Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (αφελείς ερμηνείες)





«Βαρύς ο κεραυνός,
με χτύπησε και πάλι»

έγραφε σε απελπισμένο στίχο η φωνή.

Κι αυτό”, του είπα, “μοιάζει σημάδι ζωντανό
κάποιας μεγάλης θλίψης
που από βάθος συμφοράς
ξεσκίζει το χαρτί
να εκτονώσει σιωπηλό καημό.

Δεν ήταν παρά μισό μειδίαμα
που χάραξε το βλέμμα το σκαμμένο,
κάτι σαν συγκατάβαση
προς αφελή αναγνώστη.

Πήρες τον στίχο μου στα σοβαρά.
Να μην πιστεύεις πάντοτε
σε ερμηνευτικά κλειδιά.
Κι αν κάτι κρύβεται στις λέξεις από κάτω,
μονάχα εγώ το εννοώ.

Νόμιζα πως ο λόγος ο ποιητικός
είναι κρυφή γραφή
μονάχα για τους λίγους.
Λάθος.
Για έναν πάντα είναι.

(Διώνη Δημητριάδου)

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)



Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί δύο ποιητικά αποσπάσματα από το «Ισχαιμικό επεισόδιο – Ρωτώντας βαδίζουμε, υποδιοικητά» του Μανόλη Γιακουμάκη, εκδόσεις «Εκάτη».






Εκείνο τ’ άρμενο ξερό στο ερημονήσι
και τα καλόξυστα κουπιά καρφώνουνε το όνειρο στο
πετρωμένο χώμα·
αποκοιμήθηκα στα φεγγαρόλουστα μαλλιά με τους πικρούς
συντρόφους
κι όσοι γυρίσανε στα σπίτια τους, βρήκαν τ’ αλέτρι σάπιο
και τα παιδιά τους ξένα
χτυπούσαν το βαθύσκιωτο κοντάρι τους στα βράχια
του μυαλού τους
κι ανάβλυζ’ αίμα αδερφικό μέχρι να βγει η ψυχή τους.

Άνεργος είμαι Κύριε κι αιτούμαι τη Δουλεία Σου,
Ανέστιων ελάχιστα μάτια
άρτιοι λοβοί – ω σκαλίτσα του φόβου  – ξαναπαίζουν
το χαρτί του θανάτου
ω μαλακό απόβροχο, βαθύ του δόντι
σε φάσματα λύπης ευδοκιμούν των άστρων τ’ αμαρτήματα.


Υ.Γ.
Τώρα που τέλειωσα το ποίημα, μια θλίψη θερμογέννητη
με διακατέχει, Τάσο:
«Δεν μπορείς να διηγηθείς τίποτα χωρίς να σε ειρωνευτούν
οι βολεμένοι».
Ας είναι. Εμάς η Μάνα κι ο Πατέρας
μες στα σπλάχνα των μικρών μας οριζόντων
αρχίζουνε το έργο τους με γράμμα κεφαλαίο,
σκυτάλη αμνιακή της Ιστορίας ο μίσχος.
Κεντρίζω τη βαθύρροη σιωπή
κυκλοφορώ, στο μεσαιωνικό μου πένθος
κλωνάρι τους, που χτύπησε ο μαύρος κεραυνός.

Μανόλης Γιακουμάκης

(ο Μανόλης Γιακουμάκης γεννήθηκε στην ανατολική Κρήτη το 1951. Ζει στην Αθήνα από το 1963. Εργάστηκε ως ιδιωτικός υπάλληλος και συνταξιοδοτήθηκε το 2009. Συνεργάστηκε με τον Ηλία Λάγιο στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού «Ωλήν» (1981-1983). Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές: «Η επίδραση του ευρωπαϊκού αμπαζούρ» Αθήνα 1979, «Απελάτες στο Αιγαίο» εκδόσεις Ωλήν 1981, «Μικρή καθοδήγηση», εκδόσεις Ωλήν 1984, «Μεταναστεύσεις», εκδόσεις Οσελότος 2012, «Ισχαιμικό επεισόδιο - Ρωτώντας βαδίζουμε, υποδιοικητά», εκδόσεις Εκάτη 2014)

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)





Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2015

Για τον Ηλία Λάγιο ( Ήδη 17 χρόνια που αποχώρησε)

   Για τον Ηλία Λάγιο
Ήδη 17 χρόνια  που αποχώρησε 



Ανεπίληπτα (δοκίμιο)

