Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

«Με το π της Ποίησης» Δεκατρείς Λογοτέχνες για την Τρίτη Ηλικία (εκδόσεις ΑΩ)


 «Με το π της Ποίησης»
 Δεκατρείς Λογοτέχνες για την Τρίτη Ηλικία 
(εκδόσεις ΑΩ)




Ένα βιβλίο αποτέλεσμα συλλογικής δουλειάς δεκατριών λογοτεχνών. Αυτή είναι η ομάδα Νήματα Μνήμης.  Δεκατρία λογοτεχνικά κείμενα (δώδεκα ποιήματα ενσωματωμένα σε ένα διήγημα συνομιλούν μεταξύ τους) με θέμα: «τρίτη ηλικία και χρόνος: παθήσεις, κοινωνικές επιπτώσεις».

Συμμετέχουν  οι λογοτέχνες:



Διώνη Δημητριάδου


Ξανθίππη Ζαχοπούλου


 Αγγελική Ζερβαντωνάκη


 Ματίνα Καρελιώτη


 Στάθης Κεφαλούρος


 Χαράλαμπος Μαγουλάς


 Αναστασία Μαργέτη


 Αντώνης Παπαδόπουλος


 Θεοχάρης Παπαδόπουλος


 Ηλίας Παπακωνσταντίνου


 Αντρέας Πολυκάρπου


 Φαίη Ρέμπελου


 Γιώργος Ρούσκας 



Στο εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο έργα του Κωνσταντίνου Βερούτη

Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

"Εγώ, ο Σίμος Σιμεών" του Γιάννη Ξανθούλη εκδόσεις Διόπτρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9468-simos-simeon


"Εγώ, ο Σίμος Σιμεών"

του Γιάννη Ξανθούλη

εκδόσεις Διόπτρα
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr http://diastixo.gr/kritikes/ellinikipezografia/9468-simos-simeon






η απομυθοποίηση των μύθων

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν έδωσε ο Γιάννης Ξανθούλης τα πρώτα δείγματα της γραφής του, υπήρχε μια έξαρση στην πεζογραφία· πολλοί οι νεόκοποι συγγραφείς με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ο καθένας, αλλά και με κάποια κοινά γνωρίσματα, τα οποία υπογράμμιζαν μια στάση απέναντι σε μια πολιτικά φορτισμένη πραγματικότητα. Ο Γιάννης Ξανθούλης τότε αποτελούσε μια χαμηλόφωνη, προσωπική γραφή, στην οποία αναζητούσαμε τα δικά μας βιώματα, έχοντας λίγα χρόνια πριν βγει από μια επταετία φίμωσης του λόγου. Όλα γύρω μας κραύγαζαν, άλλοτε με αληθινή φωνή και συχνότερα με κατασκευασμένα προσωπεία, επιζητώντας την προσοχή μας. Ερχόταν, λοιπόν, μια νέα γραφή, που έδινε σημασία στην καθημερινότητα των προσώπων, έδειχνε κατανόηση στις αδυναμίες, πρότεινε το χιούμορ πίσω από εικόνες και λέξεις. Και η θεματολογία του, ενδιαφέρουσα και συχνά πρωτότυπη, έκανε τη διαφορά σε μια εποχή που πολλοί έγραφαν (συχνά με καλή πένα) χωρίς όμως να έχουν προσδιορίσει επακριβώς το θέμα τους. Ωστόσο, τις περισσότερες φορές υπήρχε ένα πρόβλημα με τη δομή των γραπτών του. Ενώ ξεκινούσε με τις πιο ευοίωνες προδιαγραφές, στη συνέχεια δεν κατάφερνε να ολοκληρώσει με την ίδια ένταση το θέμα του. Όσοι επιμείναμε να τον διαβάζουμε δικαιωθήκαμε στην επιλογή μας. Τα τελευταία χρόνια έδειξε μια ενδιαφέρουσα αλλαγή στη διαχείριση των θεμάτων του («Ο θείος Τάκης», «Η δεσποινίς Πελαγία», «Η εκδίκηση της Σιλάνας», «Ο γιος του δασκάλου»). Ειδικότερα, όταν παρουσίασε το μυθιστόρημα με τον τίτλο πρόσκληση-πρόκληση «Την Κυριακή έχουμε γάμο», φάνηκε ότι είχε συμφιλιωθεί με την ανάγκη να χτίσει ολοκληρωμένες ιστορίες πάνω στα έτσι κι αλλιώς ενδιαφέροντα και πρωτότυπα θέματά του. Περιμέναμε την επόμενη πρότασή του. Και ήρθε αυτό το πρόσφατο «Εγώ, ο Σίμος Σιμεών» να επιβεβαιώσει μια αλήθεια που συχνά σκεφτόμαστε για τους συγγραφείς που ανανεώνουν συχνά την επαφή τους με το αναγνωστικό κοινό. Η γραφή που έχει εγγενή καλά χαρακτηριστικά, όσο περνούν τα χρόνια και δοκιμάζεται σε πολλά νέα έργα, τόσο ανακαλύπτει τη βαθύτερη φύση της, τόσο βρίσκει τον τρόπο να δώσει τον πιο ώριμο εαυτό της. Νομίζω πως ο Γιάννης Ξανθούλης αποτελεί ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα αυτής της πραγματικότητας.

Ο ήρωας του μυθιστορήματος, ο Σίμος, δηλώνει την παρουσία του από τον τίτλο μ’ εκείνο το απόλυτο Εγώ, που προτάσσεται του ονόματος, αλλά και από το εξώφυλλο (ζωγραφιά του συγγραφέα), που δείχνει το υπερμέγεθες κεφάλι του χαρισματικού αυτού παιδιού να προβάλλει πάνω από το χωριό (ίσως κωμόπολη κατά τους υπολογισμούς των κατοίκων), σαν να αναδύεται από τα σωθικά του αλλά να υπερίπταται ταυτοχρόνως. Αν μάλιστα σκεφθούμε πόσο χαμένος στον χάρτη (ίσως ανύπαρκτος) είναι αυτός ο τόπος, η Χαλκόπολη, μια άχρωμη κωμόπολη στην Ανατολική Μακεδονία (μεταξύ Σερρών, Δράμας και Καβάλας), τότε δίνεται μεγαλύτερη προσοχή σ’ αυτό το εξέχον κεφάλι του παιδιού. Καμιά φορά οι τόποι μάς ξαφνιάζουν με τα τέκνα που κυοφορούν στα σπλάχνα τους. Το ίδιο και οι οικογένειες. Και, φυσικά, είναι μια από τις αρετές της μεγάλης αφήγησης να ορίζει το πλαίσιο, μέσα στο οποίο ο κεντρικός ήρωας μπορεί να κινηθεί και να ξεχωρίσει, χωρίς να ισοπεδώσει τους υπόλοιπους χαρακτήρες. Ταυτόχρονα αυτοί οι δευτεραγωνιστές δίνουν την εντύπωση ότι είναι απολύτως απαραίτητοι για τη διαμόρφωση του ήρωα, που εδώ δίνει και το όνομά του στο μυθιστόρημα. Το Εγώ που προτάσσεται και το όνομα που ακολουθεί μας οδηγεί να φανταστούμε την πορεία του Σίμου Σιμεών (γραμμένο έτσι το όνομα προς διάκριση από τα ομοειδή) ανάμεσα στους συντοπίτες του (και στα πρόσωπα της οικογένειάς του) που από τη μια αδυνατούν να τον κατανοήσουν αλλά από την άλλη προσπαθούν να αλλάξουν τη ζωή του, να την κάνουν σαν τη δική τους, ισοπεδωμένη και ανούσια. Ένα με το χώμα αυτής της θλιβερής άκρης της ελληνικής επικράτειας.

