Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2022

Ο ανήφορος Νίκος Καζαντζάκης Εκδόσεις Διόπτρα η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Ο ανήφορος

Νίκος Καζαντζάκης

Εκδόσεις Διόπτρα

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Νίκος Καζαντζάκης: «Ο ανήφορος» (diastixo.gr)

 




Αισθάνουμαι πως η ανθρώπινη μοίρα περνά μιαν κρίσιμη κατάσταση και γι’ αυτό νιώθω μεγάλη αγωνία. Σα να εφεύρε ο γορίλλας τη φωτιά, πριχού προλάβει να γίνει άνθρωπος. Αυτό γράφει ο Νίκος Καζαντζάκης σε επιστολή του στον ελληνιστή Σουηδό φίλο του Börje Knös στις 12 Σεπτεμβρίου 1946. Η άποψη αυτή αφενός απηχεί την κατασταλαγμένη αίσθηση που  ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος με όλη του τη θηριωδία άφησε στην ψυχή του. Αφετέρου, συνοψίζει μέσα σε λίγες λέξεις τη βασική ιδέα στην οποία στηρίχτηκε ο Ανήφορος, το ανέκδοτο ως τώρα βιβλίο του, ένα βιβλίο που επί εβδομήντα πέντε χρόνια περίμενε τη συνάντησή του με το αναγνωστικό κοινό. Η κυκλοφορία του από τη Διόπτρα, είναι όχι μόνο μια εκδοτική είδηση αλλά, κυρίως, ένα σπουδαίο πολιτιστικό γεγονός.

Γραμμένος ο Ανήφορος το 1946 (πιθανότερη χρονολόγησή του), έρχεται αμέσως μετά από το Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (πρώτη έκδοση το 1946), ένα από τα έργα που τον κατέστησαν γνωστό διεθνώς αλλά που εδώ, στην Ελλάδα των ταραγμένων εκείνων χρόνων, φάνηκε έργο «λειψό», καθώς δεν είχε καμία αναφορά στην περίοδο της Κατοχής και στα μαρτύρια του ελληνικού λαού. Θα μπορούσε, επομένως, ο Ανήφορος να αποτελέσει την ηθική αποκατάσταση του συγγραφέα, και αυτό γιατί στο βιβλίο ξεκάθαρη είναι η αγωνία του για τα πολιτικά τεκταινόμενα στη μεταπολεμική εποχή, καθώς επίσης διάφανη, όσο πουθενά αλλού σε όλο το έργο του, η κοινωνικο-πολιτική του τοποθέτηση. Μια θεωρία εν τη γενέσει της, στηριγμένη σε πολιτικά συστήματα του καιρού του, όμως τόσο πιο ενδιαφέρουσα στην προοπτική της, άρα πρωτότυπη και πρωτοποριακή στην ουσία της. Ένα σύστημα μετα-κομμουνιστικό, ένας συνδυασμός της μαρξιστικής θεωρίας (χωρίς τον δογματισμό στην εφαρμογή της) με τη χριστιανική ιδεολογία (χωρίς την εναπόθεση της ελπίδας στη βασιλεία των ουρανών): η σοσιαλιστική λαχτάρα για έναν κόσμο πιο δίκαιο κι η νεοχριστιανική αναγέννηση. Μα κι οι δυο αυτές ιδέες συγχρονισμένες. (σ. 161). Το πιο ενδιαφέρον στη θεωρία αυτή: η προϋπόθεση να αποτελέσει κοινό κτήμα όλων και στόχο οραματικό όσο και εν δυνάμει πρακτικό. Ανάμεσα σε τρεις πιθανές διαδρομές, τη μοναχική «σταυροφορία», τον πολιτικό αγώνα και το γκρέμισμα του παλιού για να χτιστεί το καινούργιο, διάλεξε την πιο ανηφορική, την τελευταία. Εκεί στηρίζεται η θέση του Καζαντζάκη για τη δημιουργία μιας Διεθνούς του πνεύματος και της ψυχής, που θα ήταν ικανή να αποτελέσει τον φωτεινό φάρο στον δύσκολο δρόμο των μεταπολεμικών «οδοιπόρων», στην αναπότρεπτα ανοδική τους πορεία προς μια κοινωνία καλύτερη, δικαιότερη, αδελφωμένη. Με τον τρόπο αυτό, όχι απλώς επισημαίνει τον κίνδυνο που διέρχεται ο πολιτισμός μας (ας το δούμε και διαχρονικά αυτό) αλλά προτείνει μια λύση: ένας μεγάλος κίντυνος απειλεί το σημερινό μας πολιτισμό· να δούμε τον κίντυνο τούτον κατάματα, χωρίς τρόμο, έτσι μονάχα θα μπορέσουμε να τον νικήσουμε. […] να επιστρατέψουμε όλες τις φωτεινές δυνάμες που υπάρχουν μέσα στον κάθε άνθρωπο και στον κάθε λαό. (σσ. 166-167).



Η θέση αυτή, που απηχεί την αγωνία ενός από τα εναργέστερα πνεύματα της ευρωπαϊκής σκέψης, ίσως θα ήταν αναμενόμενο να αποτελέσει θέμα για ένα από τα πλέον φιλοσοφικά δοκίμια του Καζαντζάκη. Άλλωστε στο τέλος του βιβλίου γράφει: Πήρε ο Κοσμάς ένα κόκκινο μολύβι, έγραψε απάνω σ’ ένα καινούργιο τετράδιο με μεγάλα κεφαλαία γράμματα: ΑΣΚΗΤΙΚΗ· κι άρχισε καθαρά, αναπαμένα, ν’ αντιγράφει τ’ όραμά του: (σ. 251). Με τον τρόπο αυτό δείχνει πως ήθελε να ενσωματώσει στον Ανήφορο το κείμενο της Ασκητικής του  (Ασκητική- Salvatores Dei, ήδη γραμμένη από το 1923, σε πρώτη έκδοση το 1927 και σε συμπληρωμένη το 1945) πιστεύοντας ότι όσα έγραφε εκεί για την αναγκαιότητα των ανθρώπων να εφεύρουν έναν καινούργιο κόσμο στη θέση του παλαιού και καταρρέοντος, ολοκλήρωναν το όραμά του για την «Πνευματική Διεθνή» που παρουσίαζε εδώ.

Κι όμως, επέλεξε τη μορφή μυθιστορήματος, παρεμβάλλοντας στην πλοκή της ιστορίας του τον προβληματισμό του και την ανάπτυξη της θεωρίας του ως σκέψεις του ήρωά του, του Κοσμά. Ίσως να ήταν ο καλύτερος τρόπος αυτός ο λογοτεχνικός «μανδύας», ώστε η πολυεπίπεδη σκέψη να φθάσει αβίαστα στην αναγνωστική κατανόηση και εν τέλει αποδοχή. Η ενδιαφέρουσα αυτή λογοτεχνική περσόνα φέρει πολλά από τα στοιχεία του δικού του προσώπου, ενταγμένη σε ένα περιβάλλον που επίσης έχει κοινά χαρακτηριστικά με την προσωπική του ζωή, τόσο σε τόπους όσο και σε πρόσωπα. Ο Κοσμάς είναι ένας συγγραφέας από το Ηράκλειο (Μεγάλο Κάστρο στο βιβλίο), που επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από απουσία πολλών χρόνων, έχοντας εν τω μεταξύ λάβει μέρος στον πόλεμο ως αεροπόρος υπηρετώντας στο μέτωπο της Αφρικής. Μαζί του έχει τη γυναίκα του, την Πολωνοεβραία  Νοεμή (βαφτισμένη με το χριστιανικό όνομα Χρυσούλα), μοναδική επιζήσασα από τη οικογένειά της που εξοντώθηκε στα κρεματόρια του Χίτλερ. Μετά τον θάνατο του παππού του (πολλά κοινά με τον παππού του Καζαντζάκη, πατέρα του Καπετάν Μιχάλη ή «Δράκου»), θα φύγει μόνος για την Αγγλία με την παρότρυνση της γυναίκας του, για να έρθει σε επαφή με άλλους διανοούμενους και να συν-ιδρύσουν μια «Πνευματική Διεθνή», με στόχο την ανασύνταξη/αναδημιουργία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και την επίτευξη της ειρήνης. Απογοητευμένος από την παθητική στάση των άλλων «γραφιάδων», που αρκούνται στη γραφή τους και μάλιστα με αδιάφορη θεματική, αλλά και συντετριμμένος από ένα τραγικό γεγονός στην προσωπική του ζωή, θα απομονωθεί στο Στράτφορντ-απόν-Αίιβον, γενέτειρα του Σαίξπηρ, μόνος και απελπισμένος, και με μια ψυχοσωματικής προέλευσης  παραμόρφωση του προσώπου από ένα περίεργο έκζεμα. Ως αντίδοτο θα αρχίσει να γράφει αποτυπώνοντας το όραμά του για τον καινούργιο κόσμο.



