Πέμπτη 3 Αυγούστου 2017


Δύο ποιήματα
από τη συλλογή της Έλσας Κορνέτη
«Αγγελόπτερα»
  εκδόσεις Μελάνι




Η Πηνελόπη στη σκόνη της



Έξοδος διαφυγής Ι



Άσε τον χρόνο σε κόκκους να στοιβάζεται – είναι ο μόνος τρόπος να τον κάνεις χειροπιαστό – να τον αγγίξεις – μην τον καθαρίζεις – μην τον πετάς – προσπάθησε απλώς να τον καταλάβεις – για να κυλίσει ο χρόνος θέλει συμμετοχή – αμέτοχη άμα σε βρει θα σε αγνοήσει – Ματαίωσε την πίκρα της προσμονής – Οργάνωσε την  εκτυφλωτική απόδρασή σου –



Άσε την κεντημένη σκόνη να σε ανεβάσει στον πέπλο της να

γίνει το ιπτάμενο υφαντό που θα σε ταξιδέψει



Άσε τους υπολογισμούς, τις αξίες, τις αποστάσεις

παραδώσου στο χάος

που δεν έχει καμία ερώτηση

που δεν δίνει καμία απάντηση



Έξοδος διαφυγής ΙΙ




Απεγνωσμένα ψάχνει να κρυφτεί

από μάτια λαίμαργα

που με μικρές μπουκιές

την τρώνε

Επειγόντως θέλει να εξαφανιστεί

Απ’ την ευθύνη της φήμης

να γλιτώσει

Βουτά και μπλέκεται με ορμή

στα τεντωμένα νήματα

του έμπιστου αργαλειού της

Με τη σαΐτα της

κλωθογυρνά

Κουκούλι σφιχτό

στο σώμα της

υφαίνει

Μες στην καρδιά

ενός πέπλου νυφικού

η μνήμη της αλαφραίνει

γιατί τα βάσανα της υπομονής

τα γράφει τώρα το στημόνι

σε αναπαράσταση ζωής πικρής

το μόνο της πίστης αποδεικτικό

πως η ίδια κάποτε

σύζυγος υποδειγματική υπήρξε



Τώρα ποιος θα της εξαργυρώσει την αναμονή;

Γιατί το τίμημα μιας υπερβολής

οι γυναίκες του μέλλοντος

να πληρώσουν;



Κανένα στο παλάτι δεν κατάλαβε

πώς βγήκε η Πηνελόπη

Με τόσους άγρυπνους φρουρούς

κι όλα τ’ ανοίγματα κλεισμένα

Κανένας δεν πρόσεξε

την ύφανση

της διαφυγής

στον μύθο





Η ομηρία του μύθου



Κλεισμένοι στη σπηλιά

έπρεπε ν’ αποφασίσουν

ποιος απ’ όλους είναι

ο αληθινός Ποιητής

κι ενώ άρχισαν με αβρότητα να ξεμαλλιάζονται

κι έπειτα με ευγένεια να χτυπιούνται



-         Εγώ είμαι ο Ποιητής

-         Όχι εγώ είμαι ο Ποιητής

-         Εγώ είμαι σας λέω



ο Κύκλωπας με το ηχηρό του μάτι

επέστρεψε στη σπηλιά κι έφραξε την είσοδο

κυλώντας έναν βράχο γνωστό

κι αφού έφαγε τους διοργανωτές, τους μουσικούς

κι άλλους περιφερόμενους κι έδειχνε ακόμα

πεινασμένος ρώτησε τους αναμαλλιασμένους:





Λοιπόν, ποιος από εσας είναι ο Ποιητής;

 κι όλοι μαζί τού απάντησαν:

 Κανένας!



Έλσα Κορνέτη

Υπόθεση Λέβενγουορθ

της Anna Katharine Green

εκδόσεις Gutenberg (σειρά Μυστήριο)

μετάφραση – εισαγωγή: Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος






Να, δες. Κοίτα πρώτα τούτη την εικόνα κι ύστερα αυτή.

Άμλετ



Στην αρχή του κάθε κεφαλαίου υποδέχεται τον αναγνώστη ένα μικρό παράθεμα, συνήθως από τον Σαίξπηρ, καθοδηγώντας τον στην αναγνωστική του πρόσληψη ή προϊδεάζοντάς τον υπαινικτικά για την πορεία της πλοκής. Το παραπάνω απόσπασμα από τον Άμλετ θα μπορούσε, ωστόσο,  να αφορά όλο το μυθιστόρημα, έτσι που φαίνεται να σε βοηθά να στρέψεις το βλέμμα σου σε κάθε μια εικόνα, όπως αυτές σταδιακά θα σου αποκαλύπτονται. Γιατί το αστυνομικό μυθιστόρημα απαιτεί την παρατηρητικότητα του αναγνώστη, παράλληλα προκαλεί αλλά και επιβραβεύει την οξυδέρκειά του, όταν κατορθώνει να υποψιαστεί τις αποκαλύψεις του συγγραφέα. Και εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τόσο καλά δουλεμένο κείμενο, που οδηγεί στη λύση του μυστηρίου κινητοποιώντας ταυτόχρονα δημιουργικά τη σκέψη του αναγνώστη.