Τι δουλειά είχε στη Χαλκόπολη ένα τέτοιο παιδί; Ήταν κάπως σαν να χάριζαν σε αγροτική οικογένεια της περιοχής μια καμηλοπάρδαλη. Τι θα την έκαναν; Το πολύ πολύ να την έζευαν με τα βόδια στο άροτρο…

Ο Σίμος γεννήθηκε για να ξεχωρίσει. Ο ορφανός, με τους δυο γονείς του όμως εν ζωή·  ένα εύρημα συγγραφικό από τα πιο κομβικά για την πλοκή, που μέχρι το τέλος θα αποκαλύπτει στοιχεία ανατρεπτικά για την πρόσκαιρα διαμορφωμένη άποψη του αναγνώστη. Η πλοκή, λοιπόν, σε μια από τις καλύτερες εκδοχές της, να ξεχωρίζει μέσα στα θολά νερά της  νεοελληνικής πεζογραφίας. Χαρακτήρες που εξελίσσονται και ξαφνιάζουν με τις μεταλλάξεις τους. Πρόσωπα που αγγίζουν τον Σίμο, τον συναναστρέφονται, τον επηρεάζουν (έτσι νομίζουν) και επηρεάζονται απ’ αυτόν, αναζητούν τις γνώσεις του (εντυπωσιακές για τα μόλις 11 χρόνια της ζωής του), θαυμάζουν την παραδοξότητα του χαρακτήρα του, την αυτονομία του, την αυτάρκειά του.

Γούσταρε που ένιωθε αυτόνομος, υπό τη χαλαρή προστασία ενός πατέρα-παρωδία. Αισθανόταν σαν τον Χάκλμπερι Φιν, που τον προτιμούσε από τον Τομ Σόγιερ, ίσως γιατί εκπροσωπούσε τον απόλυτα ηρωικό αλητάκο που δεν θα γινόταν ο ίδιος ποτέ. Να όμως που ήθελε να πιστεύει, και του άρεσε, ότι απόψε έπαιζε τον προκλητικό ρόλο ενός εξόριστου σε μιαν αφιλόξενη γη, όπου θα έπρεπε να μάθει να ζει…

Είναι, λοιπόν, αληθινός ο χαρακτήρας αυτός;

Από την ώρα που ο αναγνώστης θα θέσει αυτή την ερώτηση, αρχίζει στην ουσία του το παιχνίδι του συγγραφέα μαζί του. Γιατί, στην πραγματικότητα έχει τεθεί η λανθασμένη ερώτηση. Ο αναγνώστης σιγά σιγά θα το συνειδητοποιήσει αυτό. Το σωστό ερώτημα θα ήταν: όλο αυτό που εκτυλίσσεται στις σελίδες του βιβλίου είναι αληθινό; Και δεν εννοώ εδώ την αληθοφάνεια της μυθοπλασίας, που αποτελεί έτσι κι αλλιώς συνθήκη προς έρευνα στη λογοτεχνία. Εννοώ τον μύθο μέσα στον μύθο. Το κατά πόσο, δηλαδή, η ιστορία που μας αφηγείται ο συγγραφέας είναι πράγματι αυτό που φαίνεται. Το σκηνικό μέσα στο οποίο τοποθετεί τους ήρωές του είναι υπαρκτό γι’ αυτούς ή αποκύημα της φαντασίας τους; Ζουν τα πρόσωπα της ιστορίας ή κάποιος «γράφει» τη ζωή τους παίζοντας μαζί τους ως προς τον βαθμό που αυτά το συνειδητοποιούν;

Καθόταν και φανταζόταν πως η ζωή του ήταν αφήγημα, προφορικό ή γραπτό δεν είχε σημασία, κάποιου παράξενου παραμυθά. […] Όπως και να ’χε το ζήτημα, ο Σίμος προτιμούσε να είναι δημιούργημα ενός συγγραφέα, παρά του ασαφούς Θεού.

Και αυτός ο κάποιος μπορεί να είναι άλλος από τον συγγραφέα; Η Χαλκόπολη που δεν υπάρχει σε κανένα χάρτη, ο Σίμος που και γεννήθηκε και όχι (κατά μια σκηνοθεσία απίστευτη), ο πατέρας που και υπάρχει αλλά και άγνωστος είναι (κατά μια δεύτερη ευφυή εκδοχή της πλοκής), η Σάσα, μητέρα του Σίμου (ή μήπως όχι;) με τις αστρολογικές προβλέψεις (δικές της ή του Σίμου;), τέλος οι παράδοξες μορφές των λευκοφορεμένων αντρών (ασπροπουκαμισάδες) που υπάρχουν και δεν υπάρχουν, μπορούν όμως να καθοδηγούν τον Σίμο στη θέαση της μελλοντικής του ζωής. Μα, αν ο σκηνοθέτης όλων αυτών των εκδοχών ζωής είναι ο συγγραφέας, τότε ο Σίμος ποιος είναι;


Ο Ξανθούλης σε όλα του τα μυθιστορήματα γυρνά προς τα πίσω τον χρόνο. Δεν είναι τυχαία η εικόνα που μας δίνει με τον ήρωα να βλέπει τον εαυτό του σε μελλοντικό χρόνο να παρατηρεί ένα πίνακα του Έντουαρτ Χόπερ ( Ένας ζωγράφος που «κατάφερνε να ερμηνεύει την πρόζα του χρόνου»). Ψάχνει τις μνήμες του, τις μεταμφιέζει σε μυθοπλαστικές εικόνες, σε πρόσωπα/ήρωες των ιστοριών του. Αναμενόμενο, όπως είναι φυσικό, σ’ αυτή την ιστορία η συνειδητοποίηση της μεταμφίεσης να γίνεται από την ανώτερη αντίληψη που ξεχωρίζει ανάμεσα στους ήρωες. Ο Σίμος θα ξαφνιαστεί πρώτος, θα αναρωτηθεί, θα ψάξει, θα ανακαλύψει. Και στο τέλος… θα τα ξεχάσει όλα. Γιατί δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο συγγραφέας είναι ο δημιουργός και του μύθου και της όποιας αλήθειας εμπεριέχεται σ’ αυτόν. Κι αν η λογοτεχνία στη βαθύτερη εκδοχή της είναι ένα παιχνίδι (αλίμονο αν δεν είναι), τότε όλα καταλήγουν άθυρμα στα χέρια του δημιουργού, που μόνος με τις παντοδύναμες λέξεις του κατασκευάζει οικοδομήματα για να γκρεμίσει αμέσως μετά, αν νιώσει πως ικανή δόση πραγματικότητας έχει ήδη δώσει. Πόσο αντέχουν οι προσωπικές μνήμες να μυθοποιούνται;

«Κι αν όλα αυτά είναι ψεύτικα;» Του μπήκε πάλι η σφήνα της αμφιβολίας. «Κι αν όλα είναι έτσι στημένα εξαιτίας μου;» Ίσως να ζούσε σε ένα αληθοφανές σκηνικό, όπως το είχε φανταστεί κάποιος που τον βασάνιζε με μια καθημερινότητα που θα αποδεικνυόταν στο τέλος ένα απλό συγγραφικό τέχνασμα.