Έχουμε, λοιπόν, ένα μυθιστόρημα που προτάσσει την πλοκή μιας επινοημένης ιστορίας, αφήνοντας όμως μέσα από τον εγκιβωτισμό σ’ αυτήν παλαιών θρύλων, παραμυθιών και ονείρων, μέσα από εκτενείς διαλόγους και εξωτερίκευση εσώτερων προσωπικών σκέψεων, να διαφανεί ο φιλοσοφικός χαρακτήρας της γραφής όπως και το κοινωνικο-πολιτικό όραμα του δημιουργού της. Παράλληλα, ανιχνεύουμε στοιχεία της προσωπικής του ζωής, που καθιστούν τον Ανήφορο, άλλο ένα από τα βιβλία του Καζαντζάκη που χαρακτηρίζεται εν μέρει αυτοβιογραφικό. Μέσα από τον ήρωά του, διακρίνουμε τον ανήσυχο διανοούμενο, με τις δύο αντικρουόμενες τάσεις: από τη μια τον διακαή πόθο να βάλει σε λέξεις όσα του γεννά η ψυχή του και το πνεύμα του, από την άλλη να αντιμετωπίσει έμπρακτα τη ζωή, να κάνει πράξη όσα επιθυμεί για την πατρίδα του και τον υπόλοιπο κόσμο, αφήνοντας στην άκρη μια, ατελέσφορη ίσως,  θεωρία. Η ανάγκη να ισορροπήσουν αυτές οι δύο δυνάμεις, θα τον ωθήσει στην άποψή του (εκφρασμένη με τον έναν ή τον άλλο τρόπο σε όλο το έργο του, όμως εδώ πιο συγκεκριμένη) για τον ρόλο του διανοούμενου/«γραφιά»:

 

[…] να βγάλει αυτός μιαν κραυγή. Για ποιο σκοπό; Μοναχά για να σωθεί, σ’ ένα κιτρινισμένο χαρτί, η αξιοπρέπεια του ανθρώπου. Αν ο Γραφιάς δεν έβλεπε και δεν κατάγγελνε, η αδικία κι η ατιμία δε θα ’χαν καμιάν τιμωρία στον κόσμο κι η αρετή κι ο πόνος καμιάν αμοιβή· λίγος καιρός θα περνούσε κι όλα θα σβήναν από τη μνήμη του ανθρώπου. Μα ο Γραφιάς, ταχτοποιώντας μαγικά  τις λέξες, νικάει τον καιρό κι αθανατίζει την αμοιβή και την τιμωρία. Όταν ένα πολιτισμός βουλιάξει, ο Γραφιάς μονάχα ανεβαίνει απάνω από τα κύματα του καιρού και πλέει. (σ. 187).

 

Μια πάλη να διασωθεί το πνεύμα πάνω από την ύλη, αυτή η θέση διατρέχει όλο το έργο του Καζαντζάκη και του παρέχει την ικανή δικαιολογία για να συνεχίσει να γράφει, αλλά και να «χτίσει» λογοτεχνικά τη μορφή του ελεύθερου ανθρώπου: μια λαχτάρα ν’ ανέβουμε απάνω από τα χτηνώδη ένστιχτα, να νικήσουμε την ύλη, δηλαδή τη σκλαβιά, και να γίνουμε ελεύτεροι. Αυτή η κραυγή της ελευτερίας είναι το αθάνατο που έχει ο θνητός άνθρωπος μέσα του. (σ. 169).

 

Ο εκδοτικός οίκος Διόπτρα, στηριγμένος σε μια επιστημονική επιτροπή (Θανάσης Αγάθος, Δημήτρης Κόκκορης και Βαγγέλης Χατζηβασιλείου) προγραμματίζει την επανέκδοση των βιβλίων του Καζαντζάκη, με αρχή αυτό το ως τώρα ανέκδοτο έργο του, που ευτύχησε  σε όλα, αρχικά από τη μεταγραφή του χειρογράφου και την επιμέλεια (Βίκυ Κατσαρού) που διασώζει την ιδιότυπη, ποιητική γλώσσα του Καζαντζάκη, από τον Πρόλογο και το Επίμετρο (Νίκος Μαθιουδάκης, Παρασκευή Βασιλειάδη), την εξαιρετική γραμματοσειρά, μέχρι την καλλιτεχνική διεύθυνση από τον Γιάννη Καρλόπουλο, στον οποίο ανήκει το λιτό σχεδίασμα του εξωφύλλου με το κόκκινο του αίματος και της μελάνης,  Εύστοχος και ο τίτλος, Ανήφορος (το χειρόγραφο ήταν άτιτλο), συνοψίζει σε μία λέξη όλη τη σκέψη του Καζαντζάκη: Έτσι μονάχα η ζωή σώζεται. Τι θα πει σώζεται; Ανεβαίνει. Επάξια ο Ανήφορος έρχεται να πάρει επιτέλους τη θέση του στο corpus του έργου του.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Κυριακή 16 Οκτωβρίου 2022

Η νόσος της αδράνειας και άλλες ιστορίες Κώστας Αρκουδέας εκδόσεις Καστανιώτη η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Η νόσος της αδράνειας

και άλλες ιστορίες

Κώστας Αρκουδέας

εκδόσεις Καστανιώτη

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Κώστας Αρκουδέας: «Η νόσος της αδράνειας» (diastixo.gr)

 



Μονάχα εδώ, ανάμεσα στις λέξεις, μπορείς να μεταμορφώνεσαι και να μεταμορφώνεις. Ο Κώστας Αρκουδέας συμπυκνώνει μέσα σε λίγες λέξεις όλη την ουσία της γραφής, τη σχέση ανάμεσα στον δημιουργό/αφηγητή και σε όσα τον περιβάλλουν αποτελώντας την πηγή για την αρχική ιδέα της γραφής. Μια σχέση που μπορεί να φαίνεται ικανή να διαμορφώσει τόσο την ίδια την ιστορία εν τη γενέσει της αλλά, όσο κι αν μοιάζει εξωπραγματικό, επιδρά και στην εικόνα του κόσμου, που πλέον αποκτά μια ακόμα υπόσταση, τη λογοτεχνικά επινοημένη. Ταυτόχρονα, όμως (και φυσικά αναπόφευκτα), διαφαίνεται και η σχέση ανάμεσα στον δημιουργό μιας ιστορίας και στον αποδέκτη της, με τη συνθήκη της αλληλεπίδρασης πάλι να λειτουργεί. Ο δημιουργός στην απομόνωσή του μεγαλουργεί και ελπίζει στην αναγνωστική σύμπλευση, ακόμα κι όταν με την απομόνωσή του (εν πολλοίς προϋπόθεση δημιουργίας) φαίνεται να την καταργεί. Ποικίλες σχέσεις, απολύτως δημιουργικές, μαγικές.  

Μαγικές και οι ιστορίες της Νόσου της αδράνειας, καθώς χωρίζονται σε τέσσερις ενότητες (Νερό, Φωτιά, Γη, Αέρας) με προμετωπίδα της κάθε μιας από αυτές τα λόγια του Χόρχε Λουίς Μπόρχες. Έτσι, αναδεικνύεται το αληθοφανές «ψεύδος» της λογοτεχνίας (σωτήριο όσο και η όντως αλήθεια των πραγμάτων), έννοια του μποχερσιανού σύμπαντος, κατευθυντήρια ιδέα και στο παρόν βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα. Γιατί, η αλήθεια και το ψέμα δεν είναι απολύτως διακριτές έννοιες μιλώντας για τη λογοτεχνική γραφή. Σπανίως λειτουργούν σε αντίστιξη, σχεδόν πάντα περιπλέκονται, προκειμένου να δομηθεί η πλοκή, να διαφανούν τα γεγονότα με την αναγκαία αληθοφάνεια.