Το βιβλίο εκδόθηκε το 1878, λίγα χρόνια πριν την εμφάνιση του Σέρλοκ Χολμς, έκανε τεράστια εκδοτική επιτυχία και καθιέρωσε την Άννα Κάθριν Γκριν ως μητέρα του αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος. Η Αγκάθα Κρίστι επηρεάστηκε από την Γκριν στη δική της εκδοχή της αστυνομικής λογοτεχνίας  ως προς τον ιδιόρρυθμο χαρακτήρα του  βασικού της ήρωα Ηρακλή Πουαρό αλλά και ως προς την ανάπλαση της ιστορίας από αυτόν στο τέλος του βιβλίου – κάτι που ξεκίνησε φυσικά από τον Πόε και συνεχίστηκε και καθιερώθηκε ως τεχνική από την Γκριν. Η πολύ ξεχωριστή όμως προσφορά της γενικά στην υπόθεση της αστυνομικής λογοτεχνίας (και η βασική της διαφορά, κατά τη γνώμη μου, από την Αγκάθα Κρίστι) εντοπίζεται ακριβώς σ’ αυτό, ότι δηλαδή η γραφή της Γκριν συνιστά αδιαμφισβήτητα λογοτεχνία και μάλιστα υψηλού επιπέδου. Δεν αρκείται στη δράση, στο μυστήριο και στην ανατροπή της πλοκής, στοιχεία που ελκύουν το κοινό των αστυνομικών βιβλίων αφήνοντας συχνά στην άκρη την ποιότητα του λόγου, την ουσιαστική τέχνη της γραφής. Η Γκριν πλάθει χαρακτήρες, καταδύεται στον ψυχικό τους κόσμο, τοποθετεί στο στόμα των ηρώων της σκέψεις ενδιαφέρουσες, προσφέρει με δυο λόγια μια λογοτεχνική γραφή ιδιαίτερα αξιόλογη.

Όλη η υπόθεση στο συγκεκριμένο μυθιστόρημα αφορά την οικογένεια Λέβενγουορθ και η πλοκή περικλείεται στους τοίχους του σπιτιού του κυρίου Λέβενγουορθ, μέσα στο οποίο ο ίδιος θα βρεθεί δολοφονημένος, στο δωμάτιο της Βιβλιοθήκης του, με την πόρτα κλειδωμένη από μέσα και με τη γνώμη όλων των ενοίκων να συμπίπτει στο γεγονός ότι κανείς ούτε ήρθε στο σπίτι αλλά ούτε και έφυγε από αυτό, με τις κλειδαριές ανέγγιχτες.  Μυστήριο, ωστόσο, παραμένει πού μπορεί να πήγε η καμαριέρα Χάνα, και κυρίως πότε και πώς.

Η Γκριν πλάθει με λεπτομέρειες (όχι τόσο εξωτερικές όπως η Αγκάθα Κρίστι αλλά κυρίως εσωτερικές) τον χαρακτήρα των προσώπων, ώστε να αναδεικνύονται σε πλήρεις προσωπικότητες. Εστιάζει στις δύο γυναίκες, τις ανιψιές του Λέβενγουορθ, την Ελεάνορ και τη Μαίρη, που ζουν υπό την προστασία του θείου τους, με το ενδιαφέρον να μετατοπίζεται από τη μία στην άλλη, όπως εξελίσσεται η πλοκή και νέες αποκαλύψεις έρχονται στο φως. Σημαντικό πρόσωπο είναι και ο Χάργουελ, ο ιδιαίτερος γραμματέας του Λέβενγουορθ, ο οποίος με πολύ μεγάλη προσοχή θα σκιαγραφηθεί από τη συγγραφέα, ώστε και να αποκαλύπτει αλλά και να αποκρύπτει στοιχεία για την υπόθεση με τα λόγια του και με τις πράξεις του. Όπως επίσης και ο δικηγόρος και νομικός σύμβουλος Ρέιμοντ, ο οποίος θα αναλάβει να εξιχνιάσει κομμάτια της υπόθεσης, έχοντας παράλληλα τον ρόλο του αφηγητή της ιστορίας.  Αλλά και τα δευτερεύοντα πρόσωπα πλάθονται έτσι που να μπορείς να τους δεις μπροστά σου με το βάρος που το  καθένα έχει στην ιστορία. Άλλα πιο κοντά στα κεντρικά πρόσωπα και άλλα πιο απομακρυσμένα δημιουργώντας μια σειρά από ομόκεντρους κύκλους.

Δεν μπορείς παρά να μείνεις περισσότερο στη φυσιογνωμία του ήρωα της Γκριν (με δεδομένο ότι ο ήρωας στα αστυνομικά μυθιστορήματα είναι ο ντετέκτιβ που θα οδηγήσει την ιστορία στη λύση της, το αίνιγμα στην αποκρυπτογράφησή του). Εδώ η Γκριν παρουσιάζει τον ντετέκτιβ  Εμπενέζερ Γκράις, έναν τύπο ιδιόρρυθμο, που -σε αντίθεση με άλλους ανάλογους χαρακτήρες αστυνομικών βιβλίων- μπορεί να περάσει και απαρατήρητος, να μείνει στη σκιά των γεγονότων μέχρι τη στιγμή που θα πάρει στα χέρια του το νήμα για να μας οδηγήσει έξω από τον λαβύρινθο του μυστηρίου.