Στη μνήμη του Ηλία Λάγιου

Ποιος, αλήθεια, μπορεί καθαρά και ξάστερα να προσδιορίσει τα όρια του επιλήψιμου χωρίς, φυσικά, να συμβουλευθεί το ισχύον κάθε φορά δίκαιο; Εννοώ, πώς γίνεται να καθορίσει τη δυναμική της άποψης που διαμορφώνουν οι άλλοι για μας και τις πράξεις μας; Και είναι ιδιαιτέρως ισχυρή αλλά και εξόχως στερεοτυπική η γνώμη αυτή, τόσο ώστε να την αποζητάμε πίσω από τα βήματά μας και τις επιλογές μας, κάτι σαν επιβεβαίωση ότι καλώς βαίνουν τα πράγματα, ότι είμαστε κι εμείς εδώ μαζί με όλους ή ότι δεν θα διακινδυνεύσουμε να διαβούμε στην αντίπερα όχθη, μόνοι και αποδιοπομπαίοι. Αρκεί να αποδεχθούμε την προδιαγεγραμμένη πορεία, τα σίγουρα πατήματα, που φαίνεται να συνάδουν με τους κανόνες που οδηγούν σε μια κοινωνία τάξης (θείας και ανθρώπινης).
Φαίνεται απλό, και ίσως να είναι, για όποιον δεν θέλει να πάει πιο κει. Το πιο κει και το πιο πέρα κρύβει κίνδυνο για τους περισσότερους, γοητεία για κάποιους, και οδύνη απέραντη για αυτούς τους λίγους επίλεκτους της ζωής, αυτούς που ονειροβατούν κι αλλού πατούν. Δύσκολο να τους νιώσεις, πιο περίπλοκο ακόμη να ταχθείς μαζί τους. Παράλογη η πορεία τους, ή έτσι φαίνεται να είναι. Ρωτούν, διαρκώς ρωτούν και απόκριση καμιά. Θέλουν να τους εξηγηθούν τα πάντα, αλλά κανείς δεν μπαίνει στον κόπο -από τις αόρατες δυνάμεις- να τους απαντήσει. Σιγή. Δεν είναι παράλογο που θέλουν μια εξήγηση (αυτή τάχα δεν είναι η φύση του νοήμονος όντος;) για όλα γύρω τους. Δεν είναι, όμως, και παράλογη η σιωπή του κόσμου. Γιατί, τάχα, θα έπρεπε να νοιαστεί να απαντήσει το ερωτώμενον θείον; Η λογική του πεπερασμένου ανθρώπου δεν μπορεί να καλύψει τα πάντα από τα υπάρχοντα, πόσο μάλλον από τα μη διαφαινόμενα καθαρά στον νου του. Δυστυχώς παράλογη είναι η συνύπαρξη των δύο : του ερωτώντος και του ερωτωμένου. Και ως προς τον ερωτώμενον, δεν μπορούμε (αλλά και δεν μας πέφτει και λόγος) να ξέρουμε τι θα ακολουθήσει αυτή τη σιωπή. Ως προς το άλλο σκέλος του παράδοξου και παράλογου “διαλόγου”, δεν μένει παρά να περιμένουμε να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα, όπως έλεγε ένας σπουδαίος διανοητής -είχα την τύχη να τον έχω δάσκαλο- πριν από πολλά χρόνια, κι εγώ τον άκουγα προβληματισμένη (δηλαδή, δεν έχει άλλη επιλογή;).

 Μου έρχεται τώρα στον νου η σκέψη του Άγγελου Σικελιανού, εκφρασμένη στο ποίημά του «Η αυτοκτονία του Ατζεσιβάνο, μαθητή του Βούδα».

Ανεπίληπτα επήρε το μαχαίρι
ο Ατσεσιβάνο. Κι ήτανε η ψυχή του
την ώρα εκείνη ολάσπρο περιστέρι…
Κι όπως κυλά από τ’άδυτα του αδύτου
των ουρανών μες στη νυχτιά έν’αστέρι,
ή ως πέφτει ανθός μηλιάς με πράο αγέρι,
έτσι απ’τα στήθη πέταξε η πνοή του.

Χαμένοι τέτοιοι θάνατοι δεν πάνε…
Γιατί μονάχα εκείνοι π’αγαπάνε
τη ζωή στη μυστική της πρώτη αξία
μπορούν και να θερίσουνε μονάχοι
της ύπαρξής τους το μεγάλο αστάχυ,
που γέρνει πια, με θείαν αταραξία!