 

Αργότερα, όταν η πόλη είχε βυθιστεί στο σκοτάδι, οι κάτοικοι του Κροτόνε είδαν να αντιφέγγει στη θάλασσα ένα ζαφειρένιο χρώμα, σαν να τη φώτιζε απ’ τον βυθό το μάτι ενός Κύκλωπα. Έλυσαν τα καΐκια τους και σάλπαραν για να δουν από κοντά την πηγή του φωτός. Σαν όμως ξανοίχτηκαν στο πέλαγος, το φως έσβησε και απέμεινε ο αχός μια σιωπής παράξενης, σχεδόν αποτρόπαιης. Οι ψαράδες έκαναν  τον σταυρό τους και ξαναγύρισαν άπραγοι στο λιμάνι. («Το ρίγος», σ. 106).

 

Με ενσωματωμένη την ουσία των λόγων του Μπόρχες στη δική του σκέψη ο Αρκουδέας θα ορίσει στο Αντί Προλόγου (ένας τρόπος εισαγωγής στο βιβλίο αλλά και μια εξήγηση της αφορμής του) το πώς και το γιατί της δικής του γραφής, προχωρώντας κατόπιν στις ίδιες τις ιστορίες του.

Ως πλαίσιο για τις ιστορίες αυτές είναι κυρίως το αστικό τοπίο, ο σύγχρονος κόσμος με όλη την παθογένειά του, από τις εγγενείς λόγω κοινωνικής συμβίωσης «ασθένειες» έως τις απρόσμενες αντίξοες συνθήκες που συχνά προκύπτουν επιδρώντας καταλυτικά στους εγκλωβισμένους σε κοινωνικές συμβατικότητες ανθρώπους. Ιστορίες για τον αγχώδη ρυθμό της ζωής, για τη διάψευση των ελπίδων, για τη διαχρονική διχόνοια των Ελλήνων (γενετικά ίσως πλασμένων να μη βολεύονται στη συνεργασία και τη σύμπλευση) για την πολυπλοκότητα της σχέσης ανάμεσα στις διαφορετικές γενιές (εδώ η σχέση γονιών και παιδιών), για τον έρωτα και το αδιέξοδο της συμβίωσης, για τη διαφορετικότητα και την τραυματική  συνειδητοποίησή της, για την ξενοφοβία και τις απαρχές της και τόσα άλλα.

 

Μην ξέροντας τι να κάνει, πηγαίνει στην κουζίνα και ανοίγει το ψυγείο. Το τέρας στο άλλο δωμάτιο τον ακούει. Δε λέει τίποτα, αλλά ο Μιχάλης ξέρει ότι τον παρακολουθεί. Στα μάτια του, με τα χρόνια, τη θέση της Αλίκης έχει πάρει ένα λαίμαργο τέρας.  Ένα βαμπίρ που απομυζεί τη ενέργεια των ανθρώπων γύρω του, τρέφεται απ’ αυτήν. Με ψυχραιμία και μεθοδικότητα, με πρωσικό κυνισμό, απογυμνώνει τον άλλον και βρίσκοντας τα τρωτά του σημεία βυθίζει τα πεινασμένα του δοντάκια στη σάρκα του. Του έχει μείνει πολύ λίγη ενέργεια. Δε θέλει να του την πάρει κι αυτήν. («Ο Πρώσος αξιωματικός», σ. 175).

 


Η θεματική ποικιλία ξαφνιάζει, ωστόσο δικαιολογείται με την παρατήρηση πως τα διηγήματα του βιβλίου διατρέχουν μια συγγραφική πορεία σχεδόν σαράντα χρόνων, από το 1981 έως το 2020, με τη διαφοροποίηση του συγγραφικού ενδιαφέροντος αλλά και της οπτικής γωνίας, ως φυσική απόρροια του ρέοντος χρόνου και της ωρίμασης. Πέρα από την επιθυμία (δικαιολογημένη) να εκδοθούν διηγήματα παλαιότερα και πιο πρόσφατα από ένα συγγραφέα που μας έχει συνηθίσει στη μεγάλη αφήγηση (μυθιστόρημα), και μάλιστα με τον ιδιαίτερο τρόπο γραφής που τον χαρακτηρίζει, υπάρχει και μια ακόμη κοινή παράμετρος που ενώνει μεταξύ τους τις ιστορίες του βιβλίου, επιβεβαιώνοντας τον χαρακτηρισμό που ο ίδιος επιλέγει αρχικά για τον  εαυτό του και κατ’ επέκταση για τον κάθε έναν εραστή της γραφής:

 

Αφηγητής αιώνιος κατοικεί μέσα σου, με κρυφή μελαγχολία στο βλέμμα και αόριστη λησμονιά, ισχνή σαν αρχαία λαβωματιά, στην κοψιά του προσώπου. (Αντί προλόγου, σ. 13).

 

Τα λόγια του Μπόρχες, όπως «προλογίζουν» τις τέσσερις ενότητες του βιβλίου, αποκαλύπτουν τις κατευθυντήριες γραμμές της γραφής του Αρκουδέα: Η παρατήρηση των λεπτών αποχρώσεων της πραγματικότητας, όχι μόνο με τα στοιχεία που συλλαμβάνουν οι αισθήσεις αλλά με την αρωγή της φαντασίας, που δημιουργεί μια δική της αλήθεια, η αποτύπωση με λέξεις της αρχικής εικόνας και της ιδέας που τη συνοδεύει συμπυκνώνοντας όλη την ουσία μέσα στο λιγοστό «σώμα» που συνιστούν οι απαραίτητες λέξεις, χωρίς περιττή μακρηγορία, ο εντοπισμός των αφορμών εκεί που οι άλλοι τίποτα δεν αντιλαμβάνονται, η σχέση με τους «αόρατους» φίλους, αποδέκτες της γραφής, μια αίσθηση πως δεν είσαι μόνος, τέλος το «γιατί» αυτής της γραφής, δηλαδή για ποιον γράφει κανείς και με ποιο σκοπό – γράφω για τον εαυτό μου και τους φίλους μου. Γράφω ακόμα για να κάνω ευκολότερο το πέρασμα του χρόνου, θα πει ο Μπόρχες.

Έτσι, στο φόντο της  θεματικής του ανακαλύπτουμε πέρα από το αληθοφανές «ψεύδος» της λογοτεχνίας (σωτήριο όσο και η όντως αλήθεια των πραγμάτων) στην ευφάνταστη μυθοπλασία, την περιεκτική αξία του σύντομου  αφηγήματος, τη δημιουργική μοναξιά του συγγραφέα καθώς και την ευθεία αυτοαναφορικότητα της γραφής, σωτήρια και αυτή, αληθινή ως το μεδούλι. Με όχημα, επομένως, τις ιστορίες του βιβλίου (με ενδιαφέρουσες τεχνικές αφήγησης, γλώσσα ανάλογη κάθε φορά των απαιτήσεων της κάθε μίας) προσφέρεται μια έμμεση θέα στη συγγραφική τέχνη, που καλείται να ανακαλύψει ο κάθε αναγνώστης, πέρα από τη γοητεία που ασκεί πάνω του αυτή καθεαυτή η συγκεκριμένη γραφή. Καλός μάστορας της αφήγησης, άλλωστε, ο Αρκουδέας.

 

Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 13 Οκτωβρίου 2022

Λέγε με Στράτο μυθιστόρημα Χρυσούλα Σ. Γεωργούλα εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Λέγε με Στράτο

μυθιστόρημα

Χρυσούλα Σ. Γεωργούλα

 εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Λέγε με «καθαρόαιμο Έλληνα» • Fractal (fractalart.gr)



 

Λέγε με «καθαρόαιμο Έλληνα»

 

Στη  πρώτη της απόπειρα να αναμετρηθεί με τη μεγάλη αφήγηση, δηλαδή το μυθιστόρημα, η Χρυσούλα Γεωργούλα επιλέγει ως κεντρικό πρόσωπο έναν αντιήρωα που τον αποστρέφεσαι από την αρχή της ιστορίας. Επειδή τίποτα δεν είναι τυχαίο, από το πρώτο κεφάλαιο η συμπεριφορά του απέναντι στα ζώα δείχνει ξεκάθαρα τον τρόπο του απέναντι σε όποιον και σε ό,τι του καταστρέφει το βόλεμά του, την ησυχία του, εν τέλει την εικόνα που κατασκευάζει για τον ίδιο και για τον κόσμο μέσα στον οποίο βρέθηκε και πρέπει αναγκαστικά να ζήσει· αν όλα δεν συμφωνούν με το μοντέλο ζωής του, τόσο χειρότερα γι’ αυτά. Η Γεωργούλα τοποθετεί τον ήρωά της και τον περίγυρό του μέσα στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, με τον απόηχο των «καλών» δεκαετιών του ’80 και του ’90 να υπογραμμίζουν αντιστικτικά την παρακμή και την κρίση που ακολούθησαν, κυρίως από το 2008 και μετά. Σωστά, λοιπόν, η ευρύτερη ιστορία της χώρας συμβαδίζει με την προσωπική των ηρώων, επιδρώντας καταλυτικά στις επιλογές τους (συχνά αναπόφευκτες) και στη διαμόρφωση των χαρακτήρων.

