Τετάρτη 24 Φεβρουαρίου 2016

"Οι ‘σολομοί’"



Η ανάγνωση:

κάτι από τη σκέψη του Γιώργου Ιωάννου («Η πρωτεύουσα των προσφύγων»)

«…
Οι πνευματικοί δημιουργοί είναι τόσο ευαίσθητοι όσο και ο σολομός, το πιο ευαίσθητο ψάρι. Όταν αποκαθαρθούν τα νερά, κάποια μέρα εμφανίζεται, και είναι πολύ πιο σημαίνουσα και από των χελιδονιών η εμφάνισή του. Θέλω να πω με το παράδειγμα, ότι αν υπάρχει πρόβλημα και δυνατότητα για δημιουργία καλύτερων συνθηκών, αυτό είναι κάτι που εξαρτάται από τους άλλους και όχι από τους πνευματικούς σολομούς…»

Και το σχόλιο:

Φυσικά η παρομοίωση είναι απολύτως ανάλογη της δημιουργικής φαντασίας του γράφοντος, και ως τέτοια δεν απαιτεί ιδιαίτερη μνεία, καθόσον θα ακουστούν κοινότοπα λόγια περί της εκλεκτής γραφής του.
Επί της ουσίας, ωστόσο, θα ήταν άξιο παρατήρησης το ύφος αυτών των ‘πνευματικών σολομών’ καθώς ακολουθώντας ενστικτωδώς την πορεία επιστροφής -όπως πάντα ενάντια στο ρεύμα- θα βρεθούν αντιμέτωποι με το ανοιχτό και πεινασμένο στόμα της αρκούδας.



«Στοιχειωμένη ζωή – η χαμένη νουβέλα» του Jack Kerouac σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη από τις εκδόσεις Πλέθρον (η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

Μια 'ανάγνωση' στο βιβλίο

«Στοιχειωμένη ζωή – η χαμένη νουβέλα»

του Jack Kerouac

σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη
από τις εκδόσεις Πλέθρον

(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stoixeiomeni-zoi-jack-kerouac/)



Ήταν το 1943 όταν μέσα από μια ιστορική συνάντηση των Allen Ginsberg, Jack Kerouac και William Burroughs (στη φοιτητική εστία του πανεπιστημίου Κολόμπια) γεννήθηκε αυτό που αποκαλούμε κίνημα των beatniks. Αυθεντικό γέννημα μιας γενιάς αμφισβήτησης που μέσα από πειραματισμούς και αναζητήσεις επηρέασε τα λογοτεχνικά πράγματα (αλλά και αργότερα τη μουσική σκηνή) και έδειξε μια άλλη εικόνα της αμερικάνικης κουλτούρας. Όπως πολλά ανάλογα κινήματα ξεκίνησε από μια λογοτεχνική παρέα για να αγκαλιάσει με τα χρόνια ό,τι πιο ζωντανό είχε να δώσει η γενιά αυτή, και να αντιπαρατεθεί με τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής αλλά και τα απατηλά χρώματα του καταναλωτισμού που προωθούσε η εικόνα του αμερικανικού ονείρου.
Ο Jack Kerouac, στον οποίο οφείλει και το όνομά του το κίνημα αυτό, θεωρούσε ότι με όπλο την τέχνη και την πνευματικότητα οι beatniks αναδεικνύουν «τη μυστική αγιότητα των κατατρεγμένων». Με το μυθιστόρημά του «Στο δρόμο» (On the road), το 1951, παρουσίασε και το προφίλ της γενιάς αυτής

«Οι μόνοι άνθρωποι που υπάρχουν για μένα είναι οι τρελοί, αυτοί που τρελαίνονται να ζήσουν, τρελαίνονται να μιλήσουν, τρελαίνονται να σωθούν, που ποθούν τα πάντα ταυτόχρονα, αυτοί που ποτέ δεν χασμουριούνται ή δεν λένε έστω και μία κοινοτοπία, αλλά που καίγονται σαν τα μυθικά κίτρινα ρωμαϊκά κεριά, που σκάνε σαν πυροτεχνήματα ανάμεσα στα αστέρια κι από μέσα τους ξεπηδά το μπλε φως της καρδιάς τους, κι όσοι τους βλέπουν κάνουν: Αααα!!!με θαυμασμό»

για να έρθει λίγο μετά το «Ουρλιαχτό» (Howl) του Allen Ginsberg και το «Γυμνό γεύμα» (Naked lunch) του William Burroughs και να ολοκληρώσει την πρόταση αυτού του κινήματος προς κάθε ανήσυχο και επαναστατημένο πνεύμα.