Κι εδώ επιτρέψτε μου να σας πω ότι ο κύριος Γκράις, ο ντετέκτιβ, δεν ήταν ο λεπτός και νευρώδης άντρας με το διαπεραστικό βλέμμα που μοιάζει να εισβάλλει στον πυρήνα της ύπαρξής σου και να παραβιάζει στη στιγμή το κρυμμένο μυστικό της, που από την αρχή δεν σου άφηνε καμιά αμφιβολία πως θα ανακαλύψει. Ο κύριος Γκράις ήταν ένας εύσωμος και ήρεμος άνθρωπος, μ’ ένα βλέμμα που όχι μόνο δεν σου επιτίθεται αλλά ούτε καν στέκεται πάνω σου. Αν σταματά κάπου, είναι πάντα σε κανένα ασήμαντο αντικείμενο μέσα στο οπτικό του πεδίο, ένα βάζο, ένα μελανοδοχείο, ένα βιβλίο ή κουμπί. Αυτά τα αντικείμενα έδειχνε να τα εμπιστεύεται και να τα καθιστά χώρους διαφύλαξης των συμπερασμάτων του, αλλά εσένα… εσύ θα μπορούσες να ήσουν το καμπαναριό της εκκλησίας της Αγίας Τριάδας, παρά τη σχέση που νομίζεις πως έχεις με τον ίδιο ή με τις σκέψεις του.



Ο Γκράις μαζί με τον Ρέιμοντ θα αναλάβουν να ρίξουν φως στην υπόθεση, χωρίς αυτό όμως να σημαίνει ότι στην πραγματικότητα συνεργάζονται, όπως λανθασμένα θα θεωρήσει ο Ρέιμοντ. Ο Γκράις θα κρατήσει για τον εαυτό του τα «κλειδιά» της ιστορίας, για να τα φανερώσει στο τέλος μπροστά στους έκπληκτους παρευρισκόμενους. Είναι από την αρχή ως το τέλος μια σκιά πίσω από τους άλλους, μια ανώτερη σκέψη που όλα τα διευθύνει. Ένας χαρακτήρας που δεν ξεχνιέται εύκολα.


Κυρίως, όμως, δεν ξεχνάς  το πώς γράφονται όλα αυτά. Δεν μπορείς να μην θαυμάσεις, για παράδειγμα, τον τρόπο που η Γκριν μεταπηδά από τη λεπτομερή περιγραφή ενός δωματίου (βλέπεις ακόμα και τη λάμψη του μπρούτζου και την αναλαμπή του μαρμάρου) στην περιγραφή των προσώπων για να τα ενσωματώσει στο επιβλητικό σκηνικό σαν να ήταν και αυτά αντικείμενα του χώρου. Σελίδες υψηλής λογοτεχνίας και ως γραφή αλλά και ως σύλληψη. Ή αλλού θαυμάζεις τον τρόπο που παρουσιάζει για πρώτη φορά  τις δύο ανιψιές, πρώτα ως ήχο και μετά ως εικόνα, η οποία ανατρέπει την αρχική απατηλή αίσθηση που σου έδωσε η φωνή. Ή πάλι, δεν είναι αυθεντικός, εξαίσιος λόγος αυτός εδώ, που εκφέρεται με την αθωότητα απλώς μιας παρατήρησης ή μιας απορίας, διεκδικεί όμως τη θέση του στις καλύτερες σελίδες της λογοτεχνίας;

[…]ίσως να γνωρίζετε τι σημαίνει να οσμίζεσαι τον κίνδυνο πριν τον δεις, να αισθάνεσαι επιρροές ν’ ασκούνται γύρω σου κι όμως ν’ αγνοείς τι είναι αυτό που σ’ επηρεάζει τόσο δυνατά έως τη στιγμή που κάποιο τυχαίο γεγονός σού αποκαλύπτει  ότι ένας εχθρός βρίσκεται δίπλα σου, ένας φίλος πέρασε έξω από το παράθυρο σου ή η σκιά του θανάτου διέσχισε το βιβλίο σου την ώρα που διάβαζες ή έσμιξε με την ανάσα σου ενώ κοιμόσουν;



Η Γκριν, αν δεν επέλεγε το είδος της αστυνομικής λογοτεχνίας  (που έχει αρκετούς πολέμιους και αμφισβητίες ως λογοτεχνικό είδος) θα είχε βρει αναμφίβολα τη θέση της στην αμερικανική αλλά και στην παγκόσμια λογοτεχνία ως αριστοτέχνις της γραφής δίπλα στους μεγάλους του είδους. Μας δίνεται τώρα η ευκαιρία μέσα από τη νέα σειρά «Μυστήριο» των εκδόσεων Gutenberg να απολαύσουμε το εξαιρετικό αυτό μυθιστόρημα για πρώτη φορά μεταφρασμένο στα ελληνικά σε μια ιδιαίτερα φροντισμένη έκδοση, σε μετάφραση του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου, ο οποίος παραθέτει και τη σύντομη αλλά κατατοπιστική εισαγωγή. Ένα μυθιστόρημα χαρακτήρων, με ψυχογραφική εμβάθυνση, με το μυστήριο που δικαιολογεί το είδος της λογοτεχνίας που υπηρετεί, και μια πλοκή τέλεια ρυθμισμένη ως την τελευταία λεπτομέρεια. Γιατί όπως σοφά υπαινίσσεται στην αρχή ενός κεφαλαίου η συγγραφέας με το απόσπασμα από τον Οθέλλο, εδώ βρίσκεται η ουσία μιας ιστορίας μυστηρίου:

Κάνε με να το δω· ή καν απόδειξέ μου το έτσι

Που να μην έχει κλείδωση ή θηλιά η απόδειξη

Για να πιαστεί η υποψία.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress https://www.bookpress.gr/kritikes/xeni-pezografia/green-annakatharine-gutenberg-upothesi-lebengouorth)




η μοναξιά του «δύο» * του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου


η μοναξιά του «δύο» *

του Κωνσταντίνου Λουκόπουλου






Μονάκριβή μου, εσύ...

