρχεται από τα ξένα και το πρόσωπό της φωτίζεται «και άνθισε στα χείλη της μόνο μια λέξη: Γιε μου…, αμέσως έκανε το σταυρό της, σήκωσε ψηλά τους υγρούς αχάτες των ματιών της, δόξασε τη Μεγαλόχαρη και έφερε το μαντήλι στα δάκρυα. Παλαιές, αγνές, αθώες γυναίκες! Τι θαυμάσια αίσθηση!». Υμνεί τη μάνα που δεν έχει παράπονα από τη ζωή: «Δεν νιώθω μοναξιά, έχω καλές σκέψεις να με συντροφεύουν. Έρχονται τα παιδιά μου…» Στη σελ. 126, η μάνα φυλάει ακόμη και το χαρτί από δέμα του γιου της, γιατί «Και το άψυχο χαρτί έχει το δικό του νόημα στη ζωή της μάνας. Είναι κειμήλιο θύμησης!». Ύμνος στη μάνα που έχει συναίσθηση της ευθύνης, του κόπου, του μόχθου και της ισόβιας υποχρέωσης στα παιδιά, που πολέμησε τα πάθη της, που παραμένει προσηλωμένη στα παιδιά της, στο καθήκον, παραμένει ακέραιη, όπως λέει στην απολογία της η εμβληματική μορφή της Κατερίνας απευθυνόμενη στον πρόεδρο. «Είμαι η ηθική που όλοι ονειρεύεστε για τις μάνες, τις κόρες και τις γυναίκες σας.»
Ο συγγραφέας υμνεί τη γυναίκα που αγαπά με τρόπο διαυγή, ανόθευτο και συγκρατημένο: «Όταν αγαπάς, δεν κόβεις το τριαντάφυλλο, δεν το αγγίζεις βίαια για να μην πληγώσεις ούτε καν την αυγινή δροσιά που το στολίζει». Υμνεί τη γυναίκα που δεν έχει αλωθεί, που δεν έχει σκορπίσει, που δεν έχει σπαταληθεί στην αναζήτηση του απόλυτου έρωτα
Ο Στέλιος Χαλκίτης, πιστεύοντας στη γυναίκα, την προτρέπει να κοιτάξει μέσα της βαθιά όσο βαθύτερα μπορεί για να δημιουργήσει τον δικό της μικρό κόσμο όπου θα κατοικούν οι όμορφες σχέσεις, τα καθαρά συναισθήματα, η λαχτάρα για το ηλιοβασίλεμα, η ανάγκη να απλώσεις το χέρι και να αγγίξεις όση ομορφιά μπορείς.
Να έχει πίστη στον εαυτό της, να αποκτήσει αυτογνωσία, να μην είναι δούλα και κυρίως να μπορεί να πορευτεί με όλες μαζί, κρατώντας η καθεμιά τη δική της ανεξαρτησία Πιστεύει ο συγγραφέας στη δύναμή της να εμποδίσει μια οικτρή πραγματικότητα, ότι έχει τη δυνατότητα να προκαλέσει «ρωγμή στο κακό». Πιστεύει ότι η γυναίκα μπορεί να αγωνιστεί για την ειρήνη στον κόσμο, για το δίκαιο, για την ελευθερία, γιατί έχει τη θέληση να παρακολουθεί τον εαυτό της και να διαπιστώνει, με τη συνεχή παρατήρηση και στοχασμό, την υπερβολή και να λειτουργεί με το μέτρο.
Αυτές οι γυναίκες είναι φάροι φωτός, είναι οι γυναίκες της ελπίδας και της αρετής, υπογραμμίζει ο συγγραφέας ( σελ. 141 ) και συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Είναι οι γυναίκες άλλης ποιότητας. Και χρειάζεται μεγάλη προσπάθεια γι’ αυτό το μοναδικό ταξίδι καλλιέργειας αρετών, που, όπως υπογραμμίζει ο Στέλιος Χαλκίτης, «οι αρετές δεν είναι νόσοι για να μεταδοθούν» και συγχρόνως ταξίδι διαμόρφωσης «συνείδησης έτσι ώστε να ενσωματώσουν οι εντολές της τα νοήματα των αρετών». Ακόμη και στα όνειρά τους έχουν συνείδηση και τα κατευθύνουν (σελ. 352), γιατί ξέρουν τη μέθοδο να έχουν συνείδηση, γιατί κατανοούν τον εαυτό τους, τη συμπεριφορά, τις ανάγκες τους
Για μένα, απαράφθορη είναι αυτἠ με την πνευματική συγκρότηση, είναι αυτή που στο όμορφο πρόσωπο δεν απουσιάζει η ομορφιά, είναι η υπέροχη γυναίκα που πίσω από την χαρισματική και επιμελημένη της εμφάνιση, αναγκάστηκε να κλάψει πολύ στη ζωή της. Μολονότι γενναία όσο καμιά, πάντα στη σιγή, πάντα και μόνο βυθισμένη στο καθήκον και στις σκέψεις της, δεν έγινε φόρτωμα κανενός, όπως σωστά υπογραμμίζει ο συγγραφέας.
Απαράφθορες γυναίκες-πρότυπα είναι οι ηρωίδες μου, η Βασιλική που αντιμετώπιζε θαρραλέα τον καρκίνο και μέλημά της ο πόνος που θα προκαλούσε στον μικρό Παναγιώτη, η μητέρα μου που μου μάθαινε να περπατώ με το κεφάλι ψηλά, η γιαγιά Θοδώρα που έκρυβε τα παιδιά του παπά Ζήκου για να μην τα βρουν οι Γερμανοί διακινδυνεύοντας τη δική της ζωή και των παιδιών της, η αδελφή του πατέρα μου η Άννα που οι Γερμανοί της έκαψαν το σπίτι, επειδή ο άντρας της ήταν στο αντάρτικο και μεγάλωνε μόνη της τέσσερα ορφανά στο μαγειριό. Απαράφθορη η Αναστασία που μεγαλώνει τη Δήμητρα με ειδικά προβλήματα και το πρόσωπό της είναι γεμάτο καλοσύνη. Απαράφθορη και η κάθε γυναίκα που έχει αυτοσυνείδηση σαν σύζυγος, σα μάνα, σαν αδελφή, σα φίλη, χωρίς να φείδεται θυσιών, χωρίς να δυσανασχετεί στην πάλη της να δώσει «φρονιμάδα στα παιδιά της, να ’χει η ψυχή τους αποκούμπι». Απαράφθορη είναι η γιαγιά Θεμελίνα του Χαλκίτη που νουθετεί την εγγονή της να έχει τις αξίες κορώνα στο κεφάλι και πάντα να έχει στο νου της:  «Ζούμε για έναν λόγο, για τη ζωή, και ζωή είναι οι όμορφες στιγμές αλλά και οι άσχημες». Γυναίκες ώριμης ενσυναίσθησης και βαθειάς παιδείας οι Απαράφθορες, που φαντάζονταν/νται τον καλύτερο κόσμο και αγωνίζονται για την επίτευξη, συνειδητοποιώντας την αποστολή τους στην επαναδιαμόρφωση των αξιών, αντιλήψεων, παραδόσεων. .
Σε ευχαριστούμε, Στέλιο Χαλκίτη, για το υπέροχο, συναρπαστικό και αποκαλυπτικό μυθιστόρημα που σαφώς και δεν εξαντλείται στην πρώτη ανάγνωση, αλλά διαβάζοντάς το ξανά και ξανά επισημαίνονται νοήματα πέρα από τα προφανή. «Της άρεσε να περιδιαβαίνει στις φωτογραφίες, να πηγαίνει πιο πέρα από ό,τι εικονίζουν». Αγγίζει πραγματικά την ψυχή σου με την αποκάλυψη «ξεχασμένων» αληθειών, ταρακουνώντας τα εγκεφαλικά σου κύτταρα. Σε συναρπάζει με την πλοκή, το ύφος, τις εικόνες, το πλούσιο παιχνίδισμα των λέξεων και φράσεων. Με την πολλαπλή αλληγορία του μυστικού ομίλου που έχεις επινοήσει, μπορεί ο αναγνώστης να μοιραστεί μαζί σου, με εύληπτο τρόπο, όλα όσα εσύ έχεις ανακαλύψει βγαίνοντας από «το σπήλαιο» του Πλάτωνα ή από το σπήλαιο των Επτά Παρθένων στην Κάλυμνο.
Σε ευχαριστώ για αυτό το μαγικό ταξίδι-πρόσκληση στην αναζήτηση προσέγγισης του ρόλου της γυναίκας. Χρέος και αποστολή κάθε γυναίκας να ανακαλύψει τη ζωή και τον εαυτό της και με περισσότερη γνώση, θέληση και δύναμη να συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας καλύτερης κοινωνίας, γιατί «Τριγυρνάμε μέσα σε ξεγελάσματα και νομίζουμε ότι αυτό είναι ζωή!»
Θεοδώρα Λειψιστινού
Πηγή: εφημερίδα Κοζάνη

 ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Σ’ ένα κέντρο αποκατάστασης ψυχικά νοσούντων η εξηντάχρονη ψυχίατρος Δαυίνα Δελμούζου γνωρίζει τον κατά πολύ νεότερό της τρόφιμο Ρωμανό Δοξιάδη. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια σχέση δυνατή, παράφορη, απελπισμένη, δίχως όρια. Οι διακοπές τους στο νησί της Καλύμνου πυροδότησαν μια ξεθωριασμένη και εξεζητημένη ανάμνηση που είχε η Δαυίνα, κάτι που της είχε πει η Καλυμνιά μητέρα της όταν ήταν μικρό κοριτσάκι, κάτι για κάποιες κρυφές γυναίκες της Καλύμνου. Εντάσσεται στον μυστικό όμιλο των εμβληματικών κρυφών γυναικών του νησιού όπου αρχίζει να μαθαίνει νέα πρωτόκολλα του έρωτα, της αγάπης, του θανάτου, και γενικά της ζωής. Ένα μυστικό κρύβει ο όμιλος, ένα μυστικό κρατούν επτασφράγιστο οι κρυφές γυναίκες. Οι ζωές των ηρώων περιπλέκονται και αποκαλύπτουν τα φωτεινά ύψη και τα σκοτεινά μπουντρούμια της ψυχής. Μια παιδική κούκλα περιφέρει το μυστικό… Η αποκάλυψή του συγκλονίζει…