 Ποιος να θεωρήσει επιλήψιμο ένα τέτοιο θάνατο;
Ζωή και θάνατος ένα, ή αλλιώς: η μόνη μέθοδος είναι ο θάνατος. Μια φυσική συνέχεια ή μια φυσική διακοπή του παράλογου διαλόγου. Ποιος να τον κρίνει; Άνθρωπος κανείς. Αδυνατεί να φτάσει το μέγεθος της πράξης. Δεν έχει σημασία πια το πλαίσιο του επιλήψιμου, όπως δεν νοιάζεται και κανείς να βάλει τα όρια του αποδεκτού. Πώς να τοποθετηθείς με τη λογική (αυτή δεν θέτει τους κανόνες;) απέναντι στην πράξη της υπέρβασής της;
 Ίσως, τότε, να κριθεί από ανώτερες δυνάμεις, θα προφτάσει ευφυώς να πει κανείς. Ας μην προχωρήσουμε σε θεολογικά χωράφια. Όμως ο ποιητής μάς δείχνει ένα θεό να σηκώνει τα χέρια μπροστά σε τέτοια επιλογή. Αυτή είναι η θεία αταραξία. Το ξεχωριστό αυτό ον δεν το αγγίζει μήτε η ανθρώπινη κρίση (ανεπίληπτη η πράξη) μήτε η εξωανθρώπινη. Το θείον ατάραχον.




«Δε με χωρεί κανένας στίχος,
Γιόμισεν τόση πρίκα πια η καρδιά
που ξέχασα το φως το μυστικό,
που ξέχασα τ’αστέρια…»

Έγραφε πολλά χρόνια πριν κι ο Ηλίας, τότε που ακόμα παρουσιαζόταν ως Αλέξης Φωκάς. Βέβαια από τότε πέρασε πολύς καιρός, μέχρι να πάει απέναντι να συναντήσει το φως το μυστικό. Ίσως σε τέτοιες περιπτώσεις να ταιριάζει καλύτερα αυτό που λέει ο λαός έφυγε, δεν λέει πέθανε. Φεύγω θα πει ανοίγω την πόρτα εγώ, με τη δική μου θέληση και αποχωρώ, ή αλλιώς παίρνω τη μοίρα στα χέρια μου (όσο είναι αυτό δυνατό, αν αναλογιστούμε την πανάρχαια δοξασία ότι, δηλαδή, η μοίρα είναι πιο πάνω κι από τους θεούς τους ίδιους· σκέψου οι έρημοι οι άνθρωποι τι έχουν πάνω από το κεφάλι τους). Γίνομαι, ας πούμε, Οιδίποδας, και περιγελώ τη θεία βεβαιότητα ότι όλα τα ελέγχει. Όλα ίσως, όχι όμως και αυτή τη σπάνια ποιότητα, τον ελεύθερο άνθρωπο, ή αλλιώς τον απελπισμένο. Εκεί ακριβώς η ανώτερη διάνοια αποχωρεί. Αφήνει το πεδίο ελεύθερο στο ον που αμφισβήτησε, που δοκίμασε να πατήσει στον χώρο του επέκεινα με τα δικά του βήματα, χωρίς μοιραίες ή θεϊκές προδιαγραφές. Μένει άραγε χώρος για τη φτωχή διάνοια του ανθρώπου να κρίνει και, φευ, να καταδικάσει; Και πόση σημασία μπορεί κανείς να δώσει σε μια τέτοια κρίση; Ας σταματήσουμε, όμως, εδώ. Ανοικτό το θέμα για συζήτηση και προβληματισμό, και μακάρι για αναθεώρηση από ψεων, ειδικά από όσους βρίσκουν εύκολο καταφύγιο στο στέρεο έδαφος του δικαίου είτε του εθιμικού είτε του θεϊκού.


[Θα ήταν περί το 1981, όταν συναντήθηκα με τον Ηλία για να συνεννοηθούμε για μια “περίεργη”, όπως μου είχε φανεί αρχικά, συνεργασία που ήθελε για το περιοδικό που έβγαζε τότε, το περιοδικό «Ωλήν», ένα εξαιρετικό για τα μέτρα της εποχής έντυπο, που δεν επρόκειτο να ζήσει για πολύ. Η συνεργασία αφορούσε μια μετάφραση της προφητείας του Ναούμ, του γνωστού κειμένου της Παλαιάς Διαθήκης, που ο Ηλίας νόμιζε ότι μπορούσα να του κάνω. Ξαφνιάστηκα για την επιλογή του κειμένου (δεν τον ήξερα και καλά, ούτε και ήταν γνωστός ακόμη· δημοσίευε τα ποιήματά του με ψευδώνυμο), αλλά δέχτηκα, και έτσι η δημοσίευση έγινε στο επόμενο τεύχος του περιοδικού, και μάλλον άρεσε. Τώρα, γιατί τα σκέφτομαι αυτά. Οι παράξενες παρουσίες στη ζωή μας είναι αυτές που τελικά μένουν και αποκτούν μια ιδιαίτερη σημασία. Κάποιοι άνθρωποι μοιάζει από νωρίς να “ψάχνονται” διαφορετικά από τους υπόλοιπους, και αυτό ίσως καθορίζει και την πορεία τους. Ξαφνιάζουν με τις επιλογές τους, ξεχωρίζουν με τις προτάσεις τους αλλά και επικρίνονται συχνά ως διαβιούντες στο περιθώριο. Ο Ηλίας Λάγιος ξεχώρισε μερικά χρόνια αργότερα και ξεχώρισε πολύ. Τόσο, ώστε να προταθεί για το κρατικό βραβείο ποίησης (η απονομή του βραβείου έγινε όταν αυτός είχε πάρει πια τις αποστάσεις του από όλους και από όλα, τις αποστάσεις του από τη ζωή, και δεν δόθηκε σ’ αυτόν). Αλλά και τόσο, ώστε να αποχωρήσει με τον τραγικό τρόπο που “επέλεξε”.]