η μοναξιά του "δύο"

ένας ανίσχυρος ζυγός,

μες στο απειροσύνολο των πρώτων

εσένα διαλέγω να σου διαβάζω τα ποιήματα για τις σκιές

για τους αυτόχειρες στρατιώτες που γλιστρούσαν

μες το γαλάζιο αντιβούισμα σαν μέδουσες

για μέρες που προέτρεχαν

σαν αποξεχασμένα χελιδόνια,

όπως στη θύελλα των απλοϊκών ρόδων,

μια έκπαγλη στερλίτσα καθρεφτίζει τη μυρωδιά της

στα κόκκινα βιτρώ

τι τραγική ειρωνεία!

κανείς να μην εμπλέκεται στην ερωτική αυτάρκεια,

για τα ζωντανεμένα οχυρά

και την αβεβαιότητα

για τα σκληρά τους μέλη

όπως ίσιωναν και ξαναΐσιωναν,

ιερουργοί,

τα βρέφη στο θυσιαστήριο

Είδες που ήρθαν

επτά ριπές από τα δυτικά

μαζί με το φρούριο που ξεχείλιζε

φακέλους;

κι έψελναν στεντόρεια στη γέφυρα των στεναγμών

μια χορωδία ένδεκα ουσάρων,

μα η ουσία μου διέφευγε από τις χαραμάδες τους σαν

φρέσκος μούστος

κι ας είναι πάντα χειμώνας

κι ας αισθάνεσαι αδαής να καταπιείς το καταραμένο φίδι,

μην ανησυχείς!

Δε φαίνεται να εξαφανίζεται η εικόνα των φοινίκων,

το γάργαρο γέλιο της Γερμανίδας τουρίστριας ή η αγάπη μας που καιγόταν σαν τα τροπικά δάση τον Αύγουστο

Να εδώ, σου διαβάζω τα ποιήματα

Επειδή ομνύω

να φυλάττω

τον γεννήτορα

χρόνο μας,

ως εαυτόν.



Κωνσταντίνος Λουκόπουλος

 (03/08/2017)

* Πρώτοι, είναι όλοι οι αριθμοί, που διαιρούνται μόνο με τον εαυτό τους και με την μονάδα. Μερικοί πρώτοι αριθμοί είναι π.χ. 1, 2, 3, 5, 7, 11, 13, 17, 19, 23, 29, 31, 37, 41, 43, 47, κλπ. Όλοι οι πρώτοι είναι περιττοί αριθμοί εκτός του 2, που είναι ζυγός...



(η φωτογραφία είναι του Ιωάννη Λάμπρου, Ύδρα, 1948)

Τετάρτη 2 Αυγούστου 2017


Αποκαΐδια ηθικής

της Κατερίνας Λιάτζουρα

εκδόσεις βακχικόν




σκέψεις για το ήθος της ποίησης



... Πάμπολλες φορές παλούκωσα τούτο το κορμί

μες στις ανήλιαγες φανφάρες της ηθικής

το παλούκωσα

και το κρέμασα από το δοκάρι...



Το παραπάνω απόσπασμα επιλέγει η ποιήτρια στο οπισθόφυλλο της ποιητικής της συλλογής, σαν ένα είδος συστατικού σημειώματος προς τον αναγνώστη της. Και αμέσως γίνονται αντιληπτά δύο χαρακτηριστικά της ποίησής της: η Κατερίνα Λιάτζουρα προτιμά μια ευθεία και σκληρή γλώσσα στους στίχους της αλλά και πίσω από τις λέξεις της θέλει να διαβάσουμε την ηθική της κατάθεση παράλληλα με την ποιητική. Αυτό δεν είναι λίγο, φυσικά, μέσα σε μια θύελλα ποιητικής ευκολίας που μας έχει παρασύρει. Ωστόσο ο ποιητικός λόγος από τη φύση του έχει φορτίο βαρύ, για όποιον εισχωρεί μέσα στους υπαινιγμούς του, στη μεταφορικότητά του και ανακαλύπτει τα μυστικά περάσματα σε μια προνομιούχο θέα του κόσμου. Όποιος αγνοεί ή δεν υπολογίζει την εξαιρετική αυτή ιδιότητα της ποίησης αρκείται να στιχοπλέκει αδιάφορα τις λέξεις του και να πελαγοδρομεί σε ασαφή και αβαθή νοήματα, κυρίως εγωκεντρικά και αδιέξοδα.