Τίτλος: ΟΙ ΑΠΑΡΑΦΘΟΡΕΣ
Εκδόσεις: IANOS (2020)
ΙSBN: 978-618-5141-76-9
Σελίδες:360



Ο συγγραφέας
Ο Στέλιος Χαλκίτης γεννήθηκε στην Κάλυμνο όπου ζει, εργάζεται και συγγράφει. Κατά τη διάρκεια των εγκύκλιων σπουδών του, αλλά και αργότερα, σε μια προσπάθεια να βρει απαντήσεις στις υπαρξιακές του ανησυχίες, ταξίδεψε σε Ινδίες, Θιβέτ, Ιμαλάια, Άγ. Όρος κ.λπ. Επί σειρά ετών αρθρογραφούσε σε ελληνικές εφημερίδες για πολιτικά, φιλοσοφικά και κοινωνικά θέματα, υποστηρίζοντας με θέρμη τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα των γυναικών και την ισότητα εν γένει, όπως και την ανάγκη αναθεώρησης πάσης φύσεως βεβαιοτήτων. Συχνά προσκαλείται σε πνευματικά ιδρύματα, φιλοσοφικά συμπόσια ή άλλες εκδηλώσεις όπου δίνει διαλέξεις φιλοσοφικού ή ψυχολογικού χαρακτήρα που τυγχάνουν μεγάλης αποδοχής από το ευρύ κοινό και μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Κοινωνικά μυθιστορήματα με φιλοσοφικές προεκτάσεις θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει τα τέσσερα fiction βιβλία του Στέλιου Χαλκίτη – γιατί το πέμπτο είναι… αμιγώς φιλοσοφικό, και έχει διδαχθεί μάλιστα στη Φιλοσοφική Σχολή του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου.  Μάργκινους Μόριους, 2012, εκδόσεις Ζήτη, που έχει κάνει ήδη δεύτερη έκδοση στην Ελλάδα (2015) και αγγλική έκδοση στη Μεγάλη Βρετανία, Marginus Morius, Vanguard Press, 2014. Ο Λούσηρος, 2013, εκδόσεις Ζήτη, ANTE TRACTATUM Φιλοσοφικές Σημειώσεις, 2015, εκδόσεις Ρώμη και De Profundis, Αναμάρτητοι Έρωτες, 2016, εκδόσεις Πηγή. Ο συγγραφέας Στέλιος Χαλκίτης είναι μέλος της Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών.


Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

Μεγίστη πατρίδα της Αγγελικής Γιαννοπούλου


Μεγίστη πατρίδα

της Αγγελικής Γιαννοπούλου




Το καλοκαίρι πευκοβελόνες και όστρακα
ανακατεμένα με την άμμο
τα κύματα, της θάλασσας λένε τις ιστορίες
στον ίσκιο της κληματαριάς στρωμένο είναι τραπέζι
με όλα της γης τα όμορφα φερμένα
μοσχοβολάει το ζυμωτό ψωμί και στάζει το λεμόνι
σε νιόβγαλτους απ' τη θάλασσα αχινούς
υγρά ηλιοβασιλέματα να λούζονται φεγγάρια
ευχές να υψώνονται πολλές στον ουρανό
να γυρίζουνε στη γη μαζί με πεφταστέρια
αγάντα οι βαρκούλες οι δυο με τα μικρά πανιά τους
μικρά ταξίδια λάτρεψαν μικρά τα όνειρά τους
κι αγνάντεψαν καταμεσής της χώρας τα σπιτάκια
κατάλευκα με γιασεμιά και βουκαμβίλιες γύρω.

Είναι μικρή η χώρα μου μα σαν την καίει ο ήλιος
παίρνει μεγέθη μυθικά κι ο κόσμος τη θαυμάζει
κι εκείνη στρέφει ταπεινά το βλέμμα στους ανθρώπους
με ελιές κι αμπέλια και κρασί ευφραίνει την καρδιά τους
τους ψιθυρίζει μυστικά τη γη τους να φροντίζουν
να ’χουν μελτέμια στην ψυχή να γλυκοαρμενίζουν
με όλους τους καιρούς να στέκονται γενναίοι
να ’χουν καρδιά πλέρια και ψυχή και νόηση
να ξέρουν να παλεύουν
με τα θεριά που χίμηξαν να φάνε απ’ τους καρπούς της,
να κουρελιάσουν την ψυχή, να σαλέψουνε το νου της.

Παράδεισος είναι ο τόπος μου που θρέφει καλοκαίρια
από μακριά ακούγονται οι ήχοι της καμπάνας
ξεχασμένοι
στο μικρό νησί στη μέση του πελάγους.



Η Αγγελική Γιαννοπούλου γεννήθηκε στον Πύργο Ηλείας. Σπούδασε ελληνική φιλολογία, ψυχολογία και ιστορία της τέχνης. Εργάστηκε ως καθηγήτρια φιλόλογος. Άρθρα της, δοκίμια, ποιήματα και διηγήματα έχουν δημοσιευτεί σε ιστοσελίδες: Homo Universalis, Thessaloniki Art and Culture, Fractal, Με ανοιχτά βιβλία, AlfaVita. Είναι παντρεμένη και έχει τρεις γιους. Από τις εκδόσεις Αρμός κυκλοφορεί το πρώτο της βιβλίο «Λέξεις στο φως».