Τα κείμενα της λεγόμενης beat generation διαβάστηκαν έκτοτε πολύ, διαμόρφωσαν ένα ύφος και έναν τρόπο γραφής αλλά και μια προτίμηση στην επιλογή θεμάτων σε πολλούς που τους ακολούθησαν. Πάντοτε σε τέτοιες περιπτώσεις ενδιαφέρει να δει κανείς τα πρώιμα σχεδιάσματα του λόγου των εμπνευστών του λογοτεχνικού κινήματος, από τα οποία προφανώς ξεκινά το δούλεμα της σκέψης και φθάνει κάποτε στα μεταγενέστερα πιο ώριμα και πιο κατασταλαγμένα γραπτά, συχνά χαρακτηριζόμενα και αριστουργήματα. Για ένα τέτοιο πρόκειται κι εδώ. Η «Στοιχειωμένη ζωή» του Jack Kerouac, γνωστή και ως «η χαμένη νουβέλα» βρήκε τον δρόμο για την έκδοση μετά από 72 χρόνια, μυστηριωδώς εξαφανισμένη. Ο ίδιος ο συγγραφέας της νόμιζε ότι είχε ξεχάσει σε ταξί το μοναδικό του χειρόγραφο, η αλήθεια όμως είναι ότι το είχε αφήσει στο δωμάτιο του Ginsberg, στη φοιτητική εστία. Το χειρόγραφο εμφανίστηκε ξαφνικά σε μια δημοπρασία του  Sothebys, το 2002. Το 2014 εκδόθηκε για πρώτη φορά, Jack Kerouac, The haunted life, Viking Penguin Books.  Στην ελληνική γλώσσα ευτύχησε πριν λίγους μήνες να εκδοθεί από τις εκδόσεις Πλέθρον, σε μετάφραση του Μιχάλη Λαλιώτη, και με προσθήκη σχεδιασμάτων, σημειώσεων και σκέψεων του συγγραφέα που φωτίζουν εκείνη την ιδιαίτερη λογοτεχνική φωνή που έγραφε με ωριμότητα που μας ξαφνιάζει σε ηλικία μόλις 22 χρόνων.

Το σκηνικό της νουβέλας είναι η ήρεμη κωμόπολη Γκάλογουεϊ στη Νέα Αγγλία, φανταστικό μέρος που όμως παραπέμπει στη γενέτειρα του Kerouac Λόουελ της Μασαχουσέτης. Ομοίως κάποια από τα πρόσωπα έχουν ως πρότυπο υπαρκτά πρόσωπα της ζωής του, όπως ο πατέρας Τζο Μάρτιν παραπέμπει στον πατέρα του Λίο ή οι δύο φίλοι του ήρωα Πίτερ Μάρτιν που αντιγράφουν δύο αληθινούς φίλους του συγγραφέα, ήδη σκοτωμένους στον πόλεμο, όταν γράφτηκε η νουβέλα. Δεν μας ξαφνιάζει φυσικά η αντιστοιχία χαρακτήρων με τα υπαρκτά πρόσωπα, καθόσον είθισται στα πρώιμα γραπτά του ένας  συγγραφέας (πόσω μάλλον κάποιος τόσο νέος) να μεταφέρει την αληθινή ζωή στο χαρτί και να προσαρμόζει σ’ αυτήν τη φαντασία του.
Η ζωή σε μια συνηθισμένη κωμόπολη με τη ρουτίνα της και τα μη εναλλασσόμενα πρόσωπα δεν μπορεί, όπως είναι αναμενόμενο, να επιφυλάσσει ιδιαίτερες εκπλήξεις για τους κατοίκους της και οπωσδήποτε δεν μπορεί να συνιστά κάποιο οραματικό πλαίσιο για τα νεότερα μέλη της, παιδιά που λίγο πριν έχουν  τελειώσει το σχολείο και βρίσκονται στην αρχή της ενήλικης ζωής τους. Θα δούμε, έτσι, τον Πίτερ Μάρτιν να ετοιμάζεται για το δεύτερο χρόνο του στο πανεπιστήμιο της Βοστόνης να περνά το αδιάφορο καλοκαίρι του στην ανιαρή κωμόπολη παρέα με τους δύο φίλους του, τον Γκάραμπεντ, αριστερό, ιδεαλιστή ποιητή, και τον Ντικ, που περισσότερο τον ελκύει η περιπέτεια από τη στατική και αδιέξοδη ζωή στον μικρόκοσμο του Γκάλογουεϊ. Αυτός είναι που θα προτείνει στον Πίτερ

«να πετάξει το κολέγιο απ’ το παράθυρο και να καταταγεί στο στρατό»

και θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει για πρώτη φορά πόσο απλή ήταν η ζωή του ως τότε

«με την κυριολεκτική έννοια, η ζωή του τα τελευταία χρόνια ήταν τόσο στοχευμένη και ταπεινή όσο και ενός τραπεζοϋπαλλήλου που δουλεύει χρόνο με το χρόνο περιμένοντας περιοδικά την προαγωγή του. Ο υπάλληλος περιμένει να προαχθεί σε βαθμό ταμία· ο Πίτερ περίμενε να κερδίσει το κύρος του δευτεροετούς και να διασφαλίσει τη θέση του στην ομάδα του πανεπιστημίου. Ποια η διαφορά; Ήταν η ίδια αργόσυρτη, άχαρη συλλογιστική».

Ο Πίτερ προβληματίζεται ακούγοντας γύρω του τρεις διαφορετικές φωνές, του πατέρα του και των δύο φίλων του, οι οποίοι εκπροσωπούν

«τρεις διαφορετικούς τρόπους προσαρμογής στην αμερικάνικη ζωή κατά τη διάρκεια της κρίσιμης ιστορικής περιόδου από τη Μεγάλη Ύφεση μέχρι το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου. Ριζωμένες στη δεκαετία του 1930, οι τρεις αυτές φωνές ή οπτικές πηγάζουν από μία από τις πιο τραχιές περιόδους της αμερικάνικης ιστορίας και μιλάνε καθαρά για μια εποχή κατά την οποία το έθνος έφτασε πολύ κοντά στην επαναστατική ρήξη»,

όπως επισημαίνει ο επιμελητής του χειρογράφου Todd F. Tietchen, καθηγητής στο πανεπιστήμιο της Μασαχουσέτης, στην κατατοπιστική εισαγωγή που (και στην ελληνική έκδοση) προτάσσεται της νουβέλας.