Η ποιήτρια εδώ δεν ονειροβατεί ούτε αποσύρεται σε ιδιωτική οδό. Ανακατεύεται με τον κόσμο, παρατηρεί και σημειώνει εικόνες, κατόπιν τις μετουσιώνει σε λέξεις και τις δίνει στον αναγνώστη της με το φορτίο που ήδη έχουν αλλά και την ερμηνεία που η ίδια -στη βάση της προσωπικής της ηθικής στάσης- τους προσδίδει. Το λέει ξεκάθαρα:



Νιώθω στο κεφάλι μου ένα καζάνι.

Μεγάλο όσο ο κόσμος που αγαπώ.

Ξέχειλο από ιδιαιτερότητες και δυστροπίες

ξέχειλο από θρησκείες, πατρίδες και καθωσπρεπισμούς.



Πώς θα γινόταν, λοιπόν, να σωπάσει; Στην ποίησή της διαφαίνεται η ρίζα του κακού. Η νοοτροπία των ανθρώπων, έτσι όπως έχει δουλευτεί γενιά τη γενιά με δουλικούς θεσμούς να υπηρετούν πάντοτε την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία, να διαιωνίζουν μια στάση συμμόρφωσης απέναντι σε ό,τι παρουσιάζεται με τον μανδύα του ορθού και του κοινά αποδεκτού. Η ομοιομορφία καταξιώνεται, η διαφορετικότητα καταδιώκεται, περιθωριοποιείται και φορά το ένδυμα του κοινωνικά απορριπτέου. Εδώ ακριβώς η ποίηση (περισσότερο ίσως από κάθε άλλη μορφή λογοτεχνίας) με την ευαισθησία της αλλά κυρίως με τον καίριο ελλειπτικό της λόγο έρχεται αρωγός σε κάθε φωνή και στάση που προτάσσει την ετερότητα ως αξία. Και τούτο γιατί έχει τον τρόπο να απομονώνει το ουσιώδες, να το προβάλλει σε ευσύνοπτο λόγο, να το κοινωνεί απαλλαγμένο από περιττά φτιασιδώματα και ανούσια ρομαντικά στολίδια. Η αληθινή ποίηση δεν έχει ανάγκη από κανένα κόσμημα για να πει αυτό που θέλει. Αρκεί η κατάλληλη λέξη. Συχνά, βέβαια, η λέξη σκληραίνει το κέλυφός της, κραυγάζει το δίκιο της με απότομο τρόπο. Είναι τότε που αποκτά και το πιο αληθινό περιεχόμενο, τότε που ο αποδέκτης της νιώθει ικανός να μεταλαμπαδεύσει αυτό που εννόησε.



Μια αυτοκρατορία είμαι

μια καθημερινή Ιστορία

που πιέζει με το βάρος της

την απέραντη γη και τους μικρούς ανθρώπους.

Στριμώχτηκα

ανάμεσα σε πλούτη

κυκλοφοριακά φρακαρίσματα

κατάφορτη από διακοσμήσεις

καθήκοντα

πολύπλοκη σε μηχανισμούς

παλλακίδα σε ιεραρχίες

πρησμένη

τσιτωμένη

κατάκοπη

βαριά.

Πουτάνα Αθήνα.



Είναι, λοιπόν, η ποίηση φορέας μηνυμάτων; Ναι, αλλά όχι με το περιεχόμενο που συχνά προσδίδεται στη λέξη μήνυμα. Η λεγόμενη στράτευση του ποιητή σε πολιτικά τσιτάτα και κομματικές επιταγές είναι όχι μόνο πεπαλαιωμένη μέθοδος προπαγάνδας αλλά και πολύ φορτωμένη με αμαρτίες για να υποστηριχθεί σοβαρά από κάποιον. Ο ποιητής είναι ένας ευαίσθητος δέκτης που συλλαμβάνει τα μηνύματα της εποχής του και αντιλαμβάνεται πού αξίζει να εστιάσει το νόημα των στίχων του. Κατ’ ανάγκη, λοιπόν, θα εμπεριέχει ο λόγος του το νόημα της εποχής του, όπως κι αν θελήσει να το δώσει, με όποιο τρόπο -σαφή ή κρυπτικό- επιλέξει να μιλήσει. Η ποίηση δεν συνθηματολογεί, δεν χρειάζεται την ευτέλεια ενός κωδικοποιημένου συνθηματικού λόγου που υπηρετεί πάντοτε σκοπιμότητες. Εμπεριέχει με τον καλύτερο και πιο σαφή τρόπο την εποχή μέσα στην οποία γεννιέται, και της οποίας τον ουσιαστικό πυρήνα φέρει μέσα στον λόγο της, θέλοντας και μη. Θυμάμαι εδώ τα λόγια του μεγάλου ζωγράφου Αλέκου Κοντόπουλου που προσδιόρισε τον ρόλο του πνευματικού ανθρώπου:



να είσαι ταυτόχρονα κοινωνικός και αντικοινωνικός



Εκεί ακριβώς έγκειται η ουσία του ρόλου του. Να βρίσκεται μέσα στο κοινωνικό γίγνεσθαι, δίπλα στα προβλήματα των ανθρώπων, να ευαισθητοποιείται και να κινητοποιείται απ’ αυτά. Κοινωνικός, λοιπόν, σημαίνει όχι απομονωμένος. Όμως πάντοτε απέναντι στις συμβάσεις, κατ’ ουσίαν αντίθετος με τους συμβιβασμούς που ορίζουν την αποδεκτή κοινωνικότητα, άρα αντι-κοινωνικός, με την έννοια του απέναντι βαθιά ριζωμένη μέσα του. Αυτή την αντίθεσή της απέναντι σε όλα τα κακώς κείμενα δίνει η ειλικρινής και αυθεντική ποίηση, αθώα και αμέτοχη σε κάθε εύκολο συνυπολογισμό, σε κάθε δελεαστική ενσωμάτωσή της στην κατασκευασμένη τοιχογραφία της εποχής.