Διώνη Δημητριάδου

(από τη συλλογή δοκιμίων "Το ύφος και το ήθος", εκδόσεις Νοών, 2010)



Το ατύχημα (διήγημα)


Ο Πρώτος τον είδε αλλά δεν κατάλαβε καλά τι γινόταν, γιατί το μυαλό του ήταν πολύ θολωμένο· θα πρέπει να ήταν ήδη στο πέμπτο, μπορεί και έκτο, ποτήρι βότκα (σκέτο εννοείται). Ο Δεύτερος γύρισε το κεφάλι του και τον έψαξε, όταν κατάλαβε ότι δεν ήταν πια δίπλα του, άρα τόση ώρα μίλαγε στον βρόντο. Ίσα που πρόλαβε να τον δει να ζυγίζεται στην κουπαστή της βεράντας, και μετά τον έχασε από τα μάτια του. Ο Τρίτος, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που ο Άλλος προσγειωνόταν στο πλακόστρωτο, έβγαινε στη βεράντα, άρα δεν είδε τίποτα. Άκουσε την κραυγή του Δεύτερου και τον είδε να τρέχει προς την άκρη για να κοιτάξει κάτω. Κοκάλωσε.

Ο Δεύτερος, καθισμένος κάπως άβολα στη σπαστή καρέκλα του ασθενοφόρου προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με την εικόνα του Άλλου, όπως την είχε μπροστά του. Αναίσθητος, αιμόφυρτος και, ίσως, ετοιμοθάνατος. Τι είχε επιτέλους συμβεί; Πώς είχε πιει τόσο και δεν κατάλαβε κανείς τίποτε; Του μίλαγε πριν από λίγο. Στην αρχή του απαντούσε, μετά κάτι ψιθύριζε, μετά τίποτε, αλλά νόμιζε ότι τον άκουγε. Πότε σηκώθηκε, πότε ανέβηκε στο στηθαίο, επιτέλους τι ήθελε να κάνει εκεί πάνω; Όχι, δεν καταλάβαινε.

Ο Πρώτος έπινε τον δυνατό καφέ που του είχε φτιάξει ο Τρίτος. Η ζαλάδα δεν του είχε περάσει ακόμα. Τι να καταλάβει; Έπεσε από τη βεράντα στο πλακόστρωτο. Ο Άλλος. Γιατί;