Ο ήρωας Στράτος Αχτσίδης, προερχόμενος από τα πιο λαϊκά στρώματα, με τη συνακόλουθη ελλιπή μόρφωση, επιρρεπής στις ευκολίες μιας ευμάρειας επί πολλά χρόνια, που όμως αποδείχθηκε ψεύτικη, βρίσκεται με την οικονομική κρίση άνεργος, να αντιμετωπίζει το προσωπικό του αδιέξοδο με καταφυγή στο αλκοόλ και στη βία. Θέμα χρόνου, όπως φαίνεται, είναι η  επαφή του με τα ρατσιστικά κυκλώματα και τους υπόλοιπους, όπως κι αυτός, «καθαρόαιμους Έλληνες» ή αλλιώς «Ελληνάρες». Εικόνες, που όλοι έχουμε δει σε έξαρση ιδίως τα τελευταία χρόνια, εκτυλίσσονται στις σελίδες του βιβλίου, με ερωτήματα να προκύπτουν αβίαστα:

- ο έκδηλος ρατσισμός είναι μόνο απότοκο της κρίσης και της εισροής μεταναστών μέσα στον αστικό ιστό;

η ανέχεια προκαλεί αναπόφευκτα τη βία ή συντρέχουν κι άλλοι παράγοντες για την εκδήλωσή της;

- εν τέλει, πόσο ρατσιστές είμαστε, έτσι κι αλλιώς, απλώς απαιτείται η κατάλληλη συνθήκη για να πυροδοτήσει κάθε φορά την εκδήλωση της βαθύτερης φύσης μας;



Η ενδιαφέρουσα θεματική του βιβλίου δεν εξαντλείται στα προκλητικά αυτά ερωτήματα, καθώς πρόκειται για ένα βιβλίο που, με μια εξίσου προκλητική εκφορά του λόγου υποστηρικτική στα ακραία γεγονότα, δημιουργεί διαρκώς την αίσθηση πως θέλεις να αντιδράσεις. Ο κίνδυνος  είναι να παραδεχθείς πως κάτι από όλα αυτά σου ταιριάζει ως συμπεριφορά ή ως βαθιά κρυμμένη επιθυμία. Έχουμε κατανοήσει, ειδικά τα τελευταία χρόνια, πως ο μύθος της κοινωνικής αλληλεγγύης και της αποδοχής του διαφορετικού καταρρέει, αποκαλύπτοντας πως ο ρατσισμός και η συνακόλουθη βία δυστυχώς καλά κρατεί στην πάλαι ποτέ «αθώα» του κρίματος ελληνική κοινωνία. Και για να μη θεωρηθεί ότι αποτελεί μια τέτοια διαπίστωση μόνο σύγχρονο ελληνικό χαρακτηριστικό, να τονιστεί εδώ ότι πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες συνθήκες κοινωνικής διαβίωσης, δηλαδή την «προστασία» της ομάδας των ομοειδών από κάθε στοιχείο που με τη διαφορετικότητά του την απειλεί. Δυστυχώς αιώνες «πολιτισμού» και «παιδείας» δεν κατόρθωσαν να εξαλείψουν τον μηχανισμό αυτοπροστασίας της ομάδας, με τα γνωστά ντροπιαστικά επακόλουθα στην ιστορία των λαών.

Πιστεύω πως η λογοτεχνική γραφή, όταν τολμά να αγγίξει το τραύμα, μπορεί να συνεισφέρει στην υπόθεση αρχικά με τη συνειδητοποίηση του προβλήματος και κατόπιν  με την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδυνάμωσή του. Το μυθιστόρημα της Γεωργούλα, χωρίς να διεκδικεί καμιά πρωτοτυπία στη θεματική του, κερδίζει στον τρόπο προβολής του θέματος, καθώς ακολουθεί την ευθεία διαδρομή, χωρίς εύκολες και βολικές παρακαμπτηρίους που θα αθώωναν τις ακραίες συμπεριφορές ως απότοκο περιστασιακών συνθηκών. Σε κανένα σημείο το βιβλίο δεν αποδίδει τη συμπεριφορά του ήρωα μόνο στην κοινωνική και οικονομική κρίση, αφήνοντας να εννοηθεί πως βαθύτεροι παράγοντες συν-επιδρούν. Παράλληλα δείχνει, μέσω στοιχείων που αφορούν στον πατέρα του ήρωα, πως δεν υπάρχουν παρθενογενέσεις στον τρόπο που εκδηλώνεται ο χαρακτήρας. Πιστεύω ότι η ιστορία του Στράτου αποτέλεσε το συγγραφικό εύστοχο «όχημα», προκειμένου να ειπωθούν αλήθειες, και αυτό είναι ίσως η σημαντικότερη προσφορά (πέρα από τις αρετές στην επιλογή της γλώσσας αλλά και την πλοκή που αρθρώνεται σε σύντομα κεφάλαια) της συγκεκριμένης γραφής.


Διώνη Δημητριάδου

 


Απόσπασμα

 

Δεν πέρασε ώρα και το πατάρι γέμισε με μπρατσαράδες που φορούσαν όλοι μαύρα ρούχα και είχαν στα χέρια και τα πόδια ελληνοπρεπή τατουάζ, μαιάνδρους, Χριστούς, τέτοια. άρχισαν να μιλάνε χαλαρά για τις καλύτερες μέρες που θα έρθουν και για την εξάλειψη της ανεργίας, που οφειλόταν στους ξένους. Όλοι έλεγαν και συμφωνούσαν πως έπρεπε να φύγουν από τον τόπο μας οι λαθραίοι, κάτι σαν εκείνο που λέγαμε παλιότερα, «έξω οι βάσεις του θανάτου», τους ρώτησα και μου είπαν να κόψω τις μαλακίες, αφού ένας είναι ο εχθρός, οι κομμουνιστές, οι πούστηδες και οι λάθρο, που με το καλό ή με το κακό πρέπει να πάρουν πόδι για να λάμψει στην πατρίδα ξανά ο ήλιος της δικαιοσύνης. (σ. 127-128).

 

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2022

Ψιλά γράμματα μυθιστόρημα Ιωάννα Καρυστιάνη εκδόσεις Καστανιώτη η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Ψιλά γράμματα

μυθιστόρημα

Ιωάννα Καρυστιάνη

εκδόσεις Καστανιώτη

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 «Ψιλά γράμματα» της Ιωάννας Καρυστιάνη (κριτική) – Τα άυλα τιμαλφή (bookpress.gr)

 



Τα άυλα τιμαλφή

 

Γίνεται ποτέ σε αναμέτρηση με τη μνήμη να διαχωρίσεις μόνο όσα ωραία θέλεις να διατηρηθούν και να απολησμονήσεις όλα τα άσχημα; Η μνήμη, όπως γράφει η Ιωάννα Καρυστιάνη στο νέο της μυθιστόρημα Ψιλά γράμματα, έχει τη δική της δυναμική, τη δική της αυθαιρεσία καλύτερα, και με αυτόνομη δράση εκείνη επιλέγει τι θα ανασύρει στην επιφάνεια και τι θα αφανίσει στη λήθη. Έτσι, όταν ο Μιχάλης Τσιούλης, ο ήρωας της ιστορίας βάζει σε μια σειρά τις αναμνήσεις του για να ανασυνθέσει το παρελθόν του, έρχονται μαζί με τα ωραία και τα άσχημα, στο μερίδιό τους το καθένα, και δίπλα στα πιο φανταχτερά βαδίζουν προς την επιφάνεια της συνείδησης και τα ψιλά γράμματα, τα άυλα τιμαλφή.