Σ’ αυτή την κατεύθυνση θαρρώ πως κινείται η Κατερίνα Λιάτζουρα με τα Αποκαΐδια της ηθικής. Κραυγάζει αυτό που βλέπει, αυτό που την απογοητεύει, αυτό που διαψεύδει τις προσδοκίες της ως πολιτικό ον και κοινωνικά ενεργό μέλος ενός συνόλου ηθικά απορριπτέου. Κατορθώνει να διατηρήσει τους τρεις πυλώνες της ηθικής της μέσα στην καταιγίδα καταρράκωσης των ανθρωπιστικών αξιών που μαίνεται γύρω της.

Πρώτα απ’ όλα το πολιτικό ήθος, το ποικιλοτρόπως τρωθέν τις τελευταίες δεκαετίες (γιατί αλίμονο αν η τωρινή κατάντια μας οφείλεται μόνο σε μια χούφτα άτιμα χρόνια), και το διατηρεί με μια αθωότητα που πια σπάνια συναντάμε:



[…]

Τότε που γεννήθηκε η επαναστατική μου προσδοκία

η ρύπανση της πολιτικής μού μαύρισε το μάτι[…]



[…]

Ποιος

ποιος θα μου πει τι να κάνω

ποια πέτρα να σηκώσω

για να κρυφτώ ή να σκοτώσω

και ποιος είναι αυτός

που θα μου αφηγηθεί την πικρή εκείνη ιστορία



ενός αναμάρτητου

που πρώτος τον λίθο βαλέτω;



Έπειτα η κοινωνική ευαισθησία προς τον πάσχοντα άνθρωπο όπου γης έρχεται να καθορίσει το ήθος πάλι, δίνοντας το μέτρο της σύμπλευσης, της συμπαράστασης, της αλληλεγγύης:



Στο αμπάρι ενός σαπιοκάραβου είναι στοιβαγμένη η ελπίδα μου.

Στρίμωξα τη ζωή μου ανάμεσα σε νεκροζώντανα κουφάρια.



έχω κλειστοφοβία -σας το ’πα;



Τα σωσίβια φωσφορίζουν μέσα στη νεκρική μαυρίλα.

Το κρύο διαπερνά τα σωθικά μου.

Με κάθε κυμάτισμά

αγίασμα στα πνευμόνια μου το θαλασσινό νερό.



φοβάμαι το σκοτάδι -σας το ’πα;

και το κρύο και το νερό και τα μεγάλα ψάρια.



Υποθήκευσα τη ζωή μου.

Αποθήκευσα την ψυχή μου σε αιγαιοπελαγίτικο φέρετρο.

Πλήρωσα πλήρωσα πλήρωσα.

Χρήματα οικογένεια πατρίδα αξιοπρέπεια.

Σε ποιο χρηματιστήριο ανθρωπιάς να αναζητήσω την τιμή μου;



Αγκίστρωσα τον αγκώνα μου σ’ ένα απομεινάρι του ναυαγίου

μπορεί όμως και στο πτώμα της συντρόφου μου.

Δεν ξέρω.

Δεν κοίταξα.

Δεν θυμάμαι.



φοβάμαι και το θάνατο -σας το ’πα;



Μόνο που για να ισχύουν οι δύο παραπάνω παράμετροι του ήθους, πρέπει να προηγηθεί η γενεσιουργός συνθήκη, το προσωπικό ήθος. Όταν αυτό δεν υπάρχει, τότε οι πολιτικές ή κοινωνικές ευαισθησίες καταλήγουν ρητορικά σχήματα στο στόμα πολιτικάντηδων ποιητών.



Μην παριστάνεις την ανόητη

στα χέρια των αρχόντων

όλα ανακυκλώνονται

σαν πάρεις εσύ όμως την απόφαση

και ωσάν εσύ τις μνήμες απορρίψεις.



[…]

Ήρωάς μου ένας ρακοσυλλέκτης

που σε κάδους απορριμμάτων και σε χωματερές

ψάχνει να βρει το δικό του «καθ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση».



[…]

Δεν ξέρω για Αλλάχ ή για Θεό

ή για του Βουδισμού το δόγμα

μα ξέρω για μεγαλοσύνη και αγάπη και ανθρωπισμό

λέξεις μικρές με μεγάλη σημασία

ξέρω και την Ιστορία ενός Θεανθρώπου

που τη ζωή του δε λογάριασε

μα αιώνες τώρα

το κακό εξόρκιζε

για τον Άνθρωπο

που τον συνάνθρωπό του

ως κόρη οφθαλμού

μέλει να προσέχει.



[…]

Ο μύθος της ατομικής αντίστασης

μοναχική και παλλόμενη λεπίδα

προσδίδει στο λυκόφως

ανθρώπινη μεγαλειότητα.