Όσο πιο μακριά από το σπίτι διηγήματα Γιώργος Παυλόπουλος εκδόσεις Στερέωμα η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal


Όσο πιο μακριά από το σπίτι
διηγήματα
Γιώργος Παυλόπουλος
εκδόσεις Στερέωμα
 η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal




Παράξενα ξενοδοχεία που χαμογελούν

Πόσες διαφορετικές εκδοχές έχει η πρόσληψη μιας απλής φαινομενικά φράσης, ωστόσο με έντονη συναισθηματική φόρτιση; Όσο πιο μακριά από το σπίτι. Κάποιος ανακαλύπτει την έννοια του χρέους κρυμμένη πίσω από τις λέξεις: πόσο μακριά από το σπίτι οφείλει να βρίσκεται κανείς; Κάποιος άλλος κατευθύνει την ερμηνεία του στο μέτρημα της απόστασης, στο πόσο πρέπει να απομακρύνεται κανείς από το σπίτι. Ή μήπως η ουσία βρίσκεται στο πώς αισθάνεται κανείς, πόσο μακριά χρειάζεται να νιώθεις μακριά από το σπίτι. Όλοι συμφωνούν στο μέγιστο δυνατό της απόστασης: όσο γίνεται πιο μακριά. Αυτό το ευφυές παιχνίδι των λέξεων, όπως παρουσιάζεται στην ιστορία που δανείζει τον τίτλο της σε όλη τη συλλογή, δίνει τη βασική ιδέα που διατρέχει όλα τα διηγήματα. Ίσως, μάλιστα, να μην απέχει από την πραγματικότητα η εικασία ότι ήταν αυτό το διήγημα που προκάλεσε την επινόηση των υπολοίπων. Αρχικά η διάθεση της φυγής από τα στενά πλαίσια μιας συνήθειας που καταντά βασανιστική, ακριβώς γιατί σε απομακρύνει από το απρόοπτο και το ανοίκειο – τόσο αναγκαία συνθήκη ζωής για να αναιρεθεί η ισοπεδωτική ομοιομορφία. Από την άλλη η επιθυμία να νιώσεις την προσωρινότητα, την ουδέτερη κατάσταση μακριά από τις κάψουλες νοσταλγίας, όπως  εύστοχα χαρακτηρίζονται τα σπίτια. Αυτές οι διαφορετικές εκδοχές της απόστασης από το σπίτι, όλες συγκεντρωμένες στο τίτλο του παράξενου ξενοδοχείου, παραπέμπουν κατ’ αναλογία στα υπόλοιπα ξενοδοχεία των διηγημάτων του Παυλόπουλου. Κάθε ένα και ένα μεταποιημένο συγγραφικά όνειρο, με τη μυθοπλασία να συντρέχει κάθε επιθυμία, αλλά και κάθε παραδοξότητα να μεταπλάθεται σε πραγματικότητα για τους ενοίκους. Είναι οι επιθυμίες που διαμορφώνουν την οικειοποίηση του καινοφανούς και του παράλογου εντάσσοντάς το στο πεδίο των αληθινών πραγμάτων.
Ο Γιώργος Παυλόπουλος, σε ρόλο επινοητή αρχικά, παρατηρητή και καταγραφέα κατόπιν, σκηνοθετεί τις ιστορίες του στήνοντας τα σκηνικά σε χώρους πολύ απομακρυσμένους από τη λογική πρόσληψη. Το πρώτο ξάφνιασμα έρχεται με τις ονομασίες των ξενοδοχείων, που τα καθιστούν πρωταγωνιστές υπονοώντας από μόνες τους μια ιστορία πίσω από την ιστορία, τον αρχικό πυρήνα που αντέχει μέσα στον χρόνο για να εγκιβωτίζει μέσα του τις περιστασιακές παρουσίες των πελατών. Στο επινοημένο συγγραφικά σύμπαν του Παυλόπουλου συνυπάρχουν τα πιο παράξενα υλικά κατασκευής που δομούν τα πιο απίθανα κτήρια, ταυτόχρονα επικοινωνούν μέσα από τις σελίδες οι πιο απίστευτοι θαμώνες/πελάτες των πιο παράδοξων απαιτήσεων ή των πιο απλών αναγκών – πώς βολεύεται, για παράδειγμα,  κάποιος σε ένα ξενοδοχείο-σπιρτόκουτο;
Οι ιστορίες του Παυλόπουλου, οι με τόση τέχνη και λεπτουργία υφασμένες, δεν αποσκοπούν σε κοινωνικά μηνύματα και συνειρμικές παραπομπές στην καταρράκωση των ανθρωπίνων σχέσεων, όπως με μια επιπόλαιη ανάγνωση μπορούν ίσως να ερμηνευθούν. Περισσότερο εδώ αναγνωρίζεται μια ελεύθερη ιδεολογικών δεσμεύσεων περιδιάβαση στις δυνατότητες της γραφής με πρόθεση να ξεφύγει από τα τετριμμένα μιας ξεπερασμένης ή έστω κατά κόρον δουλεμένης θεματικής, προκειμένου να διαφανεί το ευφάνταστο τοπίο της λογοτεχνίας, τόσο ακόμη αδιάβατο από τους νεότερους συγγραφείς.  Ακόμη κι αν οι ιστορίες αυτές δεν είχαν το θετικό πρόσημο μιας περίτεχνης, προσεγμένης γραφής, θα άξιζε την προσοχή μας και μόνον η θεματική τους. Εδώ, όμως, συνυπάρχει η επινοητικότητα του συγγραφέα με την πολύ ενδιαφέρουσα μορφή.
Η αίσθηση διαχρονικότητας διατρέχει τις ιστορίες. Τα ξενοδοχεία είναι διαρκώς εκεί, να περιμένουν τους πελάτες τους, τους πιστούς των μετακινήσεων και των προσωρινών διανυκτερεύσεων, ακόμη κι αν κάποια προορίζονται για μια απρόσμενη κατεδάφιση· παραμένουν στη μνήμη ή, καλύτερα, στο ενδιάμεσο της ασταθούς πραγματικότητας και του υπαρκτού ονείρου. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει τη λογοτεχνική αλήθεια, όπως αυτή ενισχύεται με το όσο το δυνατόν ισχυρότερο ψεύδος; Η ρεαλιστική αληθοφάνεια χρειάζεται το υπερβατικό, το φανταστικό στοιχείο. Γνωστή και η άποψη του Ντοστογιέφσκι: Το ψέμα σώζει το ψέμα («Ημερολόγιο ενός συγγραφέα», 1877).