Ο Μιχάλης Τσιούλης (τον συναντάμε αρχικά στα πενήντα τρία του χρόνια, το 2005) είναι μια ιδιόμορφη προσωπικότητα, ευτυχής όταν βρίσκεται στην αφάνεια, όταν περνά απαρατήρητος ως παρουσία, σε όλη του τη ζωή ένα βήμα πιο πίσω από τους άλλους (καλύτερα πιο πίσω, καλύτερα στην άκρη) στη θέση συνήθως του παρατηρητή, να θέλει να πάρει μέρος στον χώρο μιας διακριτής δράσης, όμως κάτι να τον κρατά πάντα στο περιθώριο. Στη σκιά του μεγάλου αδελφού του, του Κίμωνα, που επιλέγει την πρώτη θέση σε όλα, στη βαριά σκιά επίσης της αριστερής ταυτότητας του πατέρα του αλλά κυρίως του σκοτωμένου στον Γράμμο θείου του Φώντα, θα προσπαθήσει να χαράξει τη δική του πορεία, δίνοντας εξετάσεις για τη Σχολή Ικάρων, όμως διαφορετικές εποχές (το παρελθόν της οικογένειας μετράει), έτσι θα καταλήξει σε ιδιωτική σχολή να γίνει μηχανικός αεροσκαφών. Αυτός που λαχταρούσε τους αιθέρες, που είχε ασκήσει το μυαλό του σε απογειώσεις και σε πτήσεις πάνω από τα σύννεφα. Αυτός που θα κατανοήσει κάποτε πως όλο αυτό μπορεί εκτός από θεαματικό να σκορπίζει και τον θάνατο. Τότε θα αναθεωρήσει.

Γεννημένος το ’52, θα βρεθεί ηλικιακά κοντά στον φοιτητόκοσμο των εξεγέρσεων της Νομικής και του Πολυτεχνείου, κι εδώ όμως ξυστά θα περάσουν όλα αυτά από δίπλα του. Απών από τη δράση, όμως, τα συνταρακτικά γεγονότα θα επηρεάσουν έκτοτε τη σκέψη του. Κάποιες σχέσεις που θα δοκιμάσει, θα λήξουν άδοξα με πρωτοβουλία πάντα της κοπέλας· μια ερωτική ζωή αφημένη στη τύχη της. Κι όμως, αυτός κολλημένος σε μια φευγαλέα παρουσία, μακρινή, κάποια Μεγάλη Παρασκευή, όταν στη  περιφορά του Επιταφίου στον Άγιο Λουκά Πατησίων το 1973, τον μάγεψε μια μελαχρινή χορωδός, με αναψοκοκκινισμένα μάγουλα και στο κεφάλι ένα γκρίζο σκουφί με πορτοκαλιά φούντα. Την Παρασκευή, 17 Νοέμβρη του ’73,  έξω από το ξεσηκωμένο Πολυτεχνείο θα τη συναντήσει πάλι και πάνω στην αναμπουμπούλα της εφόδου θα βρεθεί στο χέρι του το σκουφί της. Από τότε η μορφή της στοιχειώνει τη μνήμη του και κάθε Μεγάλη Παρασκευή θα την αναζητά μάταια στον Επιτάφιο.



Η πλοκή της ιστορίας διατρέχει το διάστημα από το 1972 έως το 2005. Εστιάζοντας η Καρυστιάνη στον Μιχάλη, θα δείξει για μια ακόμη φορά την προτίμησή της στους χαμηλόφωνους ήρωες, αυτούς που ποτέ δεν θα δουν το όνομά τους σε καμία λίστα επιφανών ή έστω διακριθέντων. Οι αντιήρωες που κινούνται στα μετόπισθεν, αποφεύγοντας συνειδητά τα φώτα της δημοσιότητας. Κι όμως, χωρίς αυτούς, τους κατά κάποιο τρόπο «παρίες» της φωταγωγημένης πίστας, τίποτα δεν θα μπορούσε να αποβεί διακριτό, τίποτα δεν θα ξεχώριζε, αν αυτοί δεν έβαζαν με τη δική τους παρουσία/απουσία  τα όρια. Γύρω του οι άλλες παρουσίες, κυρίως ο πατέρας του (γι’ αυτόν ο Μιχάλης είναι άτυχος, ατάλαντος, άτολμος, αδέξιος και αφανής) να απορεί για την πορεία του γιου του και να τον ρωτάει στην πρώτη κιόλας γραμμή του μυθιστορήματος: «Είσαι πούστης, γιε μου;», ερώτηση που θα μείνει σχεδόν αναπάντητη από τον εμβρόντητο Μιχάλη.

Οι ήρωες της Καρυστιάνη δεν είναι καθόλου μετέωροι, βρίσκουν χώρο να πατήσουν πάνω στο ευρύτερο ιστορικό φόντο που βαίνει παράλληλα με τον δικό τους μικρόκοσμο και φυσικά τον επηρεάζει, χωρίς συγγραφικά να τον υπερκαλύπτει, καθώς εδώ η μυθοπλασία είναι που προβάλλεται. Με το βάθος χρόνου να μας οδηγεί στην προηγούμενη γενιά, Κατοχή και Εμφύλιο, ως ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, αλλά και ως ζωή ιδιωτική με τους συναδέλφους του Πολυχρόνη, του δασκάλου πατέρα του Μιχάλη, να δίνουν τον δικό τους τόνο ως απόηχο των προηγούμενων δεκαετιών, προχωράει η ιστορία σε δύο παράλληλα επίπεδα – άλλωστε τίποτα δεν προκύπτει χωρίς τις απαραίτητες συνδέσεις με το παρελθόν.

Η γραφή της, ο τρόπος της να χειρίζεται τα μικρά μεγέθη και να τα αναδεικνύει σε μείζονα λογοτεχνικά πρόσωπα, η κατάργηση της ευθύγραμμης χρονικής ακολουθίας, προκειμένου να διαφανούν οι συνδέσεις και να καθαρίσει το τοπίο, η εναλλαγή από το τρίτο πρόσωπο του παντογνώστη αφηγητή στο εξομολογητικό πρώτο, τέλος ο συσχετισμός του ιστορικού πλαισίου με τον ιδιωτικό βίο (άριστα μοιρασμένα), αποτελούν αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά και σ’ αυτό το νέο μυθιστόρημα. Αλλά και η καταβύθιση στα ενδότερα της μνήμης για να έρθουν στην επιφάνεια εκείνες οι καλά κρυμμένες πτυχές της προσωπικότητας, αποτελούν και εδώ βασικό δομικό στοιχείο της ιστορίας. Μόνο που εδώ, ίσως περισσότερο από  προηγούμενες ιστορίες της, η Καρυστιάνη αφήνει να διαφανεί μια πιο προσωπική συμμετοχή σε όσα γράφει, που πάει πιο πέρα από την αυτονόητη συγγραφική. Και αυτό, θαρρώ πως είναι το πιο σημαντικό. Πιο πολύ και από  τον Μιχάλη, που νιώθεις να τον καταλαβαίνεις, να συμπορεύεσαι μαζί του, πιο πολύ κι από την πλοκή που σε παρασύρει αβίαστα, μέσα στα Ψιλά γράμματα βρίσκεις την ώριμη γραφή, την προσωπική καταβύθιση, ίσως την αρχική ιδέα που γέννησε και τα υπόλοιπα μυθιστορήματα: ας ρίξουμε μια ματιά σε όσα διαφεύγουν, σε όσα τολμούν να ζουν ακόμα κι όταν η ζωή αρνείται μια στοιχειώδη δικαίωση, ακόμα κι όταν επιμένουν, με τη σιωπή τους έστω, να δηλώνουν την παρουσία τους θεωρώντας την αυτονόητη, χωρίς ωστόσο να απαιτούν την προσοχή μας. Στο κέντρο της γραφής της πάντα η ανθρώπινη περιπέτεια, κοιταγμένη από τα μέσα, όχι στα μεγάλα, φωτεινά γράμματα, αλλά κυρίως στα ψιλά, που μετράνε εν τέλει και περισσότερο.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Αποσπάσματα

 

