Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015





Η μοναδική ‘έκθεση’ του καθενός από μας έχει οπωσδήποτε μια γοητεία, λίγο ναρκισσισμό, μια δόση επιβεβαίωσης και άλλα ακόμη υπερμεγέθη και φανταχτερά. Η συμμετοχή, όμως, σε συλλογικό έργο φέρει μέσα της πολύ πιο σημαντικά πράγματα. Ας πούμε το άγγιγμα του άλλου στη διπλανή σελίδα, το ξάφνιασμα της συνάντησης με τον απροσδόκητο σωσία της σκέψης σου, ή ακόμη  τη συνειδητοποίηση ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι άρα έχεις δρόμο ακόμη. Δεν είναι λίγο να στεγάζεις τη σκέψη σου, το λιγοστό σου ‘κάτι’ μαζί με τους άλλους και από όλο αυτό να προκύπτει  ένα σύνολο θαυμάσιο.

Αυτή η συστέγαση, το γοητευτικό σύνολο που προέκυψε από την ομάδα CRAFT, είναι η «Ετερότητα», το βιβλίο με τις συμμετοχές μας, τα λόγια, τις εικόνες που μοιραζόμαστε σελίδα σελίδα.


Ο άρχοντας





Ατάραχος, αδιάφορος με όσα συμβαίνουν γύρω του. Εκπέμπει μια απίστευτη σιγουριά για το μέλλον του, όσο κι αν αυτό δείχνει από μακριά αβεβαιότητα. Είναι ο padre padrone της ευρύτερης περιφέρειας, έχοντας σπείρει απογόνους ποικιλόχρωμους, ανάλογους των φιλενάδων του. Αυτή την εποχή μοιράζει το προστατευτικό βλέμμα του σε δύο οικογένειες (δύο μαμάδες και τέσσερα παιδιά) επιβλέποντας την τήρηση της τάξης στον κήπο. Λες και έχει επιβάλει ένα νοητό μοίρασμα στα δύο, ώστε να μην ενοχλεί η μια σπορά την άλλη και να αποφεύγονται οι…γατοκατινιές. Ποτέ δεν εκλιπαρεί για φαγητό, σίγουρος ότι και το αύριο δικό του θα είναι. Κανένα μέλος της πολυπληθούς φαμίλιας του δεν διανοείται να αγγίξει τροφή που εμπίπτει στο βεληνεκές του ποδιού του. Σεβασμός στο κοινόβιο, όχι αστεία. Τον βλέπω και σκέφτομαι πως πράγματι οι γάτοι και τα λιοντάρια είναι της ίδιας φυλής. Άλλωστε οι αγγλόφωνοι σωστά ονομάζουν: cats, big cats.

Δύο ποιήματα της Σοφίας Περδίκη από την ποιητική της συλλογή "Το αιώνιο αίνιγμα" εκδόσεις Κίχλη

Δύο ποιήματα 
της Σοφίας Περδίκη
από την ποιητική της συλλογή 
"Το αιώνιο αίνιγμα"
εκδόσεις Κίχλη

ΠΛΑΝΗ



Κάτι παιδιά



Ξέρω κάτι παιδιά που παίζουν σε αλάνες
με πυροσβεστικούς κρουνούς.
Λούζονται μ’ εύφλεκτα σαπούνια
χορεύουν γυμνά, αναστενάρηδες
πάνω σε σπασμένα τζάμια
μαζεύονται σε μια γωνιά
κοιτάζονται στα μάτια ώρα πολλή
ώσπου ερωτεύονται μ’ έρωτα οργισμένο
πυρώνουν σταδιακά
πλημμυρίζει η γειτονιά από φως κι εκρήξεις
ανήσυχοι ένοικοι στα μπαλκόνια
-αστραπή θα ‘ταν λένε, κλείσε τα παράθυρα, έρχεται μπόρα-
Κι ύστερα από τα χέρια τους γεννιούνται πουλιά
φλόγες μακριά πετούν
σπέρνουν την κόκκινη σκόνη,
καίνε τα μαύρα νέφη,
καπνός στάζει από ψηλά.

Ξέρω κάτι παιδιά
που εξουδετερώνουν
τους πυροσβεστικούς κρουνούς των δημοσίων χώρων.



ΟΝΕΙΡΙΚΟ




Η όραση στην αφή





Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.

Κι ύστερα περνά από μπροστά σου
φευγαλέα η ματιά
μια πλήρωση της αίσθησης βλέπεις
όπως όταν η φλέβα φουσκώνει
το αίμα κυλά
τι τένοντας, τι τέντωμα
να σκάσει πάει η κρούστα
και είναι της πληγής τούτης ενόραση
η δερμάτινη μνήμη.



Σοφία Περδίκη

(τα ποιήματα συνοδεύουν δύο εικαστικά έργα της ποιήτριας: Πλάνη, Ονειρικό)


Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «L’ École des Beaux-Arts de Sainttienne». Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές καθώς και σε πλήθος ομαδικών εκθέσεων.
Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά, στον συλλογικό τόμο της ομάδας CRAFT (μικρές εκδόσεις, 2015) και στις περιοδικές ανθολογίες πεζού και ποιητικού λόγου diP generation (Θράκα, 2016 και Μανδραγόρας, 2017). Από τις εκδόσεις Κίχλη κυκλοφορεί η πρώτη της ποιητική συλλογή "Το αιώνιο αίνιγμα"


Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (εις τα εξ ων συνετέθη)




Το έτερον
ήμισυ
αλλόκοτο
εξωτικό

Το εσώτερον
ήμισυ κι αυτό
ατελές
κι ανεύθυνο

Το όλον
πλήρες
και απροσδοκήτως
ανικανοποίητο

(Διώνη Δημητριάδου)


Μια ‘ανάγνωση’ στην ποιητική συλλογή 
«Το υπόλοιπο της αφαίρεσης» 
της Βασιλείας Οικονόμου, 
από τις εκδόσεις «Γκοβόστη»





Στίχους του Τάσου Λειβαδίτη επιλέγει η νέα ποιήτρια Βασιλεία Οικονόμου για να 'προλογίσουν' την πρώτη της ποιητική συλλογή

«Μας φτάνει να μιλήσουμε απλά
όπως πεινάει κανείς απλά
όπως αγαπάει
όπως πεθαίνουμε απλά»

και μας προϊδεάζει έτσι για τον απλό τρόπο έκφρασης στα δικά της ποιήματα, τοποθετώντας τον εαυτό της στην ομάδα εκείνων των ποιητών της νέας γενιάς που δεν ακολουθούν τον πομπώδη στόμφο παλαιότερων αλλά και σύγχρονων ομότεχνων τους. Και πολύ καλά κάνει. Όχι μόνον γιατί συχνά η ποίηση ασφυκτιά με τα πολλά ‘παιδέματα’ του στίχου αλλά κυρίως γιατί, όπως φαίνεται, αυτή η απλή προσέγγιση του ποιητικού λόγου υπηρετείται θαυμάσια από την ίδια.
Η Βασιλεία Οικονόμου, όπως άλλωστε οι περισσότεροι ποιητές της γενιάς της, φέρει στοιχεία και επιδράσεις από τον ποιητικό λόγο παλαιότερων, δοκιμασμένων εκπροσώπων  της νεωτερικής ποίησης και ως προς τα βασική δομή του στίχου και την απεμπλοκή του από τα περιοριστικά παλαιά πρότυπα αλλά κυρίως ως προς την επεξεργασία των λέξεων, που φθάνει μέχρι την ανατροπή τους, όπως και στην προσωποποίηση των αντικειμένων ως το όριο των ανθρωπίνων αισθημάτων. Στην περίπτωσή της ευτυχώς η επιρροή δεν έμεινε σε στεγνό μιμητισμό αλλά απέδωσε γνήσιο λόγο, ο οποίος κάποτε απογειώνεται σε πολύ καλές στιγμές δημιουργίας.
Σ’ αυτή την πρώτη της συλλογή,  η ποιήτρια δίνει μια εικόνα της αντίληψής της για τον κόσμο που την περιβάλλει και κυρίως για τη θέση της μέσα σ’ αυτόν. Και είναι ενδιαφέρον που όλος αυτός ο κόσμος χωράει σε 26 ποιήματα σύντομης ολιγόστιχης γραφής, τα περισσότερα, με συμπυκνωμένο το νόημα και σαφέστατο τον στόχο.


Ο συμβολισμός, γνωστό αυτό, έχει αφήσει τα ίχνη του σε κάθε ποιητή από τότε που συγκροτήθηκε ως κίνημα, στα τέλη του 19ου αιώνα, μέχρι σήμερα, είτε αυτά τα ίχνη είναι απολύτως εμφανή είτε απαιτούν ειδικό ιχνηλάτη. Έτσι κι εδώ τα σύμβολα υπάρχουν, άλλοτε τα πιο κοινότοπα περιστέρια, άλλοτε οι καθρέφτες, οι οποίοι παίρνουν στην ποίηση της Βασιλείας ενδιαφέρουσες διαστάσεις.

«…δεν ήμουν ποτέ
αυτό που ζήτησες απ’ τον καθρέφτη σου…
»καθορισμένα σχήματα
να κουβαλάνε μιαν ακαθόριστη έλλειψη
που περιμένω να ξεστομίσεις
για να μπορέσω
να σηκωθώ» (Καθρέφτες)

Η αποτύπωση όχι μόνο της εικόνας, απατηλής οπωσδήποτε, αφού στον καθρέφτη ποτέ δεν αποδίδεται πιστό το είδωλο, αλλά και ο εγκλωβισμός των αληθινών στοιχείων ζωής πίσω από το αστραφτερό του τζάμι, προκειμένου να αποδοθούν πάλι ως νέα πραγματικότητα. Και φυσικά το πρόσωπο συνδιαλέγεται με το άλλο του ‘πρόσωπο’. Μέχρι που θα παραδεχθεί:

«…με κούρασε η συνομιλία με τον καθρέφτη» (Κάτι)

Η οπτική των νέων ποιητών (των νέων γενικότερα αλλά και των ποιητών ως πιο ευαίσθητων) ξεκάθαρη:

«…
Καμαρώστε τ’ αμίλητα παιδιά μας
Αργούν πολύ να περπατήσουν πια
Τα φιλιά δίνονται συγχωροχάρτια
στα ραμμένα χείλη του δικού μας γιου
Πιστεύουμε στη μοίρα γι’ αυτό
θα σκίσουμε και θα ράψουμε αλλιώς τις παλάμες του

Πώς τολμάτε, κύριε
να διακόπτετε για ένα κρακ;
Σπάνε οι καρδιές
σιγά την πρωτοτυπία
Αν θέλετε λιμοκτονήστε κρυφά
Όμως προτού καταρρεύσετε
γδυθείτε,

να σας αγιογραφήσουμε» (Ψαλμοί)

Σκληρή στάση. Ίσως δεν γίνεται αλλιώς. Όλα τα παλαιά σχηματοποιημένα και στερεοτυπικά καθιερωμένα έχουν αυτή την τύχη στα μάτια των νεότερων.

«…
Μόνο νεκρό μ’ αγάπησαν
με μύρο ρόδα κι αίματα
Την Κυριακή γυάλισαν τους σταυρούς τους
Και Δευτέρα σιωπηλά με ξανασταύρωσαν
με προσευχές» (Μεγάλες Εβδομάδες)

Διαβάζοντας την ποίηση της Βασιλείας Οικονόμου συνειδητοποιείς ότι πίσω από τις λέξεις της ποιήτριας διαφαίνεται ένα στρώμα ιδιαίτερα ώριμης σκέψης.

«…
Κι αναρωτιέμαι πίνοντας καφέ
μπορεί κανείς να δραπετεύσει
απ’ το παιδικό του δωμάτιο;
…»
(Καθρέφτες)

Η ποιήτρια  εδώ έχει σίγουρα δραπετεύσει από τα παιδικά σχήματα, όπως όλοι που κάποια στιγμή ανοίγουμε την πόρτα και εξερευνούμε και το υπόλοιπο σπίτι. Αναπόφευκτα έχει κόψει τον ομφάλιο λώρο με τον παιδικό της εαυτό. Μέσα από βιώματα αποκτημένη, η ωριμότητά της μας πείθει για την αλήθεια της, στο θέμα του δύσκολου έρωτα

«…το κρεβάτι χωράει τα πάντα εκτός από μένα» (Πόρτα)

στη σκληρή επίγνωση της γυναικείας φύσης

«Έχω μια κόρη αγέννητη
που ευτυχώς δε μου μοιάζει
Είναι χυδαία
Είναι σκληρή
Είναι ακριβώς όπως πρέπει
Δε με χρειάζεται
Δε μ’ αγαπάει
Με ξέρει από πριν
»Αυτή γυρίζει πλευρό και φτύνει
Μου το χρωστάει
Που δεν της έδωσα πόδια να φύγει
Μου το χρωστάει
Που δεν της έδωσα φωνή να με βρίσει
Μα έτσι
έχω μια κόρη αγέννητη
που δε θα πεθάνει ποτέ.» (Γενέθλια)

ακόμη στο αδυσώπητο της μνήμης και της απώλειας

«Να μιλάς όμορφα
έλεγε η μάνα μου
Μου μάθαινε να λέω
Ατέρμονος
Ευπροσήγορος
Προσηνής

Είναι δύσκολες αυτές οι λέξεις;

Τώρα δοκίμασε να πεις,
Αντίο» (Μαθήματα γλώσσας)

«…στα ταξίδια μου παίρνω πάντα μαζί τους νεκρούς μου
και δυο καθαρές αλλαξιές» (Μανταλάκια)

Είναι αυτός ο ώριμος λόγος που την οδηγεί στη διαπίστωση ότι η μνήμη μπορεί να εκληφθεί μόνον ως προς το βάρος της, ξεχωριστό για τον καθένα

«…η σκόνη της μνήμης
Έχει ένα βάρος
ειδικό» (Σκόνη)

αλλά και στη δική της ξεκάθαρη θέση απέναντι στην ποίηση

 «…γι’ αυτό απόψε
διαπράττω μικρά ποιήματα
Που λένε ψέματα
πως ζήσαμε» (Γι’ αυτό)

Σ’ αυτή την πρώτη συλλογή της η Βασιλεία Οικονόμου έδειξε ότι έχει ακόμη πολλά να καταθέσει στην υπόθεση του ποιητικού λόγου. Και μας επιτρέπει να εικάσουμε ότι η ποιητική της προσφορά θα είναι ενδιαφέρουσα.
Ένα τελευταίο σχόλιο αφορά την αισθητική του βιβλίου, το εξώφυλλο του οποίου κοσμεί ο πίνακας της ζωγράφου Λήδας Ντόντου ‘Τα μανταλάκια’. Σε αγαστή συμφωνία με το περιεχόμενο, τον λιτό λόγο της ποιήτριας.



(Διώνη Δημητριάδου)
      Το ιστολόγιο «Με ανοιχτά βιβλία» φιλοξενεί 
           ένα αφήγημα του Κωστή Τζαγκαράκη






Ο διακονιάρης

          
Το χωριουδάκι το λέγανε Αρεβίτη. Από πού βγαίνει τ' όνομά του και τι σημαίνει, μη με ρωτάτε. Δεν ξέρω. Πάντως έτσι το λένε ακόμη, υπάρχει σαν τοποθεσία στον χάρτη και ακόμη κατοικείται. Τρόπος του λέγειν βέβαια το κατοικείται. Τώρα στις μέρες μας πρέπει να είναι δυο με τρία σπίτια κατοικημένα. Πριν καμιά πενηνταριά χρόνια που το επισκεπτόμουν συχνά, πάλι δεν έμεναν παραπάνω από οκτώ με δέκα οικογένειες. Αν ήθελα να κάνω σύγκριση, το χωριό μου, που είχε καμιά διακοσαριά σπίτια, ήταν πολιτεία ολόκληρη.

          Ήταν χτισμένο πάνω στις Μαδάρες των Λευκών Ορέων της Κρήτης, αρκετά ψηλότερα  από το δικό μου το χωριό. Για να πάει κανείς εκεί από το χωριό μου, έπρεπε να πάρει έναν ανηφορικό κατσικόδρομο, που σε πολλά σημεία, πάνω από χαράδρες και γκρεμούς, μόλις που χώραγε να περπατήσει κάποιος μόνος του. Τον χειμώνα τα πράγματα γινόντουσαν ακόμη πιο δύσκολα. Τα βράχια και οι πέτρες γλιστράγανε και τα ζώα ή οι άνθρωποι που ανεβοκατέβαιναν στις Μαδάρες έπρεπε να προσέχουν πιο πολύ να μη βρεθούν στον πάτο του γκρεμού.

          Όσοι ήταν αναγκασμένοι να ζουν εκεί πάνω, ήταν κτηνοτρόφοι, είχαν κοπάδια με πρόβατα και γίδες, και μερικοί ασχολούνταν και με τη μελισσοκομία. Τα βότανα στις Μαδάρες των Χανιών δίνουν το πιο ευωδιαστό μέλι. Η ζωή εκεί πάνω τώρα που υπάρχουν περισσότερες ανέσεις εξακολουθεί να είναι δύσκολη. Τώρα έχουνε και ηλεκτρικό ρεύμα και υδραγωγείο και δρόμους ν' ανεβοκατεβαίνουν αυτοκίνητα να τους εξυπηρετούνε. Φανταστείτε όμως πώς ήταν τα πράγματα πριν πενήντα χρόνια. Ηλεκτρικό ρεύμα δεν υπήρχε, νερό για χρήση δική τους και να ποτίσουν τα ζώα τους έπρεπε να τραβήξουν από τις στέρνες, ούτε δρόμος για αυτοκίνητο για να μεταφέρουν τις προμήθειές τους. Τα μουλάρια και τα γαϊδουράκια ήταν απαραίτητα για τις δουλειές τους. Τα παιδιά που έπρεπε να πηγαίνουν στο σχολείο, έμεναν σε συγγενείς στα γύρω χωριά όσο διαρκούσε η σχολική χρονιά.

          Η σκληρή ζωή είχε κάνει και τους ανθρώπους σκληρούς και ατίθασους. Όλη μέρα στα βουνά, όπου δεν υπάρχει ούτε ένα μέτρο ίσιος δρόμος για να περπατήσεις, με μόνη συντροφιά τους το κοπάδι και τον σκύλο που το συνόδευε, σε αγριεύει. Χειμώνα καλοκαίρι στην απομόνωση από το πρωί μέχρι το βράδυ, χωρίς να έχεις άλλον ν' ανταλλάξεις μια κουβέντα δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα.  Να φεύγεις από το σπίτι σου το πρωί, αξημέρωτα με το δισάκι στην πλάτη, να έχει δυο παξιμάδια, μερικές ελιές και λίγο κρασί να περάσεις τη μέρα σου και να περιμένεις το βράδυ να καθίσεις δίπλα στη φωτιά να ζεσταθείς και να στεγνώσεις πάνω σου τα ρούχα που φοράς κάθε μέρα και να φας ένα πιάτο ζεστό φαγητό, όσο να ‘ναι σε σκληραίνει.

          Παρ' όλες τις δυσκολίες οι άνθρωποι αυτοί δεν βαρυγκωμούσαν. Δεχόντουσαν τη ζωή τους όπως ήτανε, παλεύανε όσο μπορούσανε και τα βγάζανε πέρα. Και δεν χάνανε ποτέ την ανθρωπιά τους και το χιούμορ τους. Σε κάθε ευκαιρία, ειδικά τις καλοκαιρινές βραδιές που μπορούσαν να κάτσουν έξω, μαζευόντουσαν κι αποσπερίζανε, πίνανε κανένα κρασί παραπάνω, ανταλλάσσανε καμιά κουβέντα και πειράζανε ο ένας τον άλλο. Αυτή ήταν η διασκέδαση εκεί. Σιγά σιγά, όμως, τα παιδιά που μεγαλώνανε έφευγαν και φτιάχνανε σπιτικά σε μεγαλύτερα χωριά. Να έχουνε τουλάχιστον τις στοιχειώδεις ανέσεις, ευκολότερη πρόσβαση σε σχολείο, σε γιατρό, στον κόσμο. Οι πιο μεγάλοι, πεισματάρηδες, έφευγαν μια και καλή. Όσο ζούσαν, έδιναν λίγη ζωή στα σπίτια, με τους τοίχους τους γεμάτους με τις φωτογραφίες των ξενιτεμένων. Κι όταν έφευγαν και αυτοί, έμεναν μόνο οι τοίχοι με τις φωτογραφίες.

          Μικρός ανέβαινα ταχτικά εκεί. Οι δυο ώρες περίπου ο δύσκολος δρόμος που χρειαζόταν για να φτάσω, δεν με πείραζαν καθόλου. Τις πιο πολλές φορές για να μεταφέρω κάποιο μήνυμα του πατέρα μου ή κάποια παραγγελιά, αλλά και άλλες φορές πάλι για να επισκεφτώ τα ξαδέρφια που είχα εκεί και που είχαν την ίδια περίπου ηλικία με μένα, και να μείνω μερικές μέρες μαζί τους. Μου άρεσε πολύ εκεί πάνω. Μου άρεσαν οι παρέες τους τα βράδια που μαζευόντουσαν όλοι, μου άρεσαν τα χωρατά τους και τα αστεία τους. Μα πιο πολύ απ' όλα, μου άρεσε τις καλοκαιρινές νύχτες, πριν ακόμη μας πάρει ο ύπνος πάνω στη χωμάτινη σκεπή όπου μας είχε στρώσει η θεια μου για να κοιμηθούμε, να χαζεύω τ' άστρα και να προσπαθώ να τα μετρήσω. Ο ουρανός ήταν τόσο καθαρός και τα άστρα σού φαίνονταν τόσο κοντά, που θαρρούσες πως θα τ' ακουμπούσες, αν άπλωνες το χέρι σου.

          Εκεί πάνω, λοιπόν, ξέπεσε κάποιο καλοκαιρινό απόγευμα ο Γιάννης. Ο Γιάννης ήταν ένας ζητιάνος, διακονιάρης όπως λέγαμε στην Κρήτη. Λιγδιάρης, άπλυτος και βρώμικος γύρναγε τα χωριά εκείνα τα χρόνια ζητώντας ελεημοσύνη. Πάντα καβάλα σ' ένα γαϊδουράκι ταλαίπωρο, πεινασμένο και ψωριάρικο. Πάντα απορούσα πώς μπορούσε ν' αντέχει το βάρος του. Και το νοικοκυριό του Γιάννη. Που όλο κι όλο ήταν ένα τσουβάλι γεμάτο παλιόρουχα και ένα ασκί όπου μάζευε τις ελεημοσύνες. Που ήταν πάντα λιγάκι λάδι, γιατί μετρητά εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν. Ο Γιάννης ζούσε με τις ελεημοσύνες, με κανένα πιάτο φαγητό, όταν έβρισκε, και το γαϊδουράκι με το χορταράκι που μάζευε κλεφτά στο δρόμο με τον Γιάννη στη ράχη του. Καμιά φορά το γαϊδουράκι ήταν πιο τυχερό. Αν τύχαινε να ‘χε κοιμηθεί ο Γιάννης αποβραδίς σε κανέναν αχυρώνα,  έπαιρνε το πρωί φεύγοντας και ένα τσουβάλι άχυρα, όταν δεν τον έβλεπαν. Και το γαϊδουράκι έκανε Πάσχα. Άλλες φορές όμως το γαϊδουράκι ήταν που πλήρωνε τη νύφη για τον Γιάννη. Όποτε έκανε την εμφάνισή του ζητιάνος στο χωριό, όλα τα σκυλιά, συνεννοημένα τον έπαιρναν στο κατόπι γαβγίζοντας και καταδιώκοντάς τον. Αν τα κατάφερναν του άρπαζαν και κανένα πόδι ή του έσκιζαν το πανταλόνι τα πιο τολμηρά. Ήταν μυστήριο για μένα η τόση απέχθεια και το μίσος που έδειχναν όλα τα σκυλιά για τους ζητιάνους. Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω στον εαυτό μου ήταν πως τα σκυλιά ήταν έξυπνα. Τα ταΐζαμε με κανένα ξεροκόμματο ψωμί ή με τίποτα αποφάγια. Αν όμως το ξεροκόμματο ή το περισσευούμενο φαγητό το δίναμε στον ζητιάνο, τότε το σκυλί θα ‘μενε νηστικό. Και το καταλάβαιναν αυτό τα σκυλιά. Τον Γιάννη όμως δεν τον έφταναν πάντα πάνω στον γάιδαρο για να τον αρπάξουν και έτσι την πλήρωνε ο καημένος ο γάιδαρος. Αν μάλιστα δεν προλάβαινε ή δεν μπορούσε να μοιράσει κλωτσιές.

          Κάποιος λοιπόν στο χωριό μου, μίλησε στον Γιάννη και του ‘δειξε τον δρόμο για το πλούσιο και μεγάλο χωριό στις Μαδάρες. Και έτσι βρέθηκε ο Γιάννης στον Αρεβίτη ένα καλοκαιρινό βράδυ. Και έγινε το σημαντικότερο πρόσωπο στο χωριό για κείνο το βράδυ. Ευκαιρίες για διασκέδαση δεν υπήρχαν πολλές στο μικρό χωριό και τώρα που παρουσιάστηκε μια, δεν θα την άφηναν να πάει χαμένη. Μαζεύτηκαν όλοι σε μιαν αυλή, οι γυναίκες έφεραν φαγητά, τυριά και κρέατα υπήρχαν πάντα στο χωριό, οι άντρες έφεραν κρασί, έτρωγαν και έπιναν όλοι, έβαλαν τον Γιάννη να τους λέει τις ιστορίες του, και αυτός αισθανόταν πως ήρθε στη γη της επαγγελίας.
Τόσο πολύ του άρεσε και τόσο πολύ τον συμπάθησαν που του έλεγαν πως δεν θα τον αφήσουν να φύγει. Θα τον κάνουν γαμπρό να μείνει εκεί στον τόπο τους να τους λέει τις ιστορίες του. Του έδειξαν μάλιστα και την νύφη. Μια μεσόκοπη νταρντάνα που καθόταν λίγο πιο πέρα συμμετέχοντας στην παρέα. (Για την ακρίβεια ήταν η γυναίκα κάποιου από την  παρέα και είχε μπει κι αυτή στο παιγνίδι). Του Γιάννη του καλάρεσε και η γυναίκα έδειξε και αυτή κάποιο ενδιαφέρον. Αφού τα βρήκανε λοιπόν σκέφτηκαν πως δεν υπήρχε λόγος να περιμένουνε τον παπά να τους παντρέψει, και θα μπορούσε ο Γιάννης από την ίδια βραδιά,  να πάει να μείνει στο σπίτι της. Θα ‘πρεπε όμως ο Γιάννης να πλυθεί λιγάκι πρώτα και να φορέσει καθαρά ρούχα. Κάποιος έφερε ένα καθαρό πανταλόνι και ένα πουκάμισο να τα φορέσει, και τον γδύσανε, τον δέσανε μ' ένα σκοινί και τον κατέβασαν μέσα σε μια στέρνα για να πλυθεί.
Τον Γιάννη τον ξεχάσανε μέσα στην στέρνα. Ευτυχώς δεν είχε πολύ νερό για να πνιγεί. Ίσα ίσα που του ‘φτανε μέχρι τη μέση. Οι άντρες, ακόμη μεθυσμένοι έφυγαν για τις δουλειές τους το πρωί και μέχρι το βράδυ που γύρισαν δεν υπήρχε κανείς να τον βοηθήσει να βγει έξω. Μόλις τον έβγαλαν άρπαξε τα κουρέλια του και εξαφανίστηκε σέρνοντας τον γάιδαρό του.

          Περάσανε κάμποσα χρόνια και μια συντροφιά χωριανοί μου βοσκοί οδηγούσαν το κοπάδι τους χαμηλότερα στα χειμαδιά κοντά στο Ρέθυμνο αρχές του χειμώνα. Συνάντησαν τον Γιάννη, πάλι καβάλα στο γαϊδουράκι του. Καθόταν ανάποδα, και άφηνε τον γάιδαρο να τον οδηγεί, ενώ αυτός είχε την πλάτη του γυρισμένη προς τα βουνά, προς τα χωριά μας. Όταν τον ρώτησαν γιατί κάθεται έτσι χωρίς να είναι σε θέση να βλέπει πού τον οδηγεί ο γάιδαρος, αυτός απάντησε:
“Δε θέλω μωρέ να θωρώ του κερατά τη χωργιουλέ”.

Κωστής Τζαγκαράκης
(Μάης 2011)

(Γεννημένος σ' ένα χωριό στα βουνά των Χανίων το 1948, παρακολούθησα και τελείωσα το (τότε) γυμνάσιο στα Χανιά το 1966.. από τότε και μετά έφυγα ψάχνοντας δουλειά στην Αθήνα. Από τις αρχές του 1973 και ύστερα, μέχρι τη σύνταξή μου εργαζόμουν στην Ολυμπιακή Αεροπορία σε διάφορες ειδικότητες. 1974-1975 παρακολούθησα μια σχολή επαγγελματική στην Αγγλία με έξοδα της Ολυμπιακής  και για ένα διάστημα η ΟΑ έκανε χρήση των γνώσεων που μ' έστειλαν ν' αποκτήσω εκεί.  Παντρεμένος, με δυο κόρες, ζω στη Γλυφάδα. Πιο πολύ ασχολούμαι με την φωτογραφία σαν χόμπυ και τη χρησιμοποιώ σαν αφορμή να κάνω καμιά βόλτα και να ξεκολλώ από την καρέκλα και τον υπολογιστή Με το γράψιμο ασχολήθηκα λίγο παλιότερα αλλά τώρα τελευταία λιγότερο, επειδή δεν είναι πως λείπει η έμπνευση αλλά επειδή κάπως έχει κοπεί η όρεξη.. μ' όλα όσα μας ταλανίζουν. Όσο τα σκέφτομαι νομίζω πως αν πω κάτι θα ‘ναι μέσα στη θλίψη και την οργή και δεν το θέλω αυτό...)




Τρίτη 6 