Επιλεγμένα τα παραπάνω αποσπάσματα δείχνουν ότι στα αποκαΐδια ψάχνοντας βρίσκεις μια ποίηση που ακόμα διασώζει το ήθος της. Η ποίηση της Κατερίνας Λιάτζουρα είναι πολιτική ποίηση, όπως άλλωστε κάθε τι που μετουσιώνει τον ιδιώτη σε πολίτη, είναι βαθύτατα ανθρώπινη, όπως κάθε τι που αγωνιά σε μια κοινωνία φθίνουσα, τέλος είναι ποίηση με ήθος προσωπικό, όχι με την κοινά αποδεκτή (φθαρμένη πλέον) έννοια αλλά με την ουσιαστική. Δεν ηθικολογεί, δεν ρητορεύει ανοήτως, δεν επαναπαύεται σε ευκολίες του λόγου. Μιλά, κραυγάζει αυτό που αποθηκεύει από τον πάσχοντα εν γένει πολιτισμό μας. Και μετά σιωπά. Γιατί έτσι οφείλει να κάνει. Ο ποιητής δεν είναι τίποτε άλλο παρά μόνον ο λόγος του. Και αυτός είναι αρκετός.  



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal http://fractalart.gr/apokaidia-ithikis/)

Τρίτη 1 Αυγούστου 2017

Απρόσωπα φαγιούμ του Αντρέα Πολυκάρπου εκδόσεις βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=19020


Απρόσωπα φαγιούμ

του Αντρέα Πολυκάρπου

εκδόσεις βακχικόν
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=19020






Ο ποιητικός λόγος του Αντρέα Πολυκάρπου δημιουργεί εικόνες. Και όταν οι εικόνες αυτές δέσουν μεταξύ τους σε ενιαία σύλληψη, τότε φτιάχνεται ο χώρος, ο τόπος για να εισχωρήσεις. Μόνο που το τοπίο δεν είναι ευκολοπάτητο, όπως και οι λέξεις του δεν είναι ευκολοδιάβαστες. Κάθε που σηκώνεις μια πέτρα /λέξη του μπορεί από κάτω να βρεθείς πρόσωπο με πρόσωπο με το μαύρο χρώμα, την προσωποποίηση του κακού. Αυτό μοιάζει να διακατέχει τον νου του ποιητή, σαν μια εμμονική προσήλωση στην πιο δύσμορφη πραγματικότητα που προσλαμβάνουν τα μάτια του.



Θυμάμαι τον θηριοδαμαστή

πώς χτύπαγε το πρόσωπό μου

με το πέτσινο μαστίγιο

και το αίμα μου ποτάμι.



Θυμάμαι τον Αρχάγγελο,

τον γοργοπόδαρο παλιάτσο

καθώς ξερίζωνε τα φτερά μου

και λόγχιζε τα μάτια μου.



Θυμάμαι τον ήχο του θανάτου.

Αργόσυρτος, τρυφερός, νοσταλγικός.

Με μαγγανείες αλχημιστών

τον ξόρκιζα από τα οστά μου.



Θυμάμαι πώς φτιάχτηκα από φως

για να φέρω το φως.

Πρόσφερα, όμως, σκοτάδι

στις μεμβράνες του λόγου.



Θυμάμαι τις λέξεις

τις ηδονικές κραυγές

που εξοστράκιζαν οι ψυχές

αναμεμειγμένες με οξύ.



Ξεχνάω, όμως, εμένα.

Λησμονώ το σενάριο

του αιώνιου σκηνοθέτη.

Αναμένω τη συνέχεια τυφλά.



(Ποιητής και εωσφόρος)





Πώς να σταθείς απέναντι σε έναν τέτοιο λόγο; Σε τρυπούν οι λέξεις σαν μαχαίρια, νιώθεις πάνω σου τη βία του γοργοπόδαρου αρχάγγελου, ψυχανεμίζεσαι τη σχέση του ποιητή με τον εωσφόρο, όπως άλλωστε δηλώνει ο τίτλος του ποιήματος. Και λες πως η ποίηση εδώ είναι δυνατή, όσο μπορεί να σε οδηγεί σε τοπία τόσο πανάρχαια και εμβληματικά όσο όμως (το κατανοείς κι αυτό) και σύγχρονα και διπλανά.

Αυτό το βαρύ κλίμα, με έκδηλη την αγάπη για το σκοτεινό πρόσωπο του θανάτου, το αναζητά ο ποιητής παντού. Και στο σήμερα αλλά κυρίως στο παρελθόν της συλλογικής μνήμης που διατηρεί τα ίχνη τα ιστορικά και τα λογοτεχνικά. Κι έτσι συνδέει μεταξύ τους  θρησκείες νέες και παλαιές, τον πόνο τον πανάρχαιο (στο όνομα του Οιδίποδα και του Εσταυρωμένου) με αυτόν που πνίγει τον σύγχρονο  άνθρωπο/κατάδικο. Και χτίζει έτσι έναν περίκλειστο ως προς τα σημεία του, ανοιχτό και διαρκώς όμως διαμορφούμενο ως προς τις συμβολικές του προεκτάσεις χώρο, στον οποίο προσκαλεί να τον συντροφέψουμε. Εκείνος μέσα του κατοικεί από καιρό, πλάθεται με τα κομμάτια τα παλαιά και αναγεννάται μέσα στο σήμερα. 



Μ’ ένα σύρμα δεμένο στο σύμπαν

κρεμιέται πάνω απ’ των ανθρώπων τα κεφάλια

το προαιώνιο κακό

που επέβαλε τη μάστιγα της αποσύνθεσης.