Ο Τρίτος πάσχιζε να θυμηθεί. Από το πρωί, που τον πήρε τηλέφωνο ο Άλλος και ήρθε σπίτι του, ήταν μαζί. Μιλούσε συνέχεια. Του είπε πράγματα για τη ζωή του που ο ίδιος τα αγνοούσε, κι ας ήταν στενοί φίλοι εδώ και σαράντα χρόνια. Μερικά δεν τα καταλάβαινε, ιδίως αυτά που έλεγε για τον χωρισμό των ανθρώπων σε ομάδες. Η  π ρ ώ τ η  ο μ ά δ α, έλεγε, είναι αυτοί που αντιμετωπίζουν τη ζωή αποφεύγοντας να αντιμετωπίσουν ταυτόχρονα και τα προβλήματά της. Δεν υπερπηδούν τα εμπόδια που βρίσκουν μπροστά τους, τα θολώνουν για να μην τα βλέπουν. Η  δ ε ύ τ ε ρ η  ο μ ά δ α είναι αυτοί που θέλουν διαρκώς τη βοήθεια κάποιου για να τον έχουν δίπλα τους και να τους ακούει, να νιώθουν ότι τους βοηθάει· βέβαια, κι αυτό δεν είναι άσχετο, οι ίδιοι σπανίως ακούν τον άλλο και τα προβλήματά του. Η  τ ρ ί τ η  ο μ ά δ α είναι οι πιο φυσιολογικοί, ας το πούμε έτσι, για τα μέτρα του μέσου ανθρώπου. Και ακούνε και βοηθάνε και μιλάνε και είναι πάντα εκεί, όταν κάποιος τους ζητάει. Καλό αυτό, όμως δεν είναι πολυπληθής ομάδα.
Σίγουρα σ’ αυτούς δεν ανήκουν ο ι  ά λ λ ο ι, οι ολιγάριθμοι αυτοί περίεργοι, που νιώθουν αλλιώς και αντιλαμβάνονται αλλιώς τα πράγματα γύρω τους. Αυτοί σπανίως μιλάνε, και όταν το κάνουν, είπε, σε λίγους εκλεκτούς ακροατές, μιλάνε σε γλώσσα περίεργη, δυσνόητη, συμβολική και απρόσιτη· αυτοί ξέρουν ότι λίγοι θα τους καταλάβουν, στο μέτρο πάντα του δυνατού, δεν έχουν, όμως, και την απαίτηση να γίνουν αντιληπτοί. Θέλουν, είπε, να καταθέσουν σε ευήκοα ώτα τη «διαθήκη» τους, πώς δηλαδή σκοπεύουν να διαθέσουν τον εαυτό τους στο εξής. Δεν το πολυκατάλαβε αλλά δεν πρόλαβε και να ζητήσει να του το εξηγήσει αυτό, γιατί ήρθαν οι άλλοι δύο και η κουβέντα ξεστράτισε. Μόνο κάποια στιγμή που βρέθηκαν οι δυο τους τον ρώτησε.
Να δες τους και θα καταλάβεις, είπε. Εγώ τι να κάνω εδώ;

 Ήταν ο Δεύτερος στο τηλέφωνο:
Δεν τα κατάφερε, τελείωσε. Δεν συνήλθε παρά μόνο για μια στιγμή, με κοίταξε και ψιθύρισε κάτι ακατανόητο, 
ε ί μ α ι  μ ε  τ ο υ ς  ά λ λ ο υ ς,  
π ά ν τ α  μ’ α υ τ ο ύ ς  ή μ ο υ ν α
κάτι τέτοιο. Καταλαβαίνεις τίποτε; Εδώ τους είπα ότι πήγε να κοιτάξει κάτω, είχε πιει πολύ, ζαλίστηκε κι έπεσε. Ατύχημα, έτσι;

Ο Τρίτος θυμήθηκε τον καθηγητή του στο Πανεπιστήμιο: «Πάντα η ετυμολογία μιας λέξης σάς βοηθάει να κατανοήσετε το βαθύτερό της νόημα».
Ατύχημα: α στερητικό και τύχη. Δηλαδή κάτι που ξέφυγε από τη τύχη. Ναι, αλλά όχι τυχαία. Η ζωή μας όλη είναι που επιλέγει την πλευρά που θα ταχθούμε. Με τους τυχερούς, που βρίσκουν λύσεις, άσχετο αν τους λύνουν τα προβλήματα ή με τους λίγους άτυχους, που πολλά κατανοούν και λίγα αντέχουν; Αυτοί καμιά φορά σαλτάρουν κι από τα μπαλκόνια.
Και βέβαια ατύχημα. Τι άλλο;

Απλή λεπτομέρεια. Ο Άλλος από το πρωί που ήταν συνέχεια μαζί δεν είχε βάλει ούτε σταγόνα αλκοόλ στο στόμα του.

(Διώνη Δημητριάδου)

(από τη συλλογή διηγημάτων "Το ατελιέ", εκδόσεις Νοών, 2011)



Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί 
δύο ερωτικά ποιήματα του Θανάση Πάνου




Τοξοβόλος

Στα σεντόνια ένα σπαθί πεντακάθαρο ένα κατσίκι από μπρούντζο, ένα ντουφέκι κουρασμένο δίπλα στο κρεβάτι και στο τζάκι μες τις γαλάζιες φλόγες να βρέχει αμμουδερή η απουσία.
Αχ… δες τα δάχτυλά μου πώς στεφανώνουν τα στήθη σου πώς με σαντάλια βουλιάζω στην άμμο τρέχοντας σε εσένα πώς η νύχτα χύνει δάκρυα και λάσπη γεμίζει την καρδιά μου… Ένας ολυμπιονίκης εγώ, γίνομαι συνέχεια με τον δικό σου τρόπο τοξοβόλος ανάμεσα στα μπούτια σου,  άλλο να μη κάνω παρά να ροκανίζω το πέπλο κάθε νύχτας.