Τον βλέπουμε να αντιδρά απέναντι στον πατέρα του

« “Η Αμερική δεν είναι η ίδια πια· δεν είναι καν Αμερική”. Ο κ. Μάρτιν τράβηξε μια ρουφηξιά από το πούρο του κουνώντας το κεφάλι οργισμένα και τελεσίδικα. “Βόθρος έχει γίνει για τις πιο παρακατιανές ράτσες απ’ την άλλη μεριά. Η Αμερική δεν είναι πια Αμερική. Άμα είσαι λευκός δεν μπορείς πια να βγεις στο δρόμο, να πας σ’ ένα εστιατόριο, ή να κάνεις τις δουλειές σου, τίποτα δεν μπορείς να κάνεις δηλαδή, χωρίς αν είσαι αναγκασμένος να έχεις γύρω σου αυτούς τους βρωμιάρηδες απ’ την άλλη μεριά”.
Ο Πίτερ άπλωσε το χέρι του στο κουμπί του ραδιοφώνου για να δυναμώσει ένα δίσκο του Μπένι Γκούντμαν που είχε μόλις ξεκινήσει. Συγκράτησε την παρόρμησή του να ανακοινώσει δυνατά τον τίτλο του τραγουδιού· αν βρισκόταν σε κάποιο μαγαζί, θα το είχε φωνάξει με περηφάνια, για να δείξει τις γνώσεις του στη τζαζ».

Ο ξενοφοβικός λόγος του πατέρα ανακαλύπτει την απειλή για την κατάρρευση της χώρας του στους έγχρωμους και ξένους, αλλά από την άλλη ο βασιλιάς του σουίνγκ με την παρέμβαση του Πίτερ εισβάλλει για να κονιορτοποιήσει με τη δύναμη της ανατρεπτικής μουσικής του αλλά και της αντιρατσιστικής του θέσης κάθε ανοησία που μόλις εκστομίστηκε, δείχνοντας πως ένας άλλος κόσμος βγαίνει στο προσκήνιο με τη δική του πρόταση πολιτισμού. Ποιος έχει τώρα γεμίσει με τον ήχο του το δωμάτιο; Ο Kerouac, μόλις στα 22 του χρόνια που τα γράφει αυτά, έχει το ένστικτο να δει τη διαφορά και να την  προτείνει μέσω του ήρωά του.



Στην ουσία η νουβέλα αυτή, ολοκληρωμένη τουλάχιστον ως προς το πρώτο της μέρος όπως καταλαβαίνουμε από το καθαρογραμμένο χειρόγραφο, έχει ήδη βρει τον στόχο της. Παρουσιάζει τις διαφορετικές και αντικρουόμενες αντιλήψεις της ταραγμένης εποχής, αφήνει να φανούν τα δείγματα μιας αλλαγής νοοτροπίας σε ένα μέρος του πληθυσμού, κινητοποιεί τη σκέψη προς μια ζωή που φαίνεται να αλλάζει, με την προϋπόθεση ότι οι γενικότερες συνθήκες στον παγκόσμιο πλέον χώρο και όχι πλέον στον εθνικό ορίζοντα θα της το επιτρέψουν. Γιατί ο εξελίξεις είναι δραματικές και δυστυχώς η ζωή στοιχειώνεται από πολλά φαντάσματα. Δεν είναι μόνο οι φίλοι του συγγραφέα, που όπως τόσα άλλα νέα παιδιά έχασαν τη ζωή τους στο πεδίο της μάχης, είναι και τα όνειρα που συχνά καταργούνται από παραμέτρους τόσο ξένες προς τη θέληση των ανθρώπων. Θα σχολιάσει ο Kerouac σε σημειώσεις του σχετικά με τη νουβέλα αυτή (κάτι σαν σχεδίασμα):

«Ο πόλεμος δημιουργεί μία κατάσταση συνώνυμη με αυτή μιας μεγάλης γενικευμένης μετανάστευσης.
Πόσο στοιχειωμένη θα είναι η μνήμη εκείνων που έζησαν τη μεγάλη μετανάστευση, το τράνταγμα της γης – γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν γεννηθεί γι’ αυτή τη ζωή. Έχουν γεννηθεί για τη γαλήνη, για την εστία και για την οικογένεια, που παίρνει μια γωνιά της γης – μια περιοχή – και την ονομάζει δική της».

Και στη νουβέλα ο Πίτερ θα μονολογήσει:

«Ο εργαζόμενος παράγει· ο πολιτικός κάνει κάτι άλλο…είναι ένας τύραννος, ή διαφορετικά περνάει τον καιρό του απολαμβάνοντας τους καρπούς της θέσης του. Αλλά ο εργαζόμενος μόνο παράγει. Και μετά έρχονται οι πόλεμοι, οι πολιτικοί τους κηρύσσουν και οι εργαζόμενοι πολεμάνε. Γιατί; La même pauvre people vielle histoire…»

Αναμφίβολα πολιτικό το κείμενο δείχνει και την πορεία του Kerouac κατόπιν απέναντι σε κόμματα και ιδεολογίες. Ποτέ του δεν ψήφισε στις εκλογές, όπως και ποτέ του δεν ασπάστηκε καμία κομματική ταυτότητα. Παρέμεινε ένας περιπλανώμενος των ιδεών, σε όλη τη σύντομη ζωή του on the road. Στον δρόμο. Όπως άλλωστε και οι υπόλοιποι της γενιάς των beatniks.
Η νουβέλα αυτή περίμενε αληθινά πάρα πολύ καιρό να δει το φως της έκδοσης. Τώρα είναι πια ο καιρός να εκτιμήσουμε το πρώιμο αυτό κείμενο ενός συγγραφέα που ξέρει να ταράζει τα νερά και να κινητοποιεί τη σκέψη. Και να το τοποθετήσουμε δίπλα στα άλλα τα δικά του, τα πολυδιαβασμένα, τα εξαιρετικά.


Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/stoixeiomeni-zoi-jack-kerouac/)

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

«Για κείνα»





Για κείνα τα παιδιά που ξεχαστήκανε
στις σκοτεινές τις αίθουσες
μαθαίνοντας στο άσπρο το πανί
τις λέξεις και τα πράγματα
τόσο που λάθεψαν και νόμισαν για θαύμα τη ζωή.

Για κείνα τα παιδιά που ξενυχτήσανε
ακούγοντας τις μουσικές του κόσμου
κι ακούμπησαν το όνειρο σε νότες και σε στίχους
ώσπου πεζά κατάλαβαν πως περπατούν.

Για κείνα τα παιδιά που συλλαβίσαν ρυθμικά
συνθήματα κι οράματα
μες στα πολιτικά λαγούμια
μέχρι που φάνηκαν οι εφιαλτικές σκιές.

Για κείνα τα παιδιά που μεγαλώσανε
ανάποδα μετρώντας τη ζωή τους.



Διώνη Δημητριάδου

(φωτογραφία από το National geograpfic)

Οι οπισθοφύλακες (με αφορμή μια άποψη του Ιωάννη Συκουτρή) η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικο Fractal

Οι οπισθοφύλακες

(με αφορμή μια άποψη του Ιωάννη Συκουτρή)

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικο Fractal






«Υπάρχουν εποχαί, κατά τας οποίας η διανόησις εκτελεί έργον οπισθοφύλακος. Ακολουθεί εκείνη το ρεύμα της ζωής και επηρεάζετ’ απ’ αυτό. Εκείνο που της δίδει τότε τον χαρακτήρα διανοήσεως και την  ξεχωρίζει από την  απλήν προβολήν επί του πεδίου των εννοιών και των καλλιτεχνικών εικόνων της καθημερινής ζωής εις την βάρβαρον και άμορφον υλικότητά της –και αυτό είναι δια πολλούς η σκέψις – είναι ότι υψώνεται υπέρ το ρεύμα, δια να επισκοπήση την κατεύθυνσίν του και να το καταδικάση – τόσον μόνον. Κατά βάθος ευρίσκεται εις το περιθώριον της ζωής, εφ’ όσον, ανίκανος να την αλλάξη ή να την εξυψώση, αρνείται και να την υπηρετήση. Την ζωήν  τότε “κατευθύνει” (εις ό,τι “πνευματικόν” θέλει να έχη) όχι ο διανοούμενος, αλλ’ ο δημοσιογράφος, όχι ο υπεύθυνος ηγέτης του έθνους, αλλ’ ο επιτήδειος υπηρέτης του όχλου».

(Ιωάννης Συκουτρής (γεννήθηκε στη Σμύρνη, 1/12/1901,  αυτοκτόνησε στην Κόρινθο 21/9/1937), «Η ελληνική αρχαιότης και η μεταπολεμική πνευματική ζωή», 1936)

 

Αυτά γράφει το μακρινό 1936 ο Ιωάννης Συκουτρής. Και επισημαίνοντας έτσι τον ιδιαίτερο ρόλο του οπισθοφύλακα-διανοούμενου προκαλεί σε κάποιες σκέψεις, που, αν και στο δικό του κείμενο σκιαγραφούν ένα διαφορετικό παρελθόν ως προς τις συνθήκες, βρίσκουν το ανάλογό τους στη σημερινή εποχή:

 

Να δεχθούμε κατ’ αρχάς ότι η οπισθοφυλακή δυνατόν να συνιστά κι αυτή μια θέση, να είναι ένας σημαίνων ρόλος, αν φυσικά αποκωδικοποιήσουμε τον όρο που χρησιμοποιεί. Οι φύλακες των καίριων σημείων δυνατόν να μην ευρίσκονται πάντοτε στην πρώτη γραμμή. Η επαγρύπνηση έχει κι αυτή ιδιαίτερη αξία και δύναμη στην παρατήρηση, στην επισήμανση, στην αναμονή, στο δούλεμα της σκέψης, ώστε την κατάλληλη στιγμή να καταστεί ικανή να αναπαραγάγει το πρόσκαιρα απολεσθέν ηθικό στίγμα ή, εν δυνάμει, να δημιουργήσει νέο ηθικό πεδίο. Η διαλεκτική σχέση ανάμεσα στη διανόηση και την εποχή δημιουργεί ένα διαρκώς μεταλλασσόμενο τοπίο, με την αλληλεπίδραση που ασκούν η μία στην άλλη, με τα αποτελέσματα που φέρει πότε η σύγκρουση, πότε η σύμπλευση, πότε η καθοδήγηση της μιας από την άλλη.