Και έχει επιπλέον τη δύναμη να γελάει με όλο αυτό. Στην αφιέρωση του βιβλίου νομίζω ότι τα λέει όλα:

Στις αξέχαστες παρέες, που μαζί γελάσαμε μέχρι δακρύων

Το βέβαιο είναι ότι ο αναγνώστης αυτής της παράξενης ιστορίας θα γελάσει πολύ. Ίσως το γέλιο να μην πηγάζει μόνο από το χιούμορ (διακριτό χαρακτηριστικό του ύφους του Ξανθούλη) αλλά από τη βαθύτερη έννοια του κωμικού στοιχείου, άρρηκτα δεμένου με το τραγικό υπόβαθρο της ζωής. Έχουμε εξοβελίσει την κωμωδία ως καθημερινότητα από τη σοβαρή (μάλλον σοβαροφανή) ζωή μας, ως μη αρμόζουσα στα αστικά μας ήθη. Την επιτρέπουμε, ωστόσο, στο Θέατρο, στην Τέχνη, ίσως γιατί εκεί κατά σύμβαση δεχόμαστε την κωμική όψη των πραγμάτων. Ο Γιάννης Ξανθούλης αναποδογυρίζει την εικόνα με τον Σίμο του. Κωμική (μέσα στην τραγικότητά της) είναι η ιστορία του. Μόνο που μέσα της έχει κρύψει την απομυθοποίηση του μύθου της. Δεν είναι η ιστορία κωμική· η ζωή είναι αστεία. Ή αλλιώς, όπως θα πει ο ήρωας κάποια στιγμή: Η ζωή είναι άγρια. Μπορεί να είναι και το ίδιο.  Από τη στιγμή που ο συγγραφέας παίζει με το ίδιο το υλικό της γραφής του, ανοίγει το τοπίο για μια λογοτεχνία κατ’ αρχήν (δηλαδή κατά βάσιν) ενδιαφέρουσα. Κι αν το προχωρήσουμε ακόμα πιο πέρα, το τοπίο αυτό είναι ανεξάντλητο· ο αναγνώστης μπορεί πλέον να κάνει το δικό του αναγνωστικό παιχνίδι, τα υλικά είναι μπροστά του και ο δρόμος ανοιχτός. Πιστεύω ότι ο Γιάννης Ξανθούλης προτείνει μια νέα αναγνωστική οδό, μια ανανέωση της μυθοπλασίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι το κάνει αυτό χρησιμοποιώντας τις παραδοσιακές αφηγηματικές τεχνικές, δοκιμάζοντας ως τα άκρα τους γνωστούς αφηγηματικούς τρόπους. Δεν πελαγοδρομεί σε ασάφειες και δεν επιχειρεί να εντυπωσιάσει με δυσνόητα ευρήματα. Με την απλότητα και την ειλικρίνεια του δοκιμασμένου πεζογράφου απομυθοποιεί τους μύθους του, συγγραφικούς και προσωπικούς.



Διώνη Δημητριάδου




Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Βραβεία Public 2018 (για τα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2017)

 Βραβεία Public 2018
(για τα βιβλία που κυκλοφόρησαν το 2017)
http://www.publicbookawards.gr/2018/vote2018.php?CatID=2
http://www.publicbookawards.gr/2018/vote2018.php?auto=1&CatID=6&id=1917





Στην κατηγορία "Σύγχρονη Ελληνική Ποίηση" 

"Λέξεις Απόκρημνες"


(Μικρές εκδόσεις),
δίγλωσση ποιητική συλλογή
Διώνη Δημητριάδου
(μετάφραση στα αγγλικά από τους: Robert Crist και Δέσποινα Λαλά-Crist)

Εδώ ο σύνδεσμος για την ψηφοφορία:
http://www.publicbookawards.gr/2018/vote2018.php?CatID=6
http://www.publicbookawards.gr/2018/vote2018.php?auto=1&CatID=6&id=1917




Στην κατηγορία "Ελληνικό Διήγημα"

"Ο Βιωμένος χρόνος - μικρές ιστορίες"
(εκδόσεις ΑΩ)
Διώνη Δημητριάδου




Εδώ ο σύνδεσμος για την ψηφοφορία:http://www.publicbookawards.gr/2018/vote2018.php?CatID=6
http://www.publicbookawards.gr/2018/vote2018.php?CatID=2



Παρασκευή 23 Μαρτίου 2018

O Γιώργος Ρούσκας γράφει για το βιβλίο της Διώνης Δημητριάδου «Ο Βιωμένος Χρόνος - μικρές ιστορίες» εκδόσεις ΑΩ 2017 (πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr τεύχος 41 https://www.vakxikon.gr/o-viwmenos-xronos/)


O Γιώργος Ρούσκας
γράφει για το βιβλίο
της Διώνης Δημητριάδου
«Ο Βιωμένος Χρόνος -  μικρές ιστορίες» εκδόσεις ΑΩ 2017
(πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr τεύχος 41 https://www.vakxikon.gr/o-viwmenos-xronos/)





Μικρές ιστορίες; Έτσι γράφεται στον υπότιτλο του βιβλίου. Σε έκταση; Ναι. Σε ανάστημα όμως; Μεγάλες. Όπως ένας ολόκληρος κόσμος μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα ποίημα έτσι και ο «βιωμένος χρόνος» της Διώνης Δημητριάδου συμπυκνώνει χωροχρονικά όσα έχει να πει σε λακωνικές ιστορίες, σε αφηγηματικά αριστουργήματα, σε διαμάντια διηγημάτων ή σε κελαρυστή πρόζα. Πηγή; Ίσως κομμένες σελίδες από το ημερολόγιο της ενεργής μνήμης αλλά και της δημιουργικής φαντασίας της συγγραφέως. Τολμά να τις στεγάσει σε ένα καλαίσθητο Χάρτινο Οίκο, όπου στους τοίχους των 50 δωματίων του υπάρχουν ευκρινή αποτυπώματα από αγγίγματα και μυρωδιές βιωμένου χρόνου. Για παράθυρα έχει επιλέξει προβολικούς καθρέφτες μνήμης. Όταν κοιτάζεις μέσα από αυτούς, άλλοτε βλέπεις εκείνη, άλλοτε κάποιον οικείο, άλλοτε εσένα τον ίδιο και κάποιες φορές πολλούς μαζί να μοιράζεστε έντονες συναισθηματικές καταστάσεις αλλά και τη βεβαιότητα πως έχετε πολλά κοινά, πως είστε παλιοί γνώριμοι.

Η κατασκευή αυτή δεν έγινε τυχαία τόσο στέρεη και καλοχτισμένη. Είναι αποτέλεσμα αρμονικής συνεργασίας πολλών δεξιοτήτων της Διώνης Δημητριάδου: της λογοτεχνικής, της φιλολογικής και της κριτικής, τις οποίες αξιοποίησε χρησιμοποιώντας προσεκτικά επιλεγμένα υλικά (λέξεις) με συνδετική ψυχική κονία αποτελούμενη από ευαισθησία, σαφήνεια, αμεσότητα, αλήθεια, αυτοσαρκασμό, ανθρωπιά.

Πολλές από τις ιστορίες αυτές πρωτοτυπούν και στον τρόπο προσέγγισης των θεμάτων τους, ο οποίος είναι δοκιμιακός. Όλες ανεξαίρετα δίνονται όχι με φόρμα στερεοτυπική και υπάκουη σε κανόνες, αλλά με μια γραφή ζωντανή, ελεύθερη, άμεση, βιωματική τόσο πολύ που είναι σαν να ζεις εσύ τα δρώμενα. Τηλεμεταφέρεσαι χωρίς να το καταλάβεις στη σκηνή όπου εκτυλίσσεται η κάθε ιστορία και περιφέρεσαι ανάμεσα στους ήρωες σαν παρατηρητής, σαν φίλος, σαν γνωστός, έτσι όπως γίνεται με τον Βιζυηνό και τον Παπαδιαμάντη.

Όταν αυτός που γράφει καταφέρει το δικό του «μου» να το κάνει «εμείς» και μετά «εγώ, εσύ, αυτός», τότε έχει προσθέσει αυτό το «συν» στη γραφή του και από «γραφέας» γίνεται αληθινός «συγγραφέας». Εδώ ισχύει στο ακέραιο.

Οι περιγραφές, οι ψυχικές καταστάσεις, τα σκηνικά, ο φωτισμός, γίνονται με τη μέγιστη οικονομία λέξεων. Το αποτέλεσμα ισορροπεί ανάμεσα σε πεζό και ποιητικό.

Αρκετές ιστορίες θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως πεζόμορφη ποίηση. Φτάνει να τολμήσεις να φανταστείς κάποιες φράσεις ως στίχους, όπως λ.χ. στη μικρή ιστορία «τοπία», η οποία μπορεί να διαβαστεί ως ποίημα, δηλαδή:

«Τα θαλασσινά τοπία,

σαν τα δεις έρημα,

θυμίζουν πίνακες ζωγραφικής

που ο ζωγράφος εγκατέλειψε.