Ερωτικόν πανσελήνου

Έχεις ολοστρόγγυλο αφαλό λυγερή μου, με το υπερόφρυο τόξο σου να συγκλονίζει τις αισθήσεις μου και τα λαγόνια σου ανάκλιντρο και το σκαμνάκι του αιδοίου σου θεωρείο για τις ταυρομαχίες μου, νόστιμο φαγάκι οι γλουτοί σου και τα μπράτσα σου εστία, πάπια μου και λύκαινά μου, δεν υπάρχει τίποτα που να αξίζει πιο πολύ από την σκλαβιά μου στην φλόγα της φωτιάς σου, την φυλακισμένη στο μπούστο που αφρίζουν τα ολόλευκα  βυζιά σου…

Και γινόμουν πουλί,
-πόσο αθώο πουλί-
σαν φώλιαζα νωχελικά
στα άχραντα βυζιά σου.


Θανάσης Πάνου

(Ο Θανάσης Πάνου σπούδασε οργάνωση & διοίκηση επιχειρήσεων,  κοινωνιολογία- εγκληματολογία και  πραγματοποίησε ειδικές σπουδές εικαστικών τεχνών  (εικόνα ήχος-κίνηση-λόγος), με αντικείμενο έρευνας την λειτουργιά της καλλιτεχνικής φόρμας και τη μορφική της αντιστοιχία από το ένα είδος τέχνης στο άλλο, μέσω της βιωματικής παιδείας. Ως  εκπαιδευτικός έχει εργαστεί με ομάδες art therapy και είναι επιστημονικός συνεργάτης του κέντρου ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ & ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΤΕΧΝΩΝ στο τμήμα πειραματικής έρευνας και έκφρασης. Έχει λάβει μέρος σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις Ζωγραφικής – video-art,  στην Ελλάδα και το εξωτερικό  και έχει οργανώσει λογοτεχνικές εκδηλώσεις και δρώμενα πλαισιωμένα με μουσική και οπτικοποίηση ποιητικού λόγου.  Το  Ινστιτούτο Πειραματικών Τεχνών (Τhe Institute for Experimental Arts) το 2013 και 2014 παρουσίασε videoart & ποίησή του στο Διεθνές Φεστιβάλ ποίησης ( Ιnternational Film Poetry Festival). Με το μουσικό σχήμα των MOLES BAND  έχουν επενδύσει μουσικά  παραγωγέςdocumentary.  Άρθρα , πεζά και ποιήματα του  έχουν δημοσιευθεί σε εφημερίδες ,περιοδικά και λογοτεχνικές  ανθολογίες.)


(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)



Κυριακή 4 Οκτωβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (μόνη αίσθηση)




Ένα βλέμμα
δύο λόγια
κι αρκετές σιωπές
αδιόρατες κινήσεις
κατά κει που στρίβει ο δρόμος.
Όλα στην αποθήκη του μυαλού.

Φυλαγμένα εκεί
θάβονται κάτω από τη νέα λήθη.

Μονάχα το άγγιγμα
-ακόμη κι ανεπαίσθητο-
διεκδικεί χώρο δικό του
και ανασύρεται
απ’ τις βαθιές τις αυλακιές
κάθε που μια θύμηση
στο δέρμα επάνω
απλώνεται.

Η μνήμη κατεξοχήν
είναι υπόθεση αφής.



(Διώνη Δημητριάδου)

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2015

            Μια ‘ανάγνωση’ στην ποιητική συλλογή
         «Κλινικά απών» της Χλόης Κουτσουμπέλη 
                          
                           (από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη)



Διαβάζοντας τα ποιήματα της εκλεκτής Χλόης Κουτσουμπέλη είχα την αίσθηση ότι έχω μπροστά μου μια ποιητική μελέτη στον Έρωτα. Σε όλες τις εκδοχές του, με όλες τις θετικές και αρνητικές εκφάνσεις του. Έρωτας με τις ανθρώπινες διαστάσεις του χωρίς ονειρικά ταξίδια και ρομαντισμό αδιέξοδο αλλά και ανέξοδο οπωσδήποτε. Γιατί, για να βάλεις τον έρωτα στον στίχο πρέπει να τον έχεις ζήσει, να έχεις σκιαχτεί βαθιά από τις αιχμηρές του γωνίες, να έχεις προχωρήσει εκεί που περπατάς παρά τις συμβουλές για οπισθοχώρηση, να έχεις αντικρίσει κατάματα τη ματαίωση των ψευδαισθήσεων. Γήινη είναι η ποίηση εδώ, χωμάτινη. Γι’ αυτό και σπουδαία.