 

Άλλωστε, η καταδίκη του ρεύματος που επικρατεί είναι κι αυτή μια θέση/άποψη. Αποκτά την ηθική δικαίωση, αναιρώντας τον αντίλογο της «απραξίας». Αρκεί να αναλογιστούμε όλους αυτούς που συμπλέουν, χωρίς τη δύναμη, την ικανότητα ή τη διάθεση να αμφιβάλουν, να αμφισβητήσουν, να αρνηθούν, για να καταξιώσουμε αυτόν που έστω μόνον καταδικάζει, θέτοντας τον εαυτό του στην αντίπερα όχθη, μακριά από τις συναλλαγές και τις υποχωρήσεις. Μπροστά σε ένα σκηνικό που καταρρέει, ίσως να είναι αρκετός ο καταγγελτικός λόγος ως σημείο εκκίνησης.

 

Άρα υπάρχει χώρος για τον διανοούμενο, ακόμη και σε ζοφερές εποχές, να καταδεικνύει με τον λόγο του την αλλαγή πλεύσης. Με έναν λόγο όμως που θα θέσει εξ αρχής την απόσταση από την κυρίαρχη ιδεολογία, που θα αρθρώσει τη διαφωνία του και θα επιπλήξει τους συνοδοιπορούντες με τη φαυλότητα. Που θα ξεσκεπάσει το χαλκευμένο προσωπείο του κάθε επιτήδειου, που κρατώντας τη φωνή του (με τη βοήθεια των μηχανισμών καθοδήγησης) σε πιο υψηλό τόνο από τους άλλους θα τους παρασύρει (σαν κοινό και σαν κοπάδι) πίσω από τον σκόπιμο λόγο του.

 

Σε εποχές κάπως δυσδιάκριτες ως προς την αληθινή τους εικόνα (αν δούμε τουλάχιστον αυτή την ήπια εκδοχή της πραγματικότητας) είναι απαραίτητες οι καθαρές φωνές, ακόμη κι αν αρκεστούν προς το παρόν σε στάση αναμονής ως προς την έμπρακτη δράση.

 

[Και ένα τελευταίο σχόλιο σχετικό με την ποιότητα του λεκτικού κώδικα που χρησιμοποιεί εδώ ο Συκουτρής, γιατί και η γλώσσα ποιεί ήθος. Η ελληνική γλώσσα έχει τόσες δυνατότητες, ώστε (μετά από τόσα χρόνια και από τόση κακοποίηση των λέξεων) ακόμη μπορούμε να διαβάζουμε τις παλαιότερες μορφές της και να χαιρόμαστε την καθαρότητα των νοημάτων τους.]

 

Διώνη Δημητριάδου





Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία»

φιλοξενεί ένα διήγημα 

του Δημήτρη Μπούκουρα



«Ο  δράκος»

    



Ο ήλιος λίγο ήθελε για να δύσει πίσω από την Κούλουρη. Τα μαζεμένα σύννεφα έφτιαχναν μια δύση ζωγραφιά. Στον καναπέ καθόταν ο παππούς. Ήταν μια μορφή γερασμένη και θα έλεγε κανείς σε μια στάση αναμονής. Αναμονής γι’ αυτό που δεν θα αργούσε να έρθει. Κάτω στο πάτωμα, ανάμεσα σε ένα σωρό πεταμένα παιχνίδια, τα δύο του εγγονάκια έπαιζαν ένα παιχνίδι πάνω στο καινούργιο τους τάμπλετ. Ο παππούς τα έβλεπε και καμάρωνε. Έβλεπε συγχρόνως και τα τόσα πολλά παιχνίδια που ήταν παρατημένα, αφού το νέο παιχνίδι είχε κατακτήσει τώρα πια τα παιδιά. Στον νου του έφερε τα δικά του παιδικά χρόνια τότε στους δύσκολους καιρούς, που τα παιχνίδια φάνταζαν άπιαστο όνειρο. Τότε που γύριζε στις αλάνες με κείνο το τσέρκι που το τσουλούσε με το δίχαλο, ενώ στο άλλο του χέρι βαστούσε τη φέτα με το βρεγμένο ψωμί το πασπαλισμένο με ζάχαρη. Τώρα τα παιδιά έπαιζαν χτυπώντας πυρετωδώς τα δαχτυλάκια τους πάνω στο μηχάνημα. Κάθε τόσο πάνω στην προσπάθειά τους τραντάζονταν νευρικά. Ο παππούς σηκώθηκε με δυσκολία και τα πλησίασε. Πάνω στην οθόνη είδε κάτι που φάνταζε σαν τέρας. «Και τι είν’  αυτό, βρε παιδιά;» ρώτησε «δράκος;» «Τι δράκος, βρε παππού, τρανσφόρμερ είναι. Άκου δράκος! Τι είναι αυτό πάλι;» «Ο δράκος είναι… ο δράκος είναι… να, θέλετε να σας πω ένα παραμύθι με δράκους;» « Άσε μας τώρα, βρε παππού, να παίξουμε. Δεν θέλουμε παραμύθι».
   Ο γέρος έκανε δυό βήματα πίσω και ξαναβυθίστηκε στον καναπέ. Ο ήλιος είχε πια δύσει βάφοντας τα πάντα κατακόκκινα. Τα εγγονάκια του συνέχιζαν να παίζουν πληκτρολογώντας και φωνάζοντας, ανάλογα με την τροπή που έπαιρνε το παιχνίδι τους πάνω στην οθόνη. Σιγά - σιγά άρχισε να σκοτεινιάζει. Τα μάτια του παππού  βασίλευαν κι αυτά. Οι φωνές των παιδιών φάνταζαν απόμακρες τώρα, καθώς ένα μικρό σύννεφο ήρθε και τον πήρε και τον μετέφερε, λες κι ήταν κι αυτός ένα μέρος του φανταστικού παιχνιδιού των παιδιών, σε μιαν άλλη εποχή. Μια εποχή χαμένη πια μέσα στην ομίχλη του χρόνου. Και νάτος -τώρα- παιδί κι αυτός στα γόνατα του παππού του.
   «Θα σου πω ένα παραμύθι για μια χώρα μακρινή κι ένα δράκο που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των ανθρώπων...»