 Οι εναλλαγές και οι αιφνιδιασμοί –με την πλοκή συχνά να απουσιάζει και τη γραφή να περιορίζεται μόνο μέσα στην περιγραφή ανθρώπων και πραγμάτων ή με τον αφηγηματικό ιστό να προχωράει χωρίς ίχνος περιπέτειας– δημιουργούν το ευφάνταστο ελκυστικό τοπίο για τον αναγνώστη, που θα πρέπει επιπλέον να αρκεστεί στο ελάχιστο σώμα των διηγημάτων· μικρή  φόρμα επέλεξε σ’ αυτό το βιβλίο του ο συγγραφέας. Αξίζει εδώ ένα σχόλιο, καθώς ο Παυλόπουλος ξεκίνησε με τρία μυθιστορήματα για να καταλήξει στη μικρή φόρμα, ακολουθώντας έτσι μια αντίστροφη πορεία από ό,τι συνηθίζεται. Επαληθεύει, έτσι, το γεγονός ότι η γραφή στην ουσία είναι μία, με διαφορετικές μορφές, και δεν αποτελεί η κάθε μία από αυτές πέρασμα για την άλλη. Καταφέρνει με τον τρόπο που χειρίζεται τη μικρή φόρμα να κερδίσει τον αναγνώστη μέσα τον ελάχιστο χρόνο ανάγνωσης που αναλογεί στις μικρές του ιστορίες. Στη μεγάλη αφήγηση (το μυθιστόρημα) μένουν απαρατήρητα, ή χωρίς ιδιαίτερη σημασία, μικρά συγγραφικά ατοπήματα· η μικρή φόρμα δεν συγχωρεί λάθη και αστοχίες. Δύσκολη, επομένως, η επιλογή για τον συγγραφέα που δοκιμάστηκε με επιτυχία ήδη τρεις φορές στο μυθιστόρημα με ιστορίες πλήρεις. Κι αν στο πρώτο του μυθιστόρημα «300 βαθμοί Κέλβιν το απόγευμα» (Αλεξάνδρεια 2007)* πήγε πίσω στο τέλος του 19ου αιώνα και στην άκρη του κόσμου, στην Αρκτική θάλασσα, στο δεύτερο, τον «Ατμό» (Κέδρος 2011)** ήρθε πιο κοντά στα ευρωπαϊκά πράγματα για να αναζητήσει την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο παρηκμασμένο (πολιτικά και κοινωνικά) περιβάλλον και στην εσωτερική διάβρωση των προσώπων. Στο τρίτο του βιβλίο, «Το όριο και το κύμα» (Ποταμός 2014) έδειξε τη φυσική συνέχεια των προηγούμενων γραφών του αποδεικνύοντας πως η αληθινή του έλξη ήταν προς τον μεταιχμιακό εκείνο χώρο, όπου συναντιέται η ασφυκτική κοινωνική πραγματικότητα με την ατομική βούληση, το κομβικό σημείο της συνειδητοποίησης του ασύμπτωτου ανάμεσα στον πόθο για εξήγηση και στη σιωπή του σύμπαντος. Ήταν, επομένως,  αναμενόμενη η στροφή στο διήγημα, προκειμένου να αποτυπώσει πολλαπλές όψεις αυτής της (καφκικής σε θεματική σύλληψη) επεξεργασίας της θεωρίας του παραλόγου, όπως τη συνέλαβε και την ανέλυσε ο Αλμπέρ Καμύ. Τα 36 διηγήματα έδωσαν την ευκαιρία να ερευνηθεί ο κόσμος της παράλογης συνύπαρξης από διαφορετικές οπτικές γωνίες, άλλοτε με κωμικούς και άλλοτε με πιο δραματικούς τόνους – σε κάθε περίπτωση όψεις του τραγικού. Τα ξενοδοχεία των διηγημάτων είναι ζωντανές αποδείξεις για την αυθαίρετη αλλά ευεργετική ερμηνεία του κόσμου, έξω από κοινωνικές συντεταγμένες, παραδοσιακές δεσμεύσεις, στερεοτυπικές ιδεολογικές κατασκευές. Οι άνθρωποι που διαμένουν στα ξενοδοχεία αυτά περιπαίζουν τη μία και μοναδική αλήθεια των πραγμάτων, χαμογελώντας για τη θρασύτητά τους, όπως ακριβώς και τα «άψυχα» κτήρια που τους φιλοξενούν.
Στο ξενοδοχείο με το όνομα Αν στρίψει η βίδα είναι μόνο αυτό το υποθετικό Αν που διαφοροποιεί το σκηνικό από το απόλυτο και βεβαιωμένο του Χένρυ Τζέιμς «Το στρίψιμο της βίδας». Στο ξενοδοχείο με το όνομα Το μαύρο εμβατήριο μεταμορφώνεται ο ελεγειακός τόνος του Γιόζεφ Ροτ του «Εμβατηρίου Ραντέτσκυ» σε πικρή πραγματικότητα αποσύνθεσης υλικών και ανθρώπων. Στο ξενοδοχείο με το όνομα Οι λέξεις των ποιητών κυρίαρχη η φιγούρα του θυρωρού, σαν να έχει βγει από τις σελίδες της «Δίκης» του Κάφκα, είναι εκεί για να φυλάει το κτίσμα και τους ποιητές, που γράφουν ο καθένας ένα ποίημα χωρίς ποτέ να αναφέρουν τη λέξη ξενοδοχείο, αδιαφορώντας για τον χώρο που τους περιβάλλει. Μόνον εκείνος, ο μη ποιητής, θα θεωρήσει χρέος του (μα και ποθητή ελπίδα) να γράψει κάποτε ένα ποίημα, φυσικά εκτιμώντας όπως του αξίζει το οίκημα που τον φιλοξενεί· ένα ποίημα με τη λέξη ξενοδοχείο. Στο ξενοδοχείο με το όνομα Ο ελληνικός τοίχος περνάει μέσα από τις τρεις και κάτι σελίδες του όλη η κακοδαιμονία της ελληνικής πραγματικότητας από αρχής σύστασης του ελληνικού κράτους ως την τωρινή κρίση – μάλλον ό,τι πιο σύντομο μα και πιο εύστοχο έχει γραφεί ποτέ γι’ αυτό το θέμα. Στο έξοχο διήγημα Οι γελαστές κυρίες δεν είναι τόσο η διακειμενικότητα που επιτυγχάνει ο Παυλόπουλος με τις «Εύθυμες κυράδες του Ουίνδσορ» του Όττο Νικολάι ή με τις θαλασσινές γραφές του Τζόζεφ Κόνραντ, όσο η αυθύπαρκτη οντότητα των ζωγραφισμένων γυναικείων μορφών, ικανών να αποτελέσουν θέμα μιας ιστορίας:



Οι Γελαστές κυρίες είναι ένα αναπαλαιωμένο πανδοχείο στις όχθες του ποταμού Φρόυκ, το οποίο χαρακτηρίζεται πλέον ως πανδοχείο δύο αστέρων. Πρόκειται για ένα κτίσμα χωρίς ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον και η μόνη ενδιαφέρουσα πινελιά είναι τα τέσσερα ζωγραφισμένα γυναικεία πρόσωπα στα παραθυρόφυλλα του δευτέρου ορόφου. Τα πρωινά, όταν οι ένοικοι αερίζουν τα δωμάτιά τους, τ’ ανοιχτά παραθυρόφυλλα κοιτάζουν προς τη θάλασσα. Δεν πρέπει να φανταστεί κανείς γυναίκες που χαμογελούν από τα βάθη της καρδιάς τους, πρόκειται μάλλον για ένα ανεπαίσθητο μειδίαμα. (σ.22)
[…]
Γυναίκες και παραθυρόφυλλα ατενίζουν τη θάλασσα με την οποία πάλεψε ο Τζόζεφ Κόνραντ στη νιότη του. (σ.24)

Αν ο Γιόζεφ Ροτ θέλησε να καταγράψει τις περιπλανήσεις του στην Ευρώπη των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα από χώρα σε χώρα εστιάζοντας στα διάφορα ξενοδοχεία που τον φιλοξένησαν θεωρώντας τον εαυτό του πολίτη των ξενοδοχείων (Joseph Roth, «Τα χρόνια των ξενοδοχείων», Άγρα 2019), δίνοντας ταυτόχρονα την εν εξελίξει εικόνα της Ευρώπης του μεσοπολέμου, ο Γιώργος Παυλόπουλος άφησε χωρίς ταυτότητα τον χώρο και τον χρόνο στα διηγήματά του. Έτσι, απρόσκοπτα, έξω από τοπικούς ή χρονικούς περιορισμούς, λειτουργούν οι ιστορίες του ανάμεσα στο ψεύδος και στην αλήθεια, το όνειρο και την πραγματικότητα, χαρίζοντας την αισθητική απόλαυση μιας πρωτότυπης γραφής σε θεματική επιλογή και μορφολογική επεξεργασία.

 



*Μέρος του μυθιστορήματος «300 βαθμοί Κέλβιν το απόγευμα» δημοσιεύθηκε σε αμερικάνικη λογοτεχνική επιθεώρηση.
**Το μυθιστόρημα «Ατμός» βρίσκεται στη μόνιμη συλλογή των βιβλιοθηκών Yale, Harvard, Princeton και Columbia.

Διώνη Δημητριάδου

Η θάλασσα Μιχάλης Μακρόπουλος εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress


Η θάλασσα
Μιχάλης Μακρόπουλος
εκδόσεις Κίχλη
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress




επιστροφή στη θάλασσα

Μια ιστορία που αντλεί την προμετωπίδα από το κείμενο της Αποκάλυψης (Καὶ εἶδον οὐρανὸν καινὸν καὶ γῆν καινήν· ὁ γὰρ πρῶτος οὐρανὸς καὶ ἡ πρώτη γῆ ἀπῆλθον, καὶ ἡ θάλασσα οὐκ ἔστιν ἔτι, Αποκάλυψις Ιωάννου, 21,1) προϊδεάζει για τοπίο δυστοπικό, που να αγγίζει τις παλιές προφητείες δημιουργώντας μια υπόρρητη ανησυχία για την πιθανότητα ανατροπής των ως τώρα δεδομένων. Αρκεί η λογοτεχνία να λειτουργεί ως μια εν δυνάμει πραγματικότητα, όσο αντιβαίνει η συγγραφική αρχική ιδέα ακριβώς την υπάρχουσα. Και εδώ έγκειται η αξία μιας γραφής, όπως αυτή του Μιχάλη Μακρόπουλου, που έχει δοκιμαστεί με επιτυχία στην παραποίηση της εικόνας του κόσμου που προσλαμβάνουν οι αισθήσεις μας, προκειμένου να οδηγήσει την ανάγνωση σε νέα πρόσληψη του τοπίου, επινοημένου πλέον.
Εν προκειμένω: τι συμβαίνει όταν το λιώσιμο των πάγων (υπαρκτό γεγονός με τις επαπειλούμενες συνέπειες) αποκαλύπτει έναν αρχαίο μετεωρίτη, που υπομονετικά περίμενε να σπείρει τον όλεθρο στη γη με τον κυοφορούμενο μέσα του ιό;

Είπαν πως ήταν ένας ιός, γιατί δεν ήξεραν πώς ν’ αποκαλέσουν αυτό που είχε ταξιδέψει με το μετεωρίτη ως τη Γη και ύστερα περίμενε κοιμισμένο μες στους πάγους, πότε θα έλιωναν. (σ.36)

Η γη ερημώνει, το ανθρώπινο είδος αφανίζεται. Μια μετάλλαξη σειράς γονιδίων κάνει τη φυσική επιλογή: λιγοστοί όσοι θα επιβιώσουν. Πρέπει, όμως, να δημιουργήσουν ένα νέο τόπο κατοικίας, υπόγειο, μια πλασματική, τεχνητή ατμόσφαιρα (και ζωή). Το μόνο που τους συνδέει με το φυσιολογικό «πριν» της ζωής τους είναι η μνήμη, με όσα επιλεκτικά και διηθημένα στο ζοφερό παρόν, μπορεί να διατηρήσει. Έχει, άραγε, σημασία μέσα σε όλα τα ενθυμήματα η μνήμη της θάλασσας; Το ζωογόνο στοιχείο, η υγρή πραγματικότητα, τόσο μακρινή πλέον. Αλλά και η υγρή θηλυκότητα, ικανή να τροφοδοτήσει τη ζωή και να δημιουργήσει νέα.
Καθόλου τυχαία η αφήγηση ανήκει σε ένα κορίτσι, που αποφασίζει είκοσι χρόνια μετά να επιστρέψει στο γήινο τοπίο, για να δέσει τις μνήμες της με τα απομεινάρια του παρελθόντος. Μια αναζήτηση της ενηλικίωσης, που δεν έχει συντελεστεί ακόμη. Να δει το σπίτι της ή ό,τι απέμεινε από αυτό· άδειο από ανθρώπινες παρουσίες, αφού μόνον αυτή μπόρεσε να διασωθεί από την καταστροφή που αφάνισε την οικογένειά της.  Πιο πολύ, όμως, να δει τη θάλασσα, που τη φαντάζεται όπως και τότε τη φανταζόταν· δεν την είχε δει ποτέ:

Ο πατέρας μου όλο έλεγε πως θα μας πήγαινε να τη δούμε μα ποτέ δεν τα κατάφερνε. Μ’ άρεσε πιο πολύ έτσι, που μπορούσα να τη βλέπω με το νου μου. (σ.16)

Σημαδιακό το απολίθωμα του αμμωνίτη που πήρε μαζί του το κορίτσι όταν εγκατέλειψε το σπίτι και τους δικούς της για να σωθεί στον υπόγειο νέο κόσμο. Μία σύνδεση με το θαλάσσιο τοπίο, μια υπόσχεση επιστροφής και αναζήτησης. Η ανάγκη να ενωθεί η θηλυκή της ύπαρξη με το υγρό αρχέγονο στοιχείο, θηλυκό και αυτό. Στην ιστορία του Μακρόπουλου η αρσενική παρουσία είναι ελάχιστη, και οπωσδήποτε δεν εστιάζει σ’ αυτήν η συγγραφική πρόθεση. Γυναικεία υπόθεση φαίνεται λοιπόν να είναι, ωστόσο η στροφή στο θηλυκό στοιχείο εγκιβωτίζει μέσα της την καταστροφή και την αναγέννηση, το σκοτάδι και την ελπίδα ταυτόχρονα για όλο το ανθρώπινο γένος. Σε όλη την ιστορία σπαρμένα τα σύμβολα της συγγραφικής ιδέας, προκαλούν την αναγνωστική πρόσληψη, ώστε να ενωθούν τα δύο μισά σε ένα, να προκύψει η αποκωδικοποίηση. Ο κόσμος μας, όπως τον γνωρίζουμε, καταστρέφεται οδηγούμενος σταδιακά στη φθορά, στην ανεπάρκεια των μέσων ζωής, στην αυτοκατάργησή του. Το κλειδί που θα ανοίξει την πόρτα του εγκαταλελειμμένου σπιτιού στην έρημη πόλη μπορεί να βρίσκεται πίσω από το παντζούρι, όμως, στην πραγματικότητα περιμένει (σκουριασμένο) στον βυθό της θάλασσας. Πρέπει να καταδυθείς, να το ψάξεις και να το φέρεις στην επιφάνεια. Καμία επιστροφή δεν είναι εύκολη, καμία ωρίμαση, καμία ενηλικίωση δεν χαρίζεται χωρίς τίμημα. Όσα φέρεις μαζί σου από το παρελθόν αναδύονται με τη δική τους αυτονομία από τη λήθη· δεν είναι πάντοτε τα πιο σπουδαία, είναι, όμως, αυτά που χρειάζεται η μνήμη για να λειτουργήσει ξανά. Έτσι, το κορίτσι μόνον αχνά θυμάται τη μορφή του πατέρα της, κι όμως θυμάται στιγμές (ασήμαντες;) από τη μητέρα της, όπως το αργό και προσεκτικό ξεφλούδισμα ενός φρούτου και το λέκιασμα του τραπεζομάντιλου. Ποιος εγγυάται ότι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή είναι και τα πιο εντυπωσιακά; Το νήμα της επιστροφής πλέκεται από τα πιο ταπεινά υλικά. Και τελικά, αυτό που ποτέ δεν είχε χαρεί (ούτε καν αντικρίσει), η θάλασσα, συνιστά τον πιο διακαή πόθο, που την ωθεί στο ταξίδι προς τα πίσω και προς τα πάνω.

Η ζωή είναι απλή. Κι όταν η λογοτεχνική γραφή μπορεί να καταγράψει αυτή τη σπουδαία απλότητα και να την εντάξει στο πανανθρώπινο σκηνικό που επινοεί, τότε η αξία της είναι ξεχωριστή. Ο Μακρόπουλος διακρίνεται από μια ευαισθησία απέναντι στην προβληματική συνύπαρξη του ανθρώπου με το περιβάλλον, που ο ίδιος κατακρεουργεί μη αναλογιζόμενος τις συνέπειες. Κι αν γράφει τις ιστορίες του με το βλέμμα πότε πίσω στην παράδοση και πότε στο αμφίβολο μέλλον, παρακινεί έτσι κι αλλιώς σε έναν αναλογισμό τον αναγνώστη του. Κι αν συχνά τα τοπία του θυμίζουν «επιστροφές», όπως τις ξέρουμε από τα πλάνα του Ταρκόφσκι, είναι γιατί μια κοινή θεματική επιλογή τούς διακρίνει, με τη μνήμη να καθίσταται ταυτόχρονα οδυνηρή μα και σωτήρια, με τα σκηνικά τους να αποπνέουν και τη θλίψη των απολεσθέντων αλλά και την αμυδρή ελπίδα που γεννά η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας. Η ηρωίδα της ιστορίας με τη σκόπιμη ανωνυμία της (δεν κατονομάζεται πουθενά, αν και η φίλη της, με την οποία επιχειρούν το ταξίδι της επιστροφής,  έχει όνομα) λειτουργεί η ίδια ως σύμβολο για την  κατακτημένη ζωή, για τη θαρραλέα επιλογή. Τα λόγια της Αποκάλυψης στην προμετωπίδα του βιβλίου έχουν τώρα μια δυνητική συνέχεια, εντελώς προσωπική για τον καθένα που εισχωρεί συνειδητά στο σκηνικό της ζωής: η θάλασσα μπορεί να μην υπάρχει πλέον στην προφητική αποκαλυπτική εικόνα, ωστόσο μπορεί να ανακαλυφθεί εκ νέου – με όποια μορφή θέλουμε να προσδώσουμε σ’ αυτό το μείζον σύμβολο της ιστορίας του Μακρόπουλου. Πάντοτε μια επιστροφή είναι προσωπική υπόθεση, όπως και το τι εννοείται ως επιστροφή.

Δεν αποτόλμησα να κατέβω βαθιά, αλλά από μέρα σε μέρα μπορούσα να κρατάω όλο και περισσότερο την αναπνοή  μου. Ώσπου έφτασα ένα πρωί ως τον πυθμένα, όπου ήταν το χάλασμα ενός σπιτιού […] έκλεισα γύρω από κάτι το χέρι  μου κι ανέβηκα στην επιφάνεια ξανά.[…] στη χούφτα μου κρατούσα ένα σκουριασμένο κλειδί. (σ.72-73)

Στο εξώφυλλο (Στον Άι-Γιάννη με κύμα, φωτογραφία του συγγραφέα) ένα θαλασσινό τοπίο προκλητικό στην αναταραχή του. Όσο και η ιστορία του βιβλίου.

Διώνη Δημητριάδου