Μπορεί ο έρωτας να είναι ‘κατεψυγμένος’; Μπορεί να συντηρείται; Κι όμως

«Πολλοί άνθρωποι κάνουν συλλογή
από τέτοια διάφανα βαζάκια Χωρίς συντηρητικά γράφει απέξω η ετικέτα» (Η κονσέρβα)

υπονοώντας ότι εδώ δεν υπάρχουν δάκρυα να λειτουργήσουν ως συντηρητικά παλιών ερώτων.

Παράνομος, μπορεί να είναι; Σκληρή, φυσικά, η αποτίμησή του

«Έξω στον δρόμο
ένας γερανός σήκωνε το όνειρο.» (Παράνομο παρκάρισμα)

Ματαιωμένος, τις περισσότερες φορές

«…Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα…» (Ματαίωση)

Στοιχειωμένος; Ο χειρότερος.

«Οι στοιχειωμένοι έρωτες
κοιμούνται σε σεντούκια
με το ένα μάτι μισόκλειστο
σε αργή αναμονή» (Οι στοιχειωμένοι έρωτες)

Μέσα στο ερωτικό σύμπαν ψάχνει να κάνει τον απολογισμό και συναντά τους άλλους τεθλιμμένους, εκλεκτούς της ηδονής, σε συγγενική σχέση μαζί της και σε κοινή εκτίμηση

«…στο λήμμα αγάπη
διαβάζουμε πάντα λάθος το συνώνυμο» (Εκλεκτικές συγγένειες)

Μα πάλι, μπορεί το λάθος να έγινε στην παιδική ηλικία. Μπορεί να φταίει εκείνο το παιδί που δεν μεγάλωσε, που λάθεψε στα παιχνίδια του, δεν ‘διάβασε’ σωστά τα μηνύματα που του έστελναν μέσα από τα γυάλινα μάτια τους

«Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα» (Εκ των υστέρων)

Όμως η συνειδητοποίηση έρχεται έστω και αργά

«Στο αγώνισμα της μονομαχίας
δεν έχει σημασία η παιδική σου ηλικία
αυτό που έχει σημασία
είναι ο αντίπαλος με το κοντάρι…» (Το αγώνισμα της μονομαχίας)


Ίσως τότε,

«Υπήρξε λάθος του κατασκευαστή απ’ την αρχή.
Ο Κήπος ήταν ναρκοθετημένος με μήλα που εύκολα αναφλέγονταν
Η Κιβωτός είχε ρωγμές και βούλιαζε
Η ποσότητα ελπίδας που διοχετεύτηκε
στην αγορά ήταν ελαττωματική
Κι όμως υπήρχαν άνθρωποι μέσα στους αιώνες
παράλογα και ανόητα γενναίοι
που αψήφησαν την βέβαιη ήττα
άγγιξαν ξένο κορμί, δικό τους
άλλη ψυχή, οικεία
και με ένα φιλί
σταγόνα βουλοκέρι
σφράγισαν τον Χρόνο.» (Η γοητεία της βέβαιης ήττας)




Ξεκάθαρο προβάλλει το συμπέρασμα: Ο έρωτας ‘κλινικά απών’ (οπωσδήποτε με το δισήμαντο της έννοιας) οδηγεί αναπόφευκτα στη μοναξιά του ποιητικού υποκειμένου. Μια μοναξιά που γράφεται στις σελίδες με αλληγορίες, με εναλλαγή του ρεαλιστικού τοπίου με το υπερρεαλιστικό, με φειδωλή χρήση των σημείων στίξης, έτσι που να σχηματίζεται ένα τοπίο κοφτό, ελλειπτικό, ελεύθερο στον αναγνώστη να διαβαστεί με τις δικές του απορίες και τις παύσεις.
Αυτή τη μοναχική αίσθηση, ως απόηχο του βιωμένου έρωτα, αυτή τη μοναξιά μέσα στον έρωτα με ή χωρίς την παρουσία του άλλου

«…Έτσι κι αλλιώς
πάντα με την σκιά μας
πλαγιάζουμε τις νύχτες» (Το τηλεφώνημα)

 έρχεται να εκφράσει η ποίηση

«γιατί οι λέξεις ήταν πιο αναπαυτικές από τις πράξεις» (Συμπτώσεις)
και
«γιατί η τέχνη είναι πάντα η οροφή που λείπει» (Τέχνη)

Έτσι η ποιήτρια μέσω της ποιητικής της τέχνης δίνει και την κατακλείδα σ’ αυτή τη ‘μελέτη περί έρωτος’