Δημήτρης Μπούκουρας

(Νικόλαος Γύζης, Το παραμύθι της γιαγιάς)

(Ο Δημήτρης Μπούκουρας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1942. Η ζωή του σημαδεύτηκε από τον άδικο θάνατο της μητέρας του στα Δεκεμβριανά. Τέλειωσε το Γυμνάσιο Παλ. Φαλήρου και ακολούθως φοίτησε στη δημοσιογραφική σχολή του Σπύρου Μελά. Εργάστηκε για δύο χρόνια στην εφημερίδα  «ΤΟ ΒΗΜΑ» από το 1964 μέχρι το 1967, όταν η Χούντα σταμάτησε άδοξα τη δημοσιογραφική του καριέρα, αφού οι εφημερίδες έπεσαν σε χειμερία νάρκη και η λογοκρισία ανέλαβε τον ρόλο του διευθυντή σύνταξης. Ύστερα από πολλές επαγγελματικές περιπέτειες  ασχολήθηκε με το εμπόριο. Είναι παντρεμένος με την Αγγελική Μολφέτα. Έχει γράψει μια συλλογή ποιημάτων, μια συλλογή διηγημάτων, δύο παιδικά βιβλία, «Οι Στρατήδες» και το «Γεια σας… Είμαι η Μύρτις», ταξιδιωτικές εντυπώσεις, δύο εργασίες: «Το παραμύθι του οψιδιανού» και  «Σύντομη ιστορία του Ελληνικού νομίσματος», και το αυτοβιογραφικό  αφήγημα «Διάττοντες» που είναι και η πρώτη του δουλειά που ετοιμάζεται να εκδοθεί.Ποιήματά του, καθώς και διηγήματα, έχουν βραβευτεί σε αντίστοιχους διαγωνισμούς.)

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Ο "Τσε" και οι "τσε"





Ξεθωριάζουν οι αλήθειες, καταργούνται οι ιδεολογίες και αραχνιάζουν τα πιο δυνατά όπλα. Όχι όταν παύουν να ζουν αυτοί που με την πίστη τους άνοιξαν δρόμους πάνω από χορταριασμένα κι αδιάβατα μέρη. Παρά μόνο όταν αυτόκλητοι ηγέτες θάρρεψαν πως όλο τούτο εύκολα γίνεται και πάσχισαν να πείσουν τους υπόλοιπους πως αξίζει να αποθέσουν πάνω τους κάθε ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Και να που καμιά φορά η λογοτεχνία βάζει τα γυαλιά στις πολιτικές τοποθετήσεις, και με μια περιγραφή έρχεται να δώσει την απόλυτη εικόνα αυτών των «τσε», έτσι με μικρό το αρχικό τους γράμμα, αν τέλος πάντων η σημειολογία έχει κάποια αξία ακόμη.

Εδώ κάποιο απόσπασμα από τη νουβέλα της Γιάννας Λάμπρου «Φιμωμένος θυμός», από τις Μικρές εκδόσεις. Περιγράφει τον αρχισυνδικαλιστή  Ιούλιο, τον επονομαζόμενο «Τσε»:

«μιλούσε για δικαιώματα εργαζομένων και εκμετάλλευση της πλουτοκρατίας, για –ισμούς και άλλες απαρχαιωμένες και δοκιμασμένες ενεχυριάσεις του ανθρώπου
…Αυτοί οι θεωρητικοί…αμείλικτοι ανθρωπιστές είχαν ποτέ αγαπηθεί;».

«Όμως δεν ήταν ιδιαίτερα κακός ο Ιούλιος. Ήταν απλώς ένας απ’ όλους, άλλος το πρωί, άλλος το βράδυ. Μια εκμηδενισμένη μάσκα που κραύγαζε να είναι στη σκηνή, άλλοτε συρόμενος και καλοθελητής, άλλοτε επαναστατημένος. Χωρίς εγγενή ή συγγενή προσόντα. Με αυξημένο το ένστικτο του καιροσκοπισμού και της αυτοσυντήρησης. Με έξοχα εκπαιδευμένο το κριτήριο της ανάγνωσης στα μάτια των σκηνοθετών του βαθμού της ανάγκης τους για κολακεία και εξαγορά. Κι αυτός με τη διαίσθησή του της δουλοπρέπειας προχωρούσε στη σχεδόν αυτόματη εκπόρνευση. Κάποτε για να νιώθει δυνατός με την εξουσία του, του μυρμηγκιού που ενοχλεί στο πέλμα ακόμη κι έναν γίγαντα, κάποτε για να νιώθει αρεστός – γιατί άλλα όπλα δεν κάτεχε –, κάποτε γιατί φοβόταν ό, τι θα τάραζε την απέραντη νάρκη του…Καμιά φορά τρύπωνε η μαύρη συνείδηση και του ‘δειχνε πως υπήρχαν κι άλλοι δρόμοι. Το σκέπαζε το σαράκι γιατί δεν χρειάζεται να ‘σαι περήφανος, δεν άγει πουθενά η οδός της ευσέβειας. Έθαβε το μαχαίρι της αλήθειας. Ξεχνούσε εύκολα ο Τσε.»