Η ζωή μου δεν έχει ενδιαφέρουσα ροή, με εκπλήξεις και ανατροπές, όπως λέγονται, τα γεγονότα είναι μικρογεγονότα και δεν τρέχουν αχαλίνωτα, η ζωή μου φυτοζωεί. Και να την αφηγηθώ όσο πιο σφιχτά γίνεται, πάλι δεν θα λέει, σπινθήρας πουθενά. Όσοι αντέξουν να την ακούσουν, θα το ρίξουν στο χασμουρητό, ζωή-τίλιο. Κάποιοι πομνηρεμένοι με τα προσκυνήματά μου μπορεί να κάνουν τον κόπο να αναρωτηθούν πώς και δεν είμαι από χρόνια στο τρελάδικο, εκεί που ο κάθε εντοιχισμένος είναι και δεν είναι ύπαρξη. Σαν Μιχάλης Τσιούλης δεν κάνω για πρωταγωνιστής, είναι οριστικό, αυτή μια σκέψη και μετά μία επόμενη, οι ταινίες όπου για την πλοκή και την ατμόσφαιρα οι κομπάρσο είναι πιο σημαντικοί από τα πρώτα ονόματα, πιχί οι Τέσσερις μέρες στη  Νάπολη. (σ. 207)

 

Το βρόμικο κόλπο, να ξεχάσεις μόνον τα άσχημα αλλά να θυμάσαι τα ωραία, δεν πετυχαίνει, η μνήμη διεκδικεί τα νόμιμα, δηλαδή όλα ή τίποτε, δηλαδή ας μείνει κάποιος να θυμάται, να θυμάται και τα ψιλά γράμματα. Υπάρχουν κάμποσα που αλίμονο αν τα θάψει κι αυτά ο νους, δεν πρόκειται για φανταχτερά ενσταντανέ και σκατοπασαλειμμένες αναμνήσεις, πρόκειται για άυλα τιμαλφή. Ευτυχώς ο εγκέφαλος του Μιχάλη Τσιούλη τα είχε κλειδώσει και ασφαλίσει.

Με αυτά, όπως λειτουργούν μια χαρά και σκίτσα χωρίς λόγια, αυτός θα έγραφε ποιήματα χωρίς λόγια, κάτι σαν κωφάλαλα τετράστιχα με βασικό νόημα το, μη γίνουμε γαϊδούρια. (σ. 307)

 

 

 

 

Πέμπτη 6 Οκτωβρίου 2022

145 σκέψεις για την ατομική ευθύνη Αντώνης Ξενάκης εκδόσεις Ιωλκός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

145 σκέψεις για την ατομική ευθύνη

Αντώνης Ξενάκης

εκδόσεις Ιωλκός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μία ενδιαφέρουσα ανάγνωση και δύο ενστάσεις • Fractal (fractalart.gr)

 

 


μία ενδιαφέρουσα ανάγνωση και δύο ενστάσεις

 

Δεν υπάρχει λίγο υπεύθυνος ή πολύ υπεύθυνος. Με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να αγαπάς κάποιον λίγο ή πολύ. (σ. 76). Έτσι ολοκληρώνει ο δικηγόρος Αντώνης Ξενάκης το πόνημά του με τις 145 σκέψεις (σύντομες και περιεκτικές) για την ατομική ευθύνη. Στην προμετωπίδα, καθόλου τυχαία ως προς τη θεματική αλλά και ως προς τον τρόπο παρουσίασης των σκέψεων, η θέση του Βίντγκενσταϊν: «Ο κόσμος είναι ο κόσμος μου». Στηριγμένος στη θεωρία πως ο κόσμος δεν ορίζεται από τα πράγματα αλλά από τα γεγονότα (ως συνέχεια της διάκρισης ανάμεσα στο sagen, «λέγω», και στο zeigen,«δείχνω»), και δομώντας το κείμενό του κατά τον τρόπο του Βίντγκενσταϊν στο εμβληματικό του έργο Tractatus Logico-Philosophicus (Λογικο-Φιλοσοφική Πραγματεία), ο Ξενάκης διατυπώνει αποφθεγματικά σχεδόν τις 145 σκέψεις του. Έτσι, προσφέρει το λίγο μα αρκετό, ώστε να προβληματίσει τον αναγνώστη του, δηλώνοντας ταυτόχρονα πως όσα γράφει θεωρούνται από τον ίδιο οριστικές θέσεις.

Μια πρώτη ένσταση εδώ, καθώς φέρνω στον νου μου την αριστοτελική θέση για τη διατύπωση συμπερασμάτων: απέφευγε ο Αριστοτέλης να χρησιμοποιεί την οριστική έγκλιση (έτσι έχουν τα πράγματα), προτιμώντας την ευκαιρία αναθεώρησης που προσέφερε η δυνητική ευκτική (έτσι θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα), προκαλώντας έτσι την πιθανότητα ανατροπής της βεβαιότητας. Ο Ξενάκης παραθέτει, εν τούτοις, αρκετά παραδείγματα και μάλιστα αντλημένα από την καθημερινή συμπεριφορά, καθιστώντας έτσι κατά κάποιον τρόπο, περισσότερο «ανοιχτό» το κείμενό του στην αναγνωστική διαπραγμάτευση και ίσως στη διαφωνία.


Συνοψίζοντας τις 145 σκέψεις του Ξενάκη (δομημένες σε κεφάλαια: Πρόλογος, Εισαγωγή, Όλοι είμαστε υπεύθυνοι, Αποδοχή ευθύνης, Όλα εξαρτώνται από εμάς, Επίλογος) διαφαίνεται η βασική του θέση πως όλα εξαρτώνται από την ατομική βούληση και τη συνειδητοποίηση της δύναμης που έχει η ατομική ευθύνη, καθώς κατά τον συγγραφέα: Σημασία έχει ο καθένας από μας να πάρει την κατάσταση στα χέρια του. Σήμερα! Τώρα! Να πράττει το σωστό, κι έτσι αντί να μας ενώνει όλους η σιωπηρή συνενοχή σε μικρές ή μεγαλύτερες παρανομίες, να μας ενώνουν όλους, η εντιμότητα και η αλληλεγγύη. (σ. 44, σκέψη 70). Κι εδώ η δεύτερη ένσταση: η σύγχρονη, πολυεπίπεδη κοινωνία, με τις διαχωριστικές της γραμμές και τις διαβαθμίσεις της (η θεωρία της ισοπέδωσης σε οικονομικό και κυρίως σε πολιτικό επίπεδο δεν νομίζω ότι μπορεί να σταθεί, όσο κι αν πολλούς εξυπηρετεί), δεν αποτελεί ένα αριθμητικό σύνολο όμοιων μονάδων, επομένως δύσκολα μπορεί να γίνει αποδεκτή η άποψη πως αρκεί να λειτουργήσει στη σωστή κατεύθυνση η μία συνείδηση μετά την άλλη, ώστε  οι ενωμένες ατομικές ευθύνες να αποτελέσουν ένα κοινωνικό σύνολο συλλήβδην υπεύθυνο.

Μένω σε μια από τις διατυπωμένες σκέψεις: Σήμερα ποιος είναι ο στόχος μίας ενδεχόμενης επανάστασης; Ποιος είναι ο εχθρός έναντι του οποίου πρέπει να επαναστατήσουμε; (σ. 51, σκέψη 90). Αρχικά για την επιλογή της θέσης μέσω της ερώτησης. Κατά δεύτερο, για την έννοια της επανάστασης που αναφαίνεται ως λύση καθώς και αυτή του εχθρού, ο οποίος πρέπει προσεκτικά να εντοπιστεί ως απαραίτητη προϋπόθεση, προκειμένου να μην καταλήξει η όποια ρήξη συνώνυμη μια ουτοπίας. Όσο κι αν στην αμέσως επόμενη σκέψη (91) το ερώτημα απαντιέται με τον πιο απλό, ρομαντικό τρόπο (Νομίζω, ο κακός εαυτός μας), δεν παύει να αποτελεί ίσως την πιο ενδιαφέρουσα «θέση» στο βιβλίο, ικανή περισσότερο από όλες τις άλλες να εγείρει προβληματισμό στον αναγνώστη. Παρά τις ενστάσεις, όμως, που ίσως δικαιώνουν το όλο πόνημα ως έναυσμα για σκέψη, αξίζει να δούμε τη δουλειά του Ξενάκη και ως προσπάθεια αφύπνισης όλων εκείνων που θεωρούν πως όλα όσα συνιστούν τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική παθογένεια αφορούν κάποιον άλλο έξω από τους ίδιους. Ένα ιδιόμορφο βιβλίο στη μορφή του, ενδιαφέρον κυρίως για την πρόθεσή του.


Διώνη Δημητριάδου

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2022

Ο ταχυδρόμος του Νερούδα μυθιστόρημα Αντόνιο Σκάρμετα μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου εκδόσεις Κλειδάριθμος η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Ο ταχυδρόμος του Νερούδα

μυθιστόρημα

Αντόνιο Σκάρμετα

μετάφραση: Αγγελική Βασιλάκου

εκδόσεις Κλειδάριθμος

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Antonio Skármeta: «Ο ταχυδρόμος του Νερούδα» (diastixo.gr)

 

 


Σε τρία επίπεδα δομείται το μυθιστόρημα του Αντόνιο Σκάρμετα Ο ταχυδρόμος του Νερούδα, που τώρα κυκλοφορεί σε νέα έκδοση, σε πολύ καλή μετάφραση της Αγγελικής Βασιλάκου, από τον Κλειδάριθμο (πρώτη έκδοση: Ωκεανίδα, 1998). Σε ένα πρώτο επίπεδο παρακολουθούμε την ιστορία του Μάριο Χιμένες, του δεκαεπτάχρονου πρώην ψαρά και τώρα ταχυδρόμου στο απομονωμένο νησί της Χιλής Ίσλα Νέγρα, ο οποίος είναι επιφορτισμένος να παραδίδει σε καθημερινή βάση την αλληλογραφία στον μοναδικό αποδέκτη αλλά και συντάκτη επιστολών, τον ποιητή Πάμπλο Νερούδα. Η επιρροή που ασκεί ο Νερούδα στον απλοϊκό ταχυδρόμο θα τον ωθήσει να επιδιώξει μια επιφανειακή και τυπική στην αρχή επικοινωνία με τον ποιητή, η οποία με τον καιρό θα εξελιχθεί σε ουσιαστική επαφή και φιλία. Η ερωτική έλξη του Μάριο για την εντυπωσιακή Μπεατρίς Γκονζάλες θα αποτελέσει το έναυσμα για τις μεταξύ τους συζητήσεις, με τον ποιητή να προτείνει τρόπους για να προσεγγίσει ο Μάριο το αντικείμενο του πόθου του, μυώντας τον στην ποιητική εκφορά του λόγου.

 

«Αγαπητέ μου ποιητή και σύντροφε», είπε αποφασιστικά. «Εσείς με μπλέξατε σ’ αυτό κι εσείς πρέπει να με ξεμπλέξετε. Μου δώσατε βιβλία να διαβάσω, με μάθατε να χρησιμοποιώ τη γλώσσα μου όχι μόνο για να κολλάω γραμματόσημα. Εσείς φταίτε που την ερωτεύτηκα». (σ. 78).

 

Παράλληλα, σε ένα δεύτερο επίπεδο, παρακολουθούμε τη ζωή του Νερούδα, τη βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ το 1971, την πολιτική του δράση με την υποψηφιότητά του για την προεδρία της Χιλής, και τη σχέση του με τον Αλιέντε, υπέρ του οποίου θα παραιτηθεί το 1970, και τέλος τον θάνατό του. Τα δύο αυτά επίπεδα της πλοκής πλαισιώνονται, όπως είναι φυσικό, με τα γεγονότα της ευρύτερης ιστορίας (η κατάσταση στη Χιλή από την άνοδο του Σαλβαδόρ Αλιέντε στην εξουσία έως την πτώση του και την επιβολή της δικτατορίας του Αουγκούστο Πινοσέτ το 1973). Γεγονότα που επιδρούν, αναπόφευκτα, στη ζωή των ηρώων διαμορφώνοντας τις επιλογές τους, με τον μικρόκοσμό τους διαλεκτικά να συνδέεται με την ιστορία του τόπου τους.



 

«[…] Υπήρξα ο πιο εγκαταλελειμμένος από τους ποιητές και η ποίηση μου ήταν τοπική, πονεμένη και βροχερή. Είχα όμως πάντα εμπιστοσύνη στον άνθρωπο. Δεν έχασα ποτέ την ελπίδα, γι’ αυτό ίσως έφτασα ως εδώ με την ποίησή μου και με τη σημαία μου. Συνοψίζοντας θέλω να πω στους ανθρώπους καλής θέλησης, στους εργαζόμενους, στους ποιητές, πως ολόκληρο το μέλλον εκφράστηκε σ’ αυτή τη φράση του Ρεμπώ: μόνο με φλογερή υπομονή θα κατακτήσουμε τη λαμπρή πολιτεία που θα δώσει φως, δικαιοσύνη και αξιοπρέπεια σ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι η ποίηση δεν θα έχει τραγουδήσει μάταια». (σ. 123).

 

Ο Σκάρμετα χειρίζεται τα διαφορετικά αυτά επίπεδα επιτρέποντας πότε στο διάχυτο ερωτικό κλίμα να επικρατήσει δίνοντας σκηνές εξαιρετικής έντασης, και πότε στον αναμφισβήτητο πολιτικό χαρακτήρα της ιστορίας του να δείξει ίσως τη μία  από τις αρχικές ιδέες της συγκεκριμένης γραφής. Ο ίδιος βαθύτατα πολιτικοποιημένος, με διώξεις από τη δικτατορία, δεν θα άφηνε την ιστορία του χωρίς το απαραίτητο πολιτικό της εκτόπισμα. Από την άλλη, όμως, διαφαίνεται από τον τρόπο που χτίζει τη μυθοπλασία του στο θέμα της σχέσης του Μάριο με τον Νερούδα, μια επιμέρους ιδέα που αφορά το πώς κάποιος αγγίζει τον, άγνωστο ως τότε γι’ αυτόν, ποιητικό κόσμο και σιγά σιγά διαμορφώνει ένα δικό του τρόπο έκφρασης. Ο Μάριο με την επίδραση που ασκεί πάνω του ο έρωτας και φυσικά ο Νερούδα, που του διδάσκει δύο από τους βασικούς δρόμους που οδηγούν στην ποιητική γραφή, δηλαδή τη μεταφορικότητα των λέξεων και την παρατήρηση (Αν θέλεις να γίνεις ποιητής, ξεκίνα να σκέφτεσαι περπατώντας), θα φτάσει κάποτε να γράψει ο ίδιος ποίηση.

Οι αφηγηματικοί τρόποι μοιράζονται ανάμεσα στην αφήγηση, που πληροφορεί για την εξέλιξη της πλοκής, την περιγραφή, που δημιουργεί το κατάλληλο σκηνικό για να σταθούν οι ήρωες, και τέλος τον διάλογο (σε μεγάλη έκταση), που κάνει «περίοπτους» τους ήρωες και, με τη λεπτή αίσθηση του χιούμορ που χαρακτηρίζει τις συζητήσεις των δύο προσώπων (Μάριο και Νερούδα), βοηθά τη βαθύτερη κατανόηση των χαρακτήρων. Σημαντικό αυτό το τελευταίο, καθώς οι δύο ήρωες δεν έχουν κοινά σημεία, οπότε με τις κατάλληλες φράσεις θα ξεκλειδώσει ο κόσμος του καθενός για να δεχθεί τον άλλο. Ένα παιχνίδι λόγου, θα μπορούσαμε να πούμε, ανάμεσα σε δύο «παίκτες» που σταδιακά θα βρουν τον τρόπο να αποδεχθούν αρχικά ο ένας τον άλλο και κατόπιν να συνεννοηθούν καταλήγοντας σε μια στενή σχέση.

Ένα μυθιστόρημα που, όπως εξομολογείται στον πρόλογο ο Σκάρμετα, ξεκινάει με ενθουσιασμό και ολοκληρώνεται μέσα σε κλίμα βαθιάς κατάθλιψης, και γράφτηκε μέσα από την αποτυχημένη προσπάθειά του να πάρει ως δημοσιογράφος μια εκ βαθέων συνέντευξη/εξομολόγηση από τον Νερούδα. Παραμένοντας άπρακτος στο νησί Ίσλα Νέγρα και παρατηρώντας τους χαρακτήρες γύρω του, συνέθεσε την ιστορία του. Ενδιαφέρον.

Όσο για όσους γνώρισαν το μυθιστόρημα μέσα από την κινηματογραφική του εκδοχή (Il Postino του Μάικλ Ράντφορντ, το 1994), να πούμε ότι η συγκινητική, χαμηλών τόνων ποιητική αυτή ταινία, κράτησε το βασικό μοτίβο του μυθιστορήματος, δηλαδή τη συνάντηση των δύο ανδρών και τη σταδιακή μετάβαση από την άγνοια του ποιητικού κόσμου στην ποιητική δημιουργία, ωστόσο η πλοκή της μεταφέρθηκε  από τη Χιλή του 1969 στο Κάπρι της  Ιταλίας των αρχών του ’50, στη διάρκεια της εξορίας του Νερούδα εκεί λόγω της κομμουνιστικής του δράσης. Έτσι, η ανάγνωση του βιβλίου προσφέρει μια διαφορετική αίσθηση απόλαυσης, πέρα από αυτήν της κινηματογραφικής του εκδοχής.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Δασοτόπι εύφλεκτων ουλών Νίκος Α. Πουλινάκης εκδόσεις Το Ροδακιό η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Δασοτόπι εύφλεκτων ουλών

Νίκος Α. Πουλινάκης

 εκδόσεις Το Ροδακιό

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Η ενδιαφέρουσα περίπτωση του Νίκου Α. Πουλινάκη • Fractal (fractalart.gr)

 

 


 

 Η ενδιαφέρουσα περίπτωση του Νίκου Α. Πουλινάκη

 

Στην τρίτη προσωπική του συλλογή ο ποιητής επιδίδεται σε μια διακριτή όσο και ενδιαφέρουσα  τεχνουργία των λέξεων –με τεχνικές που δοκίμασε σε προηγούμενη δουλειά του (Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων, ΑΩ, 2018) όταν συνταίριαξε ουσιαστικά και επίθετα με ευφάνταστη λεξιπλασία για να δομηθούν τότε λεκτικά τα χαϊκού. Εδώ τώρα έχουμε ευρύτερες ποιητικές δημιουργίες, χωρίς να λείπουν, ωστόσο, κάποια εμβόλιμα τρίστιχα στην τεχνική των χαϊκού (Λόγια στο θάμπος/ τα σφάζουνε με σουγιά/ να μη γεννάνε) που ο ποιητής αγαπά. Επιλέγει συχνά την προσωποποίηση των αντικειμένων καθώς και την ταυτοποίηση των προσωπικών καταστάσεων με τη μορφή και τις ιδιότητες των αντικειμένων. Μια επιλογή που άλλοτε ευστοχεί και άλλοτε υπερφορτώνει και αδικεί το ποίημα, κάτι που δύσκολα μπορεί κανείς να αποφύγει, όπως έχει δείξει η απόπειρα και άλλων ποιητών να πειραματιστούν με μια ανάλογη τεχνική (και όχι πάντα τέχνη) των λέξεων. Δεν είναι όμως εκεί που φαίνεται η ποιότητα του ποιητικού λόγου.



Νομίζω ότι η ποιητική τέχνη του Πουλινάκη φαίνεται κυρίως εκεί που αφήνεται σε πιο ελεύθερο στίχο, μακριά από προκαθορισμένες μετρήσεις και από λεκτικές δεσμεύσεις. Έχει τότε την ικανότητα να φτιάχνει σπουδαίες εικόνες, να αφηγείται συχνά μικρές ιστορίες, να προσδιορίζει την αρχική του ιδέα με τον καλύτερο τρόπο. Έτσι, βλέπουμε τη γυναικεία φιγούρα:
Μόνη κι έρμη σαν καραβοφάναρο/ στον εξώστη αγριεμένου πελάγους («Γυναίκα») ή αλλού μια μοναχική πάλι φιγούρα: Κάποτε πατούσε τ’ όνειρο και το ξενύχιαζε./ Τώρα παίρνει σβάρνα τα καπηλειά/ να το κεράσει κούπες/ γεμάτες γλυκό κρασί/ μπας και το καλοπιάσει. («Κάποτε»)
. Άλλοτε σε πρώτο πρόσωπο μιλά στους απόντες προσφιλείς (απολεσθείσες παρουσίες πλέον) ή αλλού στον εαυτό του, όταν νιώθει να τον εγκαταλείπει η ποιητική ιδέα. Άλλοτε πάλι χρησιμοποιεί το τρίτο πρόσωπο για να συμπεριλάβει σ’ αυτή τη φαινομενικά ουδέτερη παρουσία και τον εαυτό του. Με αφιερωμένη τη συλλογή στους γονείς του, βρίσκει αφορμές να τους μιλήσει.  Συγκλονιστική η απεύθυνση στον πατέρα του: Πατέρα, γιατί χολοσκάς;/ Γύρισε πλευρό. Έτσι γεια σου./ Κι αύριο θα είσαι περδίκι./ μην ξεχνάς πως σε λίγες μέρες/ έχουμε να  αλωνίσουμε/ τόσες μα τόσες αστραπές. («Αστραπές»), όπως και η αναφορά στη μητέρα του: Είχα μια μάνα πασπαλισμένη/ με ζάχαρη που μεταμορφωνόταν/ σε καρβουνάκι θυμιάματος («Είχα μια μάνα»).


Ξεχωρίζω, ανάμεσα σε πολλά καλά, το ποίημα «Σκάνδαλο», ευφυές στις επαναλήψεις του, το «Εδώ και κάμποσο καιρό» για την ειλικρίνειά του στην αναζήτηση της ποιητικής έννοιας, καθώς και τα «Η έκταση της αμαρτίας» ([…] Ω, έχω βαθιά επιθυμία να καπνίσω/ την έκταση μιας αμαρτίας./ Ναι, αυτό θέλω./ Α, και κάτι ακόμη./ Μην ξεχάσετε να μου φορέσετε κατάσαρκα/ τα παλιά λινά μου λάθη/ και κρατήστε τα καινούρια/ προκειμένου να προσεύχονται απερίσπαστα για μένα.) και «Το κλειδί», γιατί μοιάζουν με απευθείας κοίταγμα θαρραλέο στον καθρέφτη.

 

Θυμάμαι πριν φύγω απ’ το σπίτι

η μάνα μου με σταύρωνε λέγοντάς μου:

«Να προσέχεις, γιατί τι θαρρείς πως είναι

όλος ο κόσμος; Μια αυλίτσα τοσηδά.

Μια ζαβολιά απ’ το πρωί ίσαμε το βράδυ».

Και μού ’δινε το κλειδί της ελπίδας

πού ’χε την ανθοφορία της πασχαλιάς

να το ρίχνω στην τσέπη

του παντελονιού μου.

Για φαντάσου! Δίχως να λογαριάσω

τους άπειρους ελιγμούς των χρόνων

που κύλησαν μέσα απ’ τα χέρια μου

έχασα ξάφνου εκείνο το κλειδί.

Κι ο κόσμος μεμιάς κατσούφιασε.

Κι έπαψε να μοσχοβολά

πράσινο σαπούνι και αλισίβα.

Γίνηκε, το λοιπόν, μια μακρόσυρτη

φθισική βρισιά και κλείστηκε

στο σανατόριο του πόνου.

Κι εγώ κοντεύω να τρελαθώ.

(«Το κλειδί»)

 

Θα ήταν ενδιαφέρον κάποια στιγμή να δούμε μια συλλογή του πάνω σε ενιαία θεματική, με περισσότερο εμφανή τα δυνατά του ποιητικά σημεία: εικονοποιημένη ιστορία διάχυτη από τον εσωτερικό ρυθμό που κινητοποιεί τις λέξεις του, με διάφανη όσο γίνεται ενδοσκόπηση, ένα μοίρασμα πολύτιμο της ευαισθησίας που τον διακρίνει και της ταπεινότητάς του.

Ο Πουλινάκης άργησε να μιλήσει ποιητικά. Από την πρώτη του συλλογή είχε την αίσθηση του μέτρου παρουσιάζοντας μια ευσύνοπτη ποιητική κατάθεση, συνέχισε πειραματιζόμενος στην τεχνική των χαϊκού και τώρα προσφέρει με ωριμότητα μια αξιόλογη ποίηση προσωπικού χαρακτήρα. Δείχνει έτσι πως από συλλογή σε συλλογή κερδίζει σε ποιητικό ρυθμό, βάζει μέσα στους στίχους του όλο και περισσότερο την προσωπική εξομολόγηση χωρίς περιττά φτιασίδια, κατανοεί τη διαφορά που μετασχηματίζει μια σύναξη λέξεων σε ποίημα. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό.

 

 Διώνη Δημητριάδου