[ …]

Ποιος Προμηθεας το σύρμα θα κάψει

με της Γνώσης τη φλόγα;





Ο τρόπος που μιλά ποιητικά ο Αντρέα Πολυκάρπου είναι μοναδικός. Δεν είναι εύκολο να τον κατατάξεις σε κάποιο ρεύμα, μια κατάταξη με τους ομοειδείς που έτσι κι αλλιώς δεν θα προσέφερε κάτι ουσιαστικό στην υπόθεση της Ποίησης. Αυτό που αναζητούμε όσοι ασχολούμαστε με το δύσκολο και απαιτητικό αυτό είδος της λογοτεχνίας είναι οι ξεχωριστές φωνές και όχι οι επαναλήψεις και οι ομοιότητες. Εδώ, λοιπόν, η ποιητική φωνή ξεχωρίζει και θεματικά αλλά και σε ύφος και σε γλώσσα. Ο λόγος έχει ρυθμό, οι λέξεις είναι επιλεγμένες και στον αριθμό τους ακριβείς, ώστε να συμπεριλάβουν στο σώμα τους το πλήρες νόημα, και συνάμα να δώσουν την εικόνα:





Αφήνομαι στην ηρεμία του Αιγαίου.

Να με παρασύρει σαν άδειο μπουκάλι

στα δίχτυα της μεγάλης Άρκτου

καθώς ο Αινείας κλέβει την Κασσιόπη.

[…]

Οι ποιητές ταξιδεύουν

στο κέλυφος του ναυτίλου.

Χωρίς κατάρτια, χωρίς άγκυρες

αγναντεύουν τα λιμάνια.



Κάποιος θρύλος με έφερε εδώ.

Να ξαποσταίνω τον πόνο μου

όταν αυτός θεριεύει

και φουσκώνει σαν θάλασσα.

[…]





Εκεί που θαρρείς πως αφέθηκες στο αιγαιοπελαγίτικο τοπίο, με τον ποιητή να ταξιδεύει τον πόνο του που θεριεύει, έρχεται πάλι η μνεία του θανάτου να ισορροπήσει τα μεγέθη, να δείξει την κατάληξη - μόνη αληθή γνώση παντοδύναμη:





[…]

Έχω κι εγώ το δικό μου όνομα.

Ο θάνατος μόνο το ξέρει.

Μ’ αυτό με καλεί κάθε χάραμα

στη σκαμμένη γη που μου έχει ετοιμάσει.





Μοιάζει η ποίηση αυτή να μην έχει κανένα έλεος, να μη φωτίζει πουθενά. Ωστόσο, όλο αυτό το πεσιμιστικό τοπίο γίνεται παραδόξως αποδεκτό, καθώς διαβάζεις. Και τότε έρχεται ο τίτλος της συλλογής για να καταθέσει το ελάχιστο που του αναλογεί στην ερμηνεία των στίχων. Τα φαγιούμ, τα νεκρικά πορτραίτα που αγκαλιάζουν τα ποιήματα φέρουν τον συμβολισμό, τη σύνδεση με τον χώρο του επέκεινα, έτσι όπως τον ενστερνίζεται ο άνθρωπος μέσα στην αναπόφευκτη άγνοιά του, απέναντι στην τραγικότητα της οποίας η οποιαδήποτε θρησκεία ωχριά και αδυνατεί να απαντήσει. Έτσι είναι σαν να τα βλέπουμε πίσω από τους στίχους να περιγελούν την απατηλή μας εντύπωση ότι αχνοφέγγει η παραμικρή ελπίδα μέσα τους. Όσο για το παράδοξο της λεκτικής συνύπαρξης, πρόσωπα αλλά και μη πρόσωπα, ας πούμε πως, όπως κάθε σχήμα οξύμωρο έτσι και αυτό, προκαλεί για την αποκάλυψη της βαθύτερης αλήθειας που κρύβει η φαινομενική αντίφαση. Το κενό στη θέση του προσώπου (το κάθε ένα από αυτά τα απρόσωπα φαγιούμ) θα μπορούσε να συνοδεύει την πορεία του φθαρτού σώματος προς την ανυπαρξία.




Κάτω από αυτό το πρίσμα η ποίηση του Αντρέα Πολυκάρπου δεν είναι παρά μια καταγραφή της κραυγής του ποιητή  μπροστά σε όσα βλέπει, αισθάνεται, φοβάται. Και σαν αυθεντική κραυγή έχει μαύρο χρώμα,  σε σκοτεινό τοπίο περπατά και μιλά με γλώσσα κοφτερή. Αυτό καθόλου, φυσικά, δεν ενοχλεί την υπόθεση της Ποίησης, ίσα ίσα αναδεικνύει τη δυναμική της να αναμετράται με έννοιες που δύσκολα προσεγγίζονται, να χρησιμοποιεί ευθύβολη γλώσσα για να αποδώσει το υπαρκτό γύρω μας τοπίο. Ο Αντρέας Πολυκάρπου γράφει ποίηση πληθωρική στη δύναμή της και απευθύνεται στον αναγνώστη του χωρίς υπεκφυγές. Ευθύγραμμη έτσι και η πορεία συνάντησής τους.



Διώνη Δημητριάδου
(η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό frear.gr http://frear.gr/?p=19020)