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Μια 'ανάγνωση'

στη συλλογή διηγημάτων 

«Επείγουσα ανάγκη ελέου»

του Θανάση Βαλτινού

από τις εκδόσεις της Εστίας




Υπάρχει μια λογοτεχνία αναλυτική, που πάνω στις σελίδες της ακουμπούν όλες οι πτυχές μιας ιστορίας σχολιασμένες από τη σκέψη του συγγραφέα. Ο ρόλος του αναγνώστη στην περίπτωση αυτή είναι να ενσωματώσει τη δουλεμένη σκέψη στη δική του και από κει και πέρα να διαμορφώσει τον δικό του προβληματισμό (αν το λογοτεχνικό είδος το απαιτεί) ή απλώς να ευχαριστηθεί με τον δικό του τρόπο όσα διάβασε (αν πρόκειται για μια λιγότερο απαιτητική εκδοχή της γραφής).
Υπάρχει και μια λογοτεχνική γραφή που μετράει μια μια τις λέξεις της προτού τις εμπιστευθεί στο χαρτί. Ολιγόλογη, οριακά σχηματική συχνά, επιτρέπει τη διείσδυση στα ενδότερα δικά της σε όποιον αναγνώστη κατανοεί τα κρυπτογραφημένα της νοήματα. Εδώ ο αναγνώστης μαζεύει αυτό το ελάχιστο της γραφής και συνεχίζει οδοιπορώντας πάνω στα χνάρια που αυτό αφήνει.

Μια τέτοια περίπτωση έχουμε στα πρόσφατα διηγήματα του Θανάση Βαλτινού (δημοσιευμένα τα περισσότερα σε έντυπα τα τελευταία χρόνια) αλλά οπωσδήποτε δεν μας ξαφνιάζει η επιλογή του συγγραφέα να μας δώσει αυτές τις μικρές φόρμες γραφής. Ο Βαλτινός πάντοτε εμπιστευόταν την κρίση αλλά και τη γνώση του αναγνώστη του. Μιλάει άλλωστε για την κοινή μνήμη, την κοινή ιστορία, όπως αυτή έγραψε πάνω στη ζωή αυτού του τόπου και καθόρισε γενιά τη γενιά  τη μοίρα του.

Δεκαεννέα μικροδιηγήματα και δύο μεγαλύτερα. Όλα εξυπηρετούν τον ίδιο στόχο, και ίσως αυτό να είναι το κοινό στοιχείο που τα κάνει να συστεγάζονται (με τη χαλαρή έως ανύπαρκτη νοηματική σύνδεση μεταξύ τους) στο ίδιο βιβλίο. Απευθύνονται με αυτόν τον κώδικα επικοινωνίας σε όποιον μπορεί να αντιληφθεί τον συνδετικό ιστό στις ιστορίες τους. Τα πρόσωπα που κινούνται μέσα τους, απλοί άνθρωποι οι περισσότεροι, ριγμένοι στο παιχνίδι της ιστορίας που αποδεικνύεται αδιάφορη για τις αντοχές τους, διασώζουν το καθένα  τη δική του αλήθεια και κυρίως τη δική του αξιοπρέπεια. Καταδεικνύουν έτσι την προσωπική ζωή ως μοναδική αξία, απέναντι στις αντιξοότητες που αναιρούν τις επιλογές.
Και μέσα σε ελάχιστη κάθε φορά έκταση καταφέρνει ο συγγραφέας να μας δώσει την εικόνα αυτών των ανθρώπων με την κατασταλαγμένη πια σοφή αντιμετώπιση της ζωής τους, που ξαφνιάζει τη νεότερη γενιά που τους παρακολουθεί χωρίς να διανοείται μια ανάλογη στάση.

«Της λέω γιαγιά γιατί δεν έρχεσαι να μείνεις μαζί μας στην Αθήνα.
- Γιατί τι θα έχω παραπάνω εκεί;»

Παρατηρούν γύρω τους και μαζεύουν μια μικρή λεπτομέρεια -που λες και φάνηκε μόνο γι’ αυτούς- και την αναδεικνύουν με δυο τρεις λέξεις, όπως αυτή η δαχτυλιά συρμένη πάνω σε αρχαίο αγγείο, αφημένη εκεί απαρατήρητη για αιώνες που μπορεί αίφνης να μοιάζει με

«μια δαχτυλιά στο υπογάστριο γυναίκας»

ή ο πέτρινος πάγκος από ροζ γρανίτη στα εσώτερα μιας πυραμίδας, που προσφέρεται (μόνο για τα μάτια των ηρώων του ξεχωριστά ερωτικού «Από ροζ γρανίτη») για μια αισθησιακή συνεύρεση, μέχρι που η οπτική των υπολοίπων θα καταργήσει όλη τη μαγεία

«νιώθω ματαιωμένος, το ίδιο υποθέτω και η Ισαβέλλα».

Δύο από τα διηγήματα έχουν μεγαλύτερη έκταση. Ωστόσο αρκετά μικρή κι αυτά για το εύρος του θέματός τους. Το ένα « Κώστας και Μαρίνα», θα μας μεταφέρει από τον εμφύλιο στη μετεμφυλιακή δύσκολη ελληνική πραγματικότητα,  από κει στη μετανάστευση, στη διαρκώς οραματική επιστροφή, τέλος στην Ελλάδα πάλι χρόνια μετά με τον ήρωα να είναι πιο ξένος εδώ από όσο ήταν στο Σικάγο.