«Δεν είχε παιδική ηλικία και αυτό του επέτρεπε να διαπερνά τους τοίχους αλώβητος. Επίσης διατηρούσε την κατάλληλη θερμοκρασία ώστε να μην υπάρξει ποτέ οργιώδης βλάστηση στο θερμοκήπιο μέσα του. Κάποτε μια γυναίκα έβαλε το χέρι της μέσα στο κορμί του και κάτι σχίστηκε στο στέρνο του. Της έγραψε τότε ένα γράμμα. Αγαπημένη μου, της μήνυσε, θέλω να σε φωτογραφίσω για το αρχείο που κρατώ. Να έρθεις αύριο στο στούντιο, να φοράς ένα λευκό φουστάνι και λευκά εσώρουχα, να έχεις κότσο τα μαλλιά. Να κρατάς μια ομπρέλα και να διαλύεσαι απαλά όπως παλιά δαντέλα. Να μυρίζεις γιασεμί. Θα κάνουμε έρωτα σε ένα σιδερένιο κρεβάτι. Θα λύσεις τα μαλλιά σου και θα κλαις. Την ώρα του αποχαιρετισμού θα αρνηθώ κάθε ανάμειξη. Γιατί όταν εσύ θα μπαίνεις στην φωτογραφία, εγώ πάντα θα είμαι πίσω από τον φακό.» (Το σιδερένιο κρεβάτι)

Ίσως, τελικά,  αυτό να είναι το πρόβλημα στον έρωτα. Η μοναχική στιγμή που αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχουν δύο θέσεις (ποτέ μία) και εσύ διαλέγεις, όπως πάντα, αυτήν μπροστά στον φακό. Και αφήνεσαι στην αυταπάτη ότι όλα τα όμορφα και τα εκστατικά γίνονται εκεί, στο άπλετο φως. Στη σκοτεινή πλευρά, όμως, συντελούνται τα άλλα θαύματα, τα αόρατα με γυμνό και εύπιστο μυαλό. Και αυτά είναι τα πιο σκληρά, τα σιδερένια και αδιαπέραστα για την αφελή οπτική. Που πάντοτε χάνει το παιχνίδι.
Αυτά τα θαύματα, τα συντελούμενα στο σκηνικό του έρωτα, μας έδειξε η Χλόη Κουτσουμπέλη στα ποιήματά της. Και, περιέργως, αυτός ο κλινικά απών’ εξακολουθεί μετά την ανάγνωση να αναπνέει, να επιμένει, να σαγηνεύει και να προκαλεί. Πώς θα μπορούσε να είναι αλλιώς;

(Διώνη Δημητριάδου)








Διαβάζοντας και σχολιάζοντας 

(τραίνα και τρένα)




Η ανάγνωση
(από το ποίημα «Σιελ» της Ειρήνης Μαργαρίτη, συλλογή «Φλαμίνγκο», εκδόσεις «Μελάνι»)

«…
Μεταξουργείο
Το τρένο φεύγει
Εγώ γράφω
Σταθμός Λαρίσης θυμήθηκα πως είναι κάποια τρένα
που έρχονται και φεύγουν
Αλλιώτικα
Αυτά δεν με πάνε σπίτι μου
Είναι αυτά για να μας ταξιδεύουν
…»

Και ο σχολιασμός

Όσο και να αλλάξει η γραφή τους, από αι σε ε, αυτά επιμένουν από κάπου να έρχονται και κάπου να πηγαίνουν. Υπάρχει, ωστόσο, η διάκριση: άλλο πράγμα οπωσδήποτε να σε πηγαίνουν από το Μεταξουργείο στο σπίτι και άλλο να σε ξενιτεύουν (το χειρότερο) ή να σε ταξιδεύουν (το καλύτερο). Αλλά και σε ένα άλλο επίπεδο (πιο βαρύ στην ψυχή αυτό): άλλο πράγμα να είσαι μέσα και να κοιτάζεις από το κατεβασμένο τζάμι και άλλο να είσαι στην αποβάθρα και να τα βλέπεις στο φευγιό τους.
Τώρα, αν είσαι ακόμη νέος, μπορεί και να σε ενθουσιάζει όλο αυτό το σκηνικό. Και γράφεις τρένο με ε. Οι κάπως πιο προχωρημένοι σε ηλικία και εμπειρίες κάπως διστάζουμε να σταθούμε σε αποβάθρες. Φέρνουν στο μυαλό χωρισμούς. Και οπωσδήποτε γράφουμε τραίνο με αι.

(Διώνη Δημητριάδου)

(Claude Monet, "τραίνο στο χιόνι")