Όχι γιατί

του τέλειωσαν τα χρώματα,

μα γιατί ένιωσε ξαφνικά

ότι δεν θα μπορούσε να

αποδώσει πειστικά

την πίκρα που έχουν μέσα τους».

Η πρώτη επαφή με το βιβλίο είναι θερμή. Σε κερδίζει η σχεδίασή του, ως την παραμικρή λεπτομέρεια. Ο ασκήσας την τυπογραφική επιμέλεια, ήταν «στα καλύτερά» του. Και δεν αναφέρομαι μόνο στην ιδιαίτερη γραμματοσειρά.

Ο πίνακας του 1925 του Paul Klee με τίτλο Fish Magic, που δεσπόζει στο εξώφυλλο, μίγμα εξπρεσιονισμού, ρομαντισμού και σουρεαλισμού, δεν είναι τυχαία επιλογή. Άνθρωποι, λουλούδια, ψάρια, ως και πλανήτες, κολυμπούν στη σκούρα πράσινη θάλασσα της ζωής. Στο κέντρο; Κρεμασμένο το ρολόι του χρόνου, το οποίο είναι σαν να διαφεντεύει το κορδόνι της κουρτίνας της θεατρικής σκηνής για την έναρξη, τη δράση ή τη λήξη.

Το πράσινο ιαματικό χρώμα στο μπροστινό «αυτί» του βιβλίου, φέρνει γαλήνη και απορροφά τις εντάσεις. Η αίσθηση αυτή ολοκληρώνεται όταν τελειώνοντας την ανάγνωση, αγγίξεις τη βαθιά ώχρα στο πίσω «αυτί» του βιβλίου, που σε αποθέτει πάλι στη γη μαλακά.

Τρία γενικά τα είδη του χρόνου: Ο βιωμένος χρόνος, δηλαδή ο χρόνος ουσιαστικής εμπειρίας, ο θεσμοθετημένος και ο ιστορικός χρόνος. Η μέτρησή του, αποδεικνύει και το πεπερασμένο της διάστασής του. Υπάρχει και τέταρτο; Ίσως ο φανταστικός χρόνος.

Βιωμένος χρόνος! Τι ρόλο παίζει η παθητική μετοχή παρακειμένου ως επιθετικός προσδιορισμός του καθ’ όλα ανεξέλεγκτου μέσα μας χρόνου;

Πότε ξεκινάει στον άνθρωπο; Μα με τη γέννηση, όταν αρχίζει:

«μια νέα ζωή, έτοιμος να ζήσει όλα αυτά που μόλις είχε ξεχάσει».

Το τι είναι όμως, δίνεται λίγο λίγο μέσα από τις μικρές ιστορίες. Μόνο προς το τέλος του βιβλίου δηλώνεται:

«υπάρχει ένα σημείο που αρχίζει ο χρόνος πια να νιώθεται και οι μέρες να βιώνονται. Ως παρελθόν με αντικαθρέπτισμα στο τώρα. Μα απαιτούνται αρκετές δεκαετίες για να το πεις αυτό… »

Ο ανθρώπινος χρόνος, μπορεί να γίνει βιωμένος όταν ο άνθρωπος δρα συνειδητά, όταν μπαίνει σε καταστάσεις έντονων ψυχικών διεργασιών, όταν το «είναι» του ενεργοποιείται. Όταν μετέχει πλήρως στην αλήθεια κάποιας μορφής δημιουργίας ή επικοινωνίας ή δράσης αλλά και όταν είναι σε ακινησία φαινομενική, σε σιωπή, σε μοναξιά, γιατί τότε μπορεί εξίσου να βιώνει χρόνο ταξιδεύοντας. Με τη γραφή, την ανάγνωση, την πνευματική ή τη δια των αισθήσεων δημιουργία, ακόμα και με το όνειρο. Τότε αυτός ο χρόνος, παντρεύεται τη μνήμη και γίνεται καταγεγραμμένος.

Από την άλλη, μπορεί όταν δρα να δρα μηχανικά και ο χρόνος του όχι μόνο να μην είναι αληθινός, αλλά αδιάφορος, άχρωμος, μη συνειδητοποιημένος.

Πλησιάζοντας στο πανέμορφο χάρτινο κτίσμα, βλέπω μία επιγραφή: «Χρονοβιβλιοθήκη». Πειρασμός. Ανοίγω το μεγάλο μπροστινό εξώφυλλο. Εισέρχομαι. Στον προθάλαμο βλέπω μια πορτοκαλιά να μοιράζει πορτοκάλια σε παιδιά. Πλησιάζω, μπα σε καλό μου, η Διώνη είναι, μιλάει στους μαθητές της. Τους δίνει σφαιρική γνωσιακή εμπειρία. Κρυφακούω. Τους μιλάει για το πως διαβάζεις διαρκώς ανάμεσα σε δύο στάσεις του μετρό, αν… Αν τι;

«… Αν πολύ το αγαπάς το διάβασμα, τα καταφέρνεις έτσι όπως κρατιέσαι από τη χειρολαβή, … νοιώθοντας στην πλάτη καρφωμένα τα βλέμματα των άλλων, που δεν κατανοούν ποιος σε υποχρέωσε να το υποστείς όλο αυτό».

Τους εξηγεί ότι κατά τη διάρκεια του διαβάσματος, ο χρόνος νιώθεται, ενώ επανερχόμενη αργότερα, εστιάζει στη δύναμη του «τυπωμένου πόνου», ο οποίος «στριμώχνεται και ασφυκτιά μέσα στις σελίδες, φωνάζει κι αλυχτά, ίδιο(ς) με τη φωνή του πληγωμένου ζώου».

Εσύ; Ζεις μέσα από αυτή την εμπειρία: «το πάθος το αβίωτο».

Σκέφτεσαι ότι ίσως ο βιωμένος χρόνος να είναι ο ίδιος μια χειρολαβή που κρατιέσαι, γαντζώνεσαι από αυτήν να μην πέσεις από τα ταρακουνήματα και τους κλυδωνισμούς του συρμού του συνολικού χρόνου, που σε σέρνει ανελέητα πάνω στις ράγες της ζωής σου.

Μια ανοιχτή πόρτα οδηγεί στην Αίθουσα Τέχνης. Διαβάζεις:

«Η Τέχνη εισβάλλει στη ζωή ακάλεστη και σου παίρνει τον αέρα, μόλις αντιληφθεί την ασθενή σου αντίσταση στις εκπλήξεις». Καταλαβαίνεις. Άλλη μια μορφή πραγματικού χρόνου. Η επαφή με την Τέχνη. Στον επόμενο Χώρο, της Μουσικής, το εμπεδώνεις μια για πάντα.

Περνάς στην Αίθουσα Προβολής. Βλέπεις διαδραστικά την έξοχη ιστορία με τίτλο: «η στιγμή». Αισθάνεσαι ότι πραγματικός χρόνος είναι όλες αυτές οι στιγμές που θέλεις να τις ξαναζήσεις αυτούσιες μα δεν γίνεται. Έχουν κυλήσει σαν σταγόνες, έχουν φύγει για πάντα. Η αγωνία να τις κρατήσεις, είναι ένα αλάθητο κριτήριο για το αν είναι βιωμένες.

Θυμάσαι τον Γιώργο Δουατζή (από το βιβλίο του «Μη φεύγετε κύριε Ευχέτη»): «Ο χρόνος, δεν μπορεί παρά να καταγράφεται, να αξιώνεται ύπαρξης, μόνο μέσα από γεγονότα… Μπορεί να προσμετρηθεί και με απολύτως προσωπικά κριτήρια. Μπορεί να πλησιάζεις τα σαράντα και να έχεις δικό σου μετρήσιμο χρόνο τα ογδόντα».

Τα βήματά σου σε φέρνουν σε έναν υποβλητικό χώρο με αναμμένους πυρσούς. Αίθουσα Τελετών. Ανατριχιάζεις. Η συμμετοχή σου σε τελετουργίες σε μια προσπάθεια κατανόησης της ζωής και του θανάτου (Πάσχα, Φώτα, κλπ οι χριστιανοί / Διονύσια, Ελευσίνια, κλπ οι αρχαίοι Έλληνες) σε έχει σημαδέψει. Η φωνή της Ιέρειας ακούγεται από το υπερπέραν να μιλάει για όλα τούτα με αφορμή ένα δέντρο:

«Η πασχαλιά με το πένθιμο χρώμα να είναι εκεί να σου θυμίζει την ανάγκη για ζωή, να μεθάς με το άρωμά της, αλλά την ίδια στιγμή να στολίζεις μ’ αυτήν νεκρούς και επιτάφιους. Ασύλληπτη στο μέγεθός της επινόηση του ανθρώπου μπροστά στην ανάγκη να κατανοήσει τον θάνατο όχι σαν τελείωμα αλλά σαν στάδιο, σαν σκαλί για ζωή πάλι».

Ο άνθρωπος θέλει να ζει, και μετά το σκαλί του θανάτου. Πάντα. Θέλει να υπάρχει στον χρόνο, όσο κι αν αυτός είναι επινόησή του.

Στην Ενδιάμεση Αίθουσα, κάθεσαι να ξεκουραστείς. Ανατρέχεις στο παρελθόν. Βιωμένος χρόνος είναι κι όταν αναπολείς βιωμένο χρόνο. Τότε ζεις διπλά διότι ξαναζείς -έστω και λίγο αλλαγμένα- αυτά που τότε είχες ζήσει. Τα ηχεία μεταδίδουν ραδιόφωνο. Ένα έργο της Διώνης Δημητριάδου, από το Θέατρο της Δευτέρας. Συγκρατείς:

«θυμήθηκε πάλι τη μάνα της που, χρόνια πολλά πριν σ’ αυτό το ίδιο μέρος, έβγαλε τα παπούτσια της, τα πέταξε στο νερό…»

Και λίγο μετά:

«αυτή τη διαδρομή, τη θυμόταν από μικρή, τότε που κατηφόριζαν με τον πατέρα της προς τον κεντρικό δρόμο, όπου βρίσκονταν όλα τα θαύματα».

Γίνεσαι πάλι παιδί. Έφηβος. Ταξιδεύεις. Τελειώνοντας το θεατρικό, σε σημαδεύει αυτή η τελευταία φράση που λες και γράφτηκε για σένα:

«Εκείνη κατέβηκε τις σκάλες και χύθηκε στον δρόμο με όλο το βάρος μιας λέξης που δεν ειπώθηκε».

Κλαις. Σε κυνηγάει εδώ και χρόνια μία λέξη. Μία μόνο λέξη, ειπωμένη ή ανείπωτη, έχει τη δύναμη να σημαδέψει ανεξίτηλα το χρόνο σου, άρα και τη ζωή σου. Ο τραγικός χρόνος είναι αναντίρρητα ο περισσότερο βιωμένος από όλους.

Σηκώνεσαι ν’ αλλάξεις διάθεση. Περνάς στη Σχολική Αίθουσα, δίπλα στην Αίθουσα της Εφηβείας, που τη φωτίζει επιγραφή με νέον: «ταξιδιώτισσα είναι η γνώση». Η παιδική ηλικία, οι συνήθειες των γειτόνων, των κατοίκων, οι τότε παραστάσεις, οι διαφορετικές ενέργειες της κάθε πόλης, το σχολείο, οι αίθουσες, τα θρανία, οι συμμαθητές, οι δάσκαλοι, οι κιμωλίες, ζουν κανονικότατα μέσα σου. Όπως και ο «λύκος» στο υποσυνείδητό σου.

Μπαίνοντας στον Χώρο του Αρχείου με «όλα αυτά που ευχαρίστως κάποτε θα πέταγε η μάνα μας» αισθάνεσαι πως η καταγραφή χρονικών στιγμών ή περιόδων, ενισχύεται από το δέσιμο με αγαπημένα μας αντικείμενα, ως και με τα στολίδια του χριστουγεννιάτικου δέντρου, αφού αυτά με ψυχεδελική μουσική δωματίου:

«σου θυμίζουν τα πρόσωπα που μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια θέλησαν να σου στολίσουν όχι μόνο το δέντρο αλλά και την ψυχή».

Στην Αίθουσα της Συνήθειας, επαναλαμβανόμενες μικρές οικογενειακές τελετουργίες και συνήθειες ξεπηδούν από το ενεργειακό αρχείο των ταινιών μικρού μήκους της ζωής σου. Εκεί, μαζί με άλλα συμβάντα, συρράπτονται στη μοναδική για τον καθένα ταινία απρόβλεπτου μήκους της ζωής του.

Πήρε να βραδιάζει. Στο Αναγνωστήριο, ψάχνεις να βρεις πότε χάνεται ο χρόνος. Πέφτεις στον Τάσο Λειβαδίτη:

«Έτσι συνήθως χάνουμε τα πιο ωραία χρόνια μας, από ’να τίποτα: ένα αύριο που άργησε ή ένα λυκόφως που κράτησε πολύ».

Στην Αίθουσα της Γκρίνιας, αντιλαμβάνεσαι ότι αν μονίμως λες «δεν μου φτάνει ο χρόνος», εσύ είσαι υπεύθυνος που δεν τον αξιοποιείς, εσύ που τον αφήνεις να πηγαίνει χαμένος.

Περνάς στη Θερμή Αίθουσα. Άλλη αίσθηση. Αν έχεις γνωρίσει τον Έρωτα με κεφαλαίο το έψιλον, έχεις εμπειρία του τι σημαίνει να βγαίνεις εντελώς έξω

από τον χρόνο. Εκεί, ο χρόνος ίσως να είναι υπέρ-βιωμένος.

Τι να γίνεται άραγε εκείνη; Θυμάσαι:

«… αυτή τον έρωτα τον γεύονταν σα μια στιγμή που χάνεται αφήνοντας άγγιγμα στο κορμί και πιο βαθιά το σκίρτημα μιας πάσχουσας ενθύμησης».

Ως γυναίκα, ήξερε καλύτερα: αυτή η στιγμή, θα ζούσε για πάντα μέσα της, έστω και ως «πάσχουσα ενθύμηση».

Στη Γενική Βιβλιοθήκη, χαϊδεύεις τις ράχες των βιβλίων. Παίρνεις ένα στην τύχη. Πέφτεις επάνω σε μια αριστουργηματική ιστορία με τίτλο «εμμονή με την αφή», όπου η Διώνη Δημητριάδου, τονίζει πως από τις πέντε αισθήσεις, εκείνη προσλαμβάνει τον χρόνο ως βίωμα, πρωτίστως με την αφή. Λέει:

«υπάρχει σε όσα γράφω μια εμμονή με την αφή», θεωρώντας την «νοητή προέκταση του σώματος». Το έχει πει προ μηνών στην ποιητική της συλλογή [Λέξεις απόκρημνες] στο ποίημα “Μόνη Αίσθηση”:

«Η μνήμη κατεξοχήν / είναι υπόθεση αφής».

Η συνέπεια του λογοτέχνη.

Δεν έχει άδικο. Η εγγραφή θέλει άγγιγμα. Η μικρή ιστορία ξεκινάει λέγοντας «Αν κάποτε όλα εξαφανιστούν, σκέφτομαι, μπορεί να μείνει η ανάμνηση των αγγιγμάτων». Πώς να ξεχάσεις το πρώτο χάδι του γονιού, το άγγιγμα της γιαγιάς, το ερωτικό άγγιγμα;

Επιλέγεις και άλλο βιβλίο. Στο ψυχογραφηματικό και πιθανότατα αυτοβιογραφικό διήγημα με τίτλο «κι ούτε σκαρί πετούμενο», μέσα από τις συνήθειες των παλιών, τα σημάδια των ονείρων, την αδυναμία του ανθρώπου μπροστά στη μοίρα, τη σύνδεση ανθρώπου και πράγματος, την επίδραση μιας ασθένειας ή τη συμπεριφορά υπό την επήρεια φαρμάκων, βλέπεις τον χρόνο να βιώνεται στο έπακρο.

Νύχτωσε πια για τα καλά. Ψυχανεμίζεσαι «όσους ανέχονται στην τετράγωνη ζωή τους μια κυκλική πορεία των φυσικών πραγμάτων… Χωρίς ξαφνιάσματα και απορίες. Κυρίως χωρίς να νιώθουν την ανάγκη κάποιας ερμηνείας». Αναρωτιέσαι αν είσαι ή όχι ένας από αυτούς.

Βγαίνεις έξω. Κλείνοντας την πόρτα, το σκοτάδι σου ψιθυρίζει:

«Η νύχτα όλα τα εξηγεί, όπως θέλει, και όλα τα ανατρέπει ανενδοίαστα, με το ασύγγνωστο της φύσης της. Ποιος θα την καταδικάσει όμως;».

Εσύ, μαγεμένος ακόμη, αντί για «νύχτα» ακούς «χρόνος». Επαναλαμβάνεις καθώς βηματίζεις αργά, με τα μαύρα μαλλιά της νύχτας στο πρόσωπό σου:

«Ο χρόνος όλα τα εξηγεί, όπως θέλει, και όλα τα ανατρέπει ανενδοίαστα, με το ασύγγνωστο της φύσης του. Ποιος θα τον καταδικάσει όμως;»

Γιώργος Ρούσκας

"Παιχνίδι με τον σπάγκο" Σόνια Ζαχαράτου εκδόσεις Κουκούτσι (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 41 https://www.vakxikon.gr/paixnidi-me-ton-spago/)


"Παιχνίδι με τον σπάγκο"

Σόνια Ζαχαράτου

εκδόσεις Κουκούτσι
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Vakxikon.gr, τεύχος 41 https://www.vakxikon.gr/paixnidi-me-ton-spago/)




το παλιό παιχνίδι και οι αρχετυπικοί ρόλοι

Ρόλοι βαθιά ριζωμένοι μέσα στο υποσυνείδητό μας, συντηρούμενοι από τη συνειδητή πλέον συμμόρφωση και υπακοή στους κατασκευασμένους κανόνες συμβίωσης σε οργανωμένη κοινωνία. Η αλληλεξάρτηση του συνειδητού με το ασυνείδητο, ισχυροί δεσμοί άρρηκτοι και τροφοδοτούμενοι διαρκώς από εικόνες καθημερινής ζωής. Το τέλειο οικοδόμημα που διατηρεί τη συνοχή μέσα στην πολυμορφία του δαιδαλώδους κοινωνικού σχηματισμού. Και αρωγός το παιχνίδι, σε πρώτη ερμηνεία μια απλή απασχόληση των ανώριμων ακόμη μελών, των ανίδεων για την πολυπλοκότητα των σχέσεων. Σε μια βαθύτερη ωστόσο εκδοχή, η μικρογραφία του κόσμου μας και η εξοικείωση με τις συμφωνημένες ρήτρες του. Ένα παιχνίδι με τον σπάγκο να μπερδεύεται στα δάχτυλα, να λύνεται, να δένεται, να αλλάζει σχήματα και να φτιάχνει νέες μορφές. Αναλογία περίφημη. Η πανάρχαια σοφία του παιγνίου. Η λειτουργία των ρόλων.

Η Σόνια Ζαχαράτου, σ’ αυτό το πρόσφατο έργο (αδυνατώ να το ονοματίσω προσδιορίζοντας την κατηγοριοποίησή του σε ένα μόνον είδος) επιλέγει την πιο βαθιά στερεωμένη σχέση των δύο, αυτή που από τη φύση έλκει τον αρχικό της σύνδεσμο, για να έρθουν ως αρωγοί οι κατοπινές, οι κατασκευασμένες συνδέσεις και σχέσεις. Κι έτσι όχι μόνον ανατέμνει τη σχέση μάνας – κόρης αλλά ταυτόχρονα αφήνει στον γραπτό λόγο ένα πλούσιο σχόλιο για την (αρχετυπική κι αυτή) μορφή της γυναίκας.

«Μέσα από τη νύχτα της θάλασσας,

μέσα από τη νύχτα,

μέσα από τη θάλασσα,

γυναίκες αιώνιες κάτοικοι νερών αναδύονται παλιρροϊκά,

λαμπερές, φωσφορίζουσες, ιριδίζουσες,

υδρόβια όντα που στη στεριά βρίσκουν τον εαυτό τους·

γυναίκες σημαδεμένες από αμαρτήματα όφεων

και εσπεριδοειδών,

με κληρονομιά υφάσματα τραχιά από ξασμένο μαλλί,

μύθους, μέδουσες και μαγγανείες·

γυναίκες τροφοδότες,

μπάμπουσκες παραφουσκωμένες έμβρυα,

μέλλοντας χρόνος και λαβωμένες επιστροφές,

με αίμα ζωογόνο και αλύπητους ιδρώτες από τις ωδίνες».

(Προλόγισμα γένους θηλυκού)





Η νύχτα, το υγρό σώμα – αρχή των πάντων, η αρχέγονη αμαρτία που θεμελίωσε τα θρησκευτικά συστήματα, το αίμα και η γέννηση της νέας ζωής.

Και μετά έρχονται τα παραμύθια, όλοι οι κακοί λύκοι, και ο παιδικός φόβος μεγεθύνεται.



«Ακούς, στα βήματά του, πώς τρίζει το χιόνι; Ακούς, μαμά, ακούς; Ή είμαι εγώ ο λύκος και θέλεις να σου πω αν είμαι εδώ; Ε; Πες μου, μαμά, είμαι εγώ ο λύκος;»



Παράλογος φόβος, ισχυρός δεσμός με τη μητέρα που αφηγείται.



«Δεν μπορώ να μάθω το παιχνίδι με τον σπάγκο που η μαμά μου τον στριφογυρίζει σβέλτα γύρω από τα δάχτυλα κι ανάμεσα στα δάχτυλα, κι έπειτα, με μια κίνηση, χραπ! τον ελευθερώνει».



Κι όμως πρέπει να το μάθει αυτό το καταραμένο δύσκολο μπλέξιμο με τα δάχτυλα. Έτσι τα «πρέπει» βρίσκουν την ασφαλή δίοδο για το υποσυνείδητο, θρονιάζονται εκεί και καλλιεργούν το άλλοθι ότι από πάντα βρίσκονταν ως εγγενή χαρακτηριστικά του τάλανος ανθρώπου. Κατόπιν, πότε σαν παιχνίδι και πότε σαν αγγαρεία έρχεται και η εκμάθηση της γλώσσας, με όλα τα καθορισμένα αρχετυπικά δικά της. Με έμφαση, για παράδειγμα, στη «φυσική» σειρά των άρθρων – πάντα να προηγείται το αρσενικό. Με τη μετοχή πάντα παθητική και πονεμένη, σημαδιακή για τη ζωή του θηλυκού γένους.



«Προδομένη: παθητική μετοχή του ρήματος προδίδω.

Το έμαθα στο σχολείο. Και με την ίδια κατάληξη ξέρω τις λέξεις:

καλομαθημένη, ευτυχισμένη, παγωμένη,

παραδομένη, ξεγελασμένη,

πικραμένη, φοβισμένη, τρομαγμένη».



Η σύνδεση με το σώμα της μητέρας, κι έπειτα  ένα δέσιμο ζωής σαν μια εικόνα που επαναλαμβάνεται, ώσπου να πάρεις τη μορφή της εσύ και να γίνεις ό,τι κι αυτή. Ένας καθρέφτης που ολοένα και περισσότερο δείχνει εκείνην, όταν κοιτάζεις τον εαυτό σου μέσα του· κι ας λένε πως μοιάζεις στον πατέρα. Τη δική της τη μορφή αντιγράφει το μέσα σώμα σου. Και οι καθρέφτες δεν λαθεύουν. Ακόμα κι όταν εκείνη φύγει, μέσα σου την κουβαλάς όχι σαν φορτίο πρόσθετο αλλά σαν κομμάτι του δικού σου σώματος. Πεθαίνει αλλά ζει μέσα από εσένα. Κι  έρχεται στα όνειρα, γιατί κι αυτά μια μορφή ζωής είναι.



Φοβάμαι, μαμά. Κι εσένα, φοβάμαι.

Επειδή πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά.

Γι’ αυτό.

Γιατί πεθαίνουν και οι μαμάδες, μαμά;

Γιατί;

Και τις φοβούνται τις μαμάδες, μαμά, όταν έχουν πεθάνει;

Και τις φοβούνταν κι όταν ήταν ζωντανές;

Φοβούνται πάντα χωρίς τις μαμάδες;

Φοβούνται και με τις μαμάδες;

Πάντα;

Χωρίς;

Με;



Ο κυρίαρχος φόβος της καταλυτικής ομοιότητας. Ο φόβος της συμπερίληψης στην κοινή μοίρα. Αυτός δεν φεύγει ποτέ· κάθε μέρα επαληθεύεται και συνεχίζει. Δεν παύει μέχρι να αντιληφθείς ότι ο ρόλος του Προμηθέα είναι φτιαγμένος για γυναίκες, κι ας τον έχουν οικειοποιηθεί άντρες. Αυτό το πανάρχαιο σύμβολο του αδίκως πάσχοντος όντος, με το μαρτύριο να μην έχει ποτέ τέλος, εκτός κι αν παραδοθεί στον ισχυρότερο. Εκτός κι αν παραδεχθεί το σφάλμα του.



«Καθόλου δεν αναλογίστηκε ότι ανήκω σε γενεά κατιούσα γενεών

 γυναικών που πάντα ανελάμβαναν τον ρόλο του Προμηθέα».



Με όλους τους τρόπους που είχε πρόσφορους η Σόνια Ζαχαράτου έφτιαξε αυτό το συνθετικό έργο, που αν θες το διαβάζεις με τον ρυθμό του ποιήματος, αλλά αν θες διαβάζεις τον πεζό του λόγο, ή πάλι το βλέπεις σαν δρώμενο επί σκηνής και την ποιήτρια στον ρόλο του σκηνοθέτη. Το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου, ο θεατρικός διάλογος («Η μάνα σου») των δύο προσώπων με την εμβόλιμη παρουσία της μητέρας να διεκδικεί τη θέση της ανάμεσά τους, δίνει στο έργο μια άλλη ακόμα πιο ενδιαφέρουσα διάσταση, με τη συμμετοχή του αρσενικού που αποφασίζει ποια μορφή θα πάρει η θηλυκή του σύντροφος. Δεν έχει, φυσικά, καμία απολύτως σημασία η όποια κατάταξή του έργου στα λογοτεχνικά είδη. Με όποιον τρόπο κι αν διαβαστεί ξεχειλίζει η μία και μοναδική του αλήθεια. Γήινη, χωμάτινη η γυναικεία φύση, πλάθεται σαν πηλός, καταργείται ή αυτοκαταργείται η αρχική της μορφή σε κάθε υγρή πρόσμειξη και παίρνει την κατάλληλη κάθε φορά όψη που οι άλλοι χρειάζονται ή απαιτούν. Μια διαρκής παρουσία, ακόμα και εν απουσία, ένα αναπόσπαστο κομμάτι από τη θηλυκή σάρκα. Αλλά και η διαιώνιση των εγγενών χαρακτηριστικών από τη μάνα στην κόρη αναπόδραστα. Η παντοδύναμη θηλυκή φύση στην αδυναμία της να αποκοπεί από όσα την καθορίζουν.



Επανέρχεται το παιχνίδι με τον σπάγκο στο μυαλό, και εντελώς συνειρμικά πλέον δίνεις μια ερμηνεία πιο σύνθετη και πιο δύσκολη στην αποδοχή της, όπως άλλωστε όλα τα βαριά φορτία που αποχωρίζεσαι με συντριβή. Ο ομφάλιος λώρος διεκδικεί το μερίδιό του στο παιχνίδι αυτό. Να δεθεί, να μπερδευτεί, να αποκοπεί επιτέλους. Αν το μπορέσει. Αλλά κι αν γίνεται.



Διώνη Δημητριάδου








Τετάρτη 21 Μαρτίου 2018

Τάσος Λειβαδίτης Ο ποιητής, το έργο, η ζωή του επιμέλεια: Γιώργος Δουατζής εκδόσεις Στίξις (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/tasos-leivaditis-douatzis/


Τάσος Λειβαδίτης

Ο ποιητής, το έργο, η ζωή του

επιμέλεια: Γιώργος Δουατζής

εκδόσεις Στίξις

 (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/tasos-leivaditis-douatzis/




ο ποιητής και ο άνθρωπος Τάσος Λειβαδίτης




«Το να είσαι ποιητής στα χρόνια του Λειβαδίτη δεν ήταν μόνο ζήτημα ταλέντου αλλά και ψυχικής αντοχής»

(Δημήτρης Ραυτόπουλος)

Διάλεξα την παραπάνω θέση του Δημήτρη Ραυτόπουλου για τον Τάσο Λειβαδίτη, επειδή νομίζω περισσότερο από κάθε τι άλλο που γράφτηκε γι’ αυτόν τον μέγιστο ποιητή δίνει το ακριβές στίγμα της παρουσίας του. Γιατί δεν είναι μόνο το ταλέντο της γραφής που αναδεικνύει το μέγεθος της ποιητικής φωνής. Περισσότερο ακόμη είναι η ψυχική δύναμη που ετοιμάζει τον ποιητή να μπορεί να μιλά όταν πρέπει, χωρίς να υπολογίσει το τίμημα που θα πληρώσει, χωρίς να νοιαστεί για τους ολιγόψυχους που θα τον καταδικάσουν -ξένους και δικούς-  δίχως να αδειάσει από μέσα του ούτε στο ελάχιστο το σθένος της φωνής του, αν η ώρα και η στιγμή τον καλεί σε εγρήγορση. Και είναι αλήθεια ότι ο Λειβαδίτης βρέθηκε σε δύσκολες εποχές, αναμετρήθηκε μαζί τους και ξεχώρισε.

Κι έρχονται τώρα οι εκδόσεις Στίξις να συγκεντρώσουν γνώμες και  μνήμες, κείμενα προσωπικά (τα περισσότερα) παρά κριτικά, που αναδεικνύουν το πρόσωπο του ποιητή και του ανθρώπου, στην επέτειο των τριάντα χρόνων από τον θάνατό του. Πίσω από τη σύναξη των εκλεκτών προσώπων που μιλούν για τον ποιητή διακριτή η φροντίδα -η αγάπη κυρίως- του Γιώργου Δουατζή για τον δάσκαλο και φίλο του. Μάζεψε τα λόγια και την αγάπη τους για τον ποιητή σε μικρά ή εκτενέστερα κείμενα, κάποια από παλαιότερη έκδοση, κάποια πρόσφατα. Διαβάζουμε τα ονόματα: Χρίστος Αλεξίου, Νικηφόρος Βρεττάκος, Κώστας Γεωργουσόπουλος, Γιώργος Δουατζής, Μίκης Θεοδωράκης, Σόνια Ιλίνσκαγια, Σπύρος Κατσίμης, Κώστας Κουλουφάκος, Κώστας Κρεμμύδας, Γιώργος Μαρκόπουλος, Απόστολος Μπενάτσης, Γιώργος Παπαλεονάρδος, Τίτος Πατρίκιος, Μανόλης Πρατικάκης, Γιάννης Ρίτσος, Σταύρος Στρατηγάκης, Έλλη Φιλοκύπρου (τα σύντομα βιογραφικά τους υπάρχουν στο τέλος αυτής της προσεγμένης έκδοσης).



Διαβάζοντας τα κείμενα του βιβλίου σχηματίζεται η μορφή του Λειβαδίτη απολύτως συμπληρωματική της εικόνας που έχουμε γι’ αυτόν μέσα από τα ποιήματά του. Προσωπικές στιγμές, λόγια του αποθησαυρισμένα στη μνήμη των φίλων του, το πώς και το γιατί πίσω από το έργο του. Πολλά από αυτά είναι βιωματικά, ικανά έτσι να δώσουν το αίσθημα της μέθεξης με τη σκέψη ενός ποιητή από τους λίγους που μπόρεσαν να αγγίξουν την ψυχή του αναγνώστη. Κι αυτό γιατί γνώριζε το πώς ένα μήνυμα γίνεται στίχος λιτός και πλήρης, το πώς φθάνει να γίνει γνώριμος λόγος στη συλλογική μνήμη της μιας γενιάς μετά την άλλη. Κι ας ένιωθε ο ίδιος μια πίκρα μέσα στην εύλογη   απορία του, όπως μας μεταφέρει ο Σπύρος Κατσίμης στη δική του θύμηση από τον ποιητή:

«Έχω εντυπωσιαστεί» μου είπε σιγά και με ανάμεικτα αισθήματα, «εδώ πέρα όλοι με γνωρίζουν. Γιατροί, νοσοκόμοι, περαστικοί, με πλησιάζουν για να μου σφίξουν το χέρι, να μου ευχηθούν και να με συγχαρούν θερμά για τα τραγούδια μου. Είναι καταπληκτικά, μου λένε, υπονοώντας φυσικά τα ποιήματα που μου μελοποίησε θαυμάσια ο Θεοδωράκης». Και πρόσθεσε με θλίψη, δυναμώνοντας τη φωνή του: «… Αλλά, για πες μου, από το έργο μιας ολόκληρης ζωής, αυτά μόνο γνωρίζουν;»

Πολλά θα μπορούσα να ξεχωρίσω από τα κείμενα του βιβλίου. Θα μείνω όμως σε κάτι από την κατάθεση του Κώστα Κρεμμύδα. Πιο πολύ γιατί τολμά να πει μια αλήθεια και να βάλει κάποια πράγματα στη θέση τους.

Εκτοπίζοντας πλέον σαφώς τον υπερβολικά αναλυτικό Γιάννη Ρίτσο, ακόμη και τον κοσμοπολίτη Σεφέρη, ο Λειβαδίτης μαζί με τους Καβάφη και Καρυωτάκη φαίνεται να κερδίζουν στη χώρα μας και τη μάχη του 21ου αιώνα.

Ίσως κάποιοι να θεωρήσουν ακραία τη θέση αυτή ή ακόμη και αιρετική για τη συμπόρευση του Τάσου Λειβαδίτη με τον Καβάφη (αφήνω την περίπτωση του Καρυωτάκη καθόσον συνηθισμένοι οι αποκλεισμοί του κατά καιρούς) και τη συνακόλουθη εκτόπιση των άλλων μεγάλων. Ωστόσο, όσοι νομίζουν ότι ο Λειβαδίτης ήταν μόνο ο… στιχουργός των τραγουδιών του Μίκη, ας ψάξουν περισσότερο τα ποιητικά κιτάπια για να βρουν τον θησαυρό των ποιημάτων του. Κι ας αποτελέσει το βιβλίο αυτό μια αφορμή για να ανακαλύψουν, έστω καθυστερημένα, έναν από τους μέγιστους ποιητές μας. Για την ευαισθησία της σκέψης του, για την αυθεντική επαναστατική του ψυχή, που ουδέποτε χρειάστηκε ηχηρά συνθήματα και (πολύ περισσότερο) κομματικές επιβεβαιώσεις. Ένας χαμηλόφωνος ποιητής / εργάτης του λόγου, που βίωσε την ήττα μιας γενιάς αλλά είχε την ενάργεια της σκέψης να τοποθετήσει σωστά την έννοια του ηττημένου μέσα του και να δει τη λειτουργία της Τέχνης (μαζί και της επανάστασης) στη σωστή της βάση:

Από μαχητές είχαμε μετατραπεί σε πιστούς. Και τότε φυσικά ένιωσε ο καθένας την προσωπική ήττα μέσα του. […] κι η τέχνη απ’ τις ουσιαστικές λειτουργίες της ανθρώπινης συνείδησης, καταγωγική αιτία και αποστολή της έχει να μας μεταμορφώσει, με την πλατύτερη σημασία της λέξης: να μας ευαισθητοποιήσει […] Τ’ απώτερα  αποτελέσματα της λειτουργίας της αληθινής τέχνης είναι, κατά τη γνώμη μου, το ίδιο πάντοτε επαναστατικά».

(απόσπασμα από άρθρο του Λειβαδίτη, αποθησαυρισμένο και αυτό σε ένα από τα κείμενα του βιβλίου)

Να επισημάνω ακόμη το πολύ συγκινητικό κείμενο του Μανόλη Πρατικάκη, το αναφερόμενο στις τελευταίες ώρες του Λειβαδίτη στο νοσοκομείο και τις ατελέσφορες προσπάθειες να τον σώσουν. Έμεινα πιο πολύ στα πιο προσωπικά κείμενα ξεχωρίζοντάς τα από τα υπόλοιπα πολύ ενδιαφέροντα που αφορούν την παρουσία του ποιητή στα γράμματα (η τεκμηριωμένη άποψη της Ιλίνσκαγια για παράδειγμα) ή την πολιτική παρουσία του (η αναλυτική κατάθεση του Απόστολου Μπενάτση). Ίσως γιατί αυτό που περισσότερο λείπει για να συμπληρωθεί ψηφίδα την ψηφίδα η εικόνα του ποιητή δεν είναι ακόμη μια κρίση για το έργο του αλλά κάποιες προσωπικές μαρτυρίες για το ποιος αληθινά ήταν αυτός. Στην υπόθεση, λοιπόν, αυτή συνεισφέρει τα μέγιστα η παρούσα έκδοση.

Κλείνοντας θέλω να κάνω μια ιδιαίτερη μνεία σε δύο ποιητικές καταθέσεις (άλλωστε ο ποιητής ως συνολική έννοια είναι το θέμα του βιβλίου). Η πρώτη προέρχεται από τον επιμελητή της έκδοσης (κατ’ ουσίαν τον εμπνευστή και δημιουργό της), τον Γιώργο Δουατζή:


[…]

Έτσι κύλησαν οι αιώνες

και νάμαστε πάλι οι δυο μαζί

να μετράμε μέρες και ποιήματα

να ζωντανεύουμε λευκά χαρτιά

για νάχουν αγάπη οι άνθρωποι

και να ζεσταίνονται τις νύχτες του χειμώνα

[…]



Η ουσία της σκέψης του Λειβαδίτη, η αντιμετώπιση της ποίησης, η Ποιητική του θα λέγαμε, μέσα από τα λόγια ενός συνοδοιπόρου και συνεχιστή στην ίδια ποιητική πορεία.



Η δεύτερη ποιητική κατάθεση από τον Γιάννη Ρίτσο, που καταγράφει την απορία του, εύλογη και εύστοχη για όποιον αγάπησε τον ποιητή:

[…]

Όμως την πίκρα τη δική μας ποιος θα τη λογαριάσει

έτσι που μείναμε έρημοι μπροστά στην πιο κλεισμένη

πόρτα;





Διώνη Δημητριάδου