 «Δεν ξέρεις εσύ, ουρλιάζει η Μαρίνα. Και αυτό είναι σαν μομφή. Δεν ξέρω εγώ. Δεν μιλάω.
Μια μέρα έκλαψα. Χτες ήταν που όργωνα τα βουνά;»
Μια ολόκληρη ιστορία αυτού του τόπου μέσα σε λίγες σελίδες. Δεν ξέρω αλήθεια τι θα πρόσθετε στο πυκνό κείμενο κανείς για να το αυξήσει σε μέγεθος και τάχα να αφηγηθεί πληρέστερα την ιστορία. Εδώ τα έχει πει όλα.

Το άλλο εκτενές διήγημα έχει δώσει και τον τίτλο σε όλη τη συλλογή. «Επείγουσα ανάγκη ελέου», με τον συγγραφέα εδώ να μας αποκαλύπτει τον κώδικά του που αφορά και όλα τα υπόλοιπα διηγήματα. Απαιτείται αποκρυπτογράφηση. Παίζει με τη λέξη έλεος και έλαιο, που κινητοποιεί τη συνείδηση του ήρωά του κι έτσι αποδεικνύεται σωτήρας μιας ομάδας εβραίων της Θεσσαλονίκης, στη διάρκεια της κατοχής. Και εδώ ίσως έχουμε τον μοναδικό από τους ήρωες των ιστοριών του Βαλτινού που απέχει πολύ από αυτό που θα λέγαμε ‘ο τύπος του απλού ανθρώπου’, καθόσον για τη θαρραλέα πράξη του χρειαζόταν κάτι περισσότερο από την καθημερινότητα, όσο σοφή και πολύπλοκη κι αν αποδεικνύεται κι αυτή καμιά φορά.

«Το 1943 έφτασε στη Γλώσσα ένα τηλεγράφημα. Από Θεσσαλονίκη. “Σωτήρη Μητζελιώτη, πρόεδρο κοινότητας. Επείγουσα ανάγκη ελέου”. Με έψιλον. Γιώργο, πρέπει να είναι για σένα αυτό, είπε ο ταχυδρόμος. Ο Γιώργος ήταν ο μοναδικός Μητζελιώτης στο νησί. Το υπόγραφε ο Ζακ Λεών. Με τον Ζακ Λεών συνεργάζονταν από παλιά. Από πριν τον πόλεμο. Λάδια – κυρίως παλιόλαδα, μούργες για σαπούνι. Σωτήρη Μητζελιώτη. Εκείνος κατάλαβε. Όχι την “ανάγκη ελέου”. Όχι τον “έλεο”. Το Σωτήρη κατάλαβε.»

Στην προμετωπίδα του βιβλίου η φράση «το χάος που σκεπάζουν οι λέξεις». Και βέβαια, οι λέξεις σαν κώδικας που είναι ακριβώς γι’ αυτό φτιάχτηκαν, να ‘σκεπάσουν’ με τη συμβατικότητά τους το χάος που μας περιτριγυρίζει και απαιτεί ερμηνεία, ώστε να γίνει προσπελάσιμο και έτσι να καταστεί και η επικοινωνία δυνατή. Ωστόσο, παραμένει χάος χωρίς να αναιρεί το δυσδιάκριτο ή και δυσνόητο της υφής του. Έτσι, οι λέξεις αποκτούν ένα βάρος μεγαλύτερο και ουσιαστικότερο για όποιον δεν θα αρκεστεί στο συμφωνημένο και συμβατικό τους χαρακτήρα. Θα πρέπει να ερμηνευθούν με γνώμονα την προσωπική οπτική του καθενός και με εφόδια όσα έχει μαζέψει στη ζωή του. Ίσως εδώ, λοιπόν, καταξιώνεται και το ολιγόλογο των κειμένων του Θανάση Βαλτινού. Προτείνει με τις λέξεις-κώδικές του στον αναγνώστη του ένα προσωπικό άνοιγμα της κάθε ιστορίας, ώστε αυτός να ανακαλύψει τις δικές του προεκτάσεις. Γιατί, όταν η λογοτεχνία αγγίζει τα κοινά αποτυπώματα που αφήνει η ιστορία, όταν οι ήρωες (όπως εδώ) σου μοιάζουν τόσο οικείοι στη  μορφή, τότε μπορείς να αφεθείς στην ερμηνεία της συμπεριφοράς τους  ακόμη κι όταν καμιά φορά σε ξαφνιάζει. Πάντοτε άλλωστε ο συγγραφέας ήξερε τον τρόπο να αγγίζει με τα γραφτά του το θυμικό του αναγνώστη του. Κι εδώ το κάνει με το ελάχιστο της γραφής.

Διώνη Δημητριάδου

(η πρώτη ανάρτηση αυτής της κριτικής έγινε στο περιοδικό Booktour στη στήλη μου "Μια κριτική προσέγγιση") Μια κριτική προσέγγιση στη συλλογή διηγημάτων «Επείγουσα ανάγκη ελέου» του Θανάση Βαλτινού από τις εκδόσεις της Εστίας

Διαβάστε περισσότερα: http://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sti-syllogi-diigimaton-epeigoysa-anagki-eleoy-toy-thanasi-valtinoy-apo-tis-ekdoseis-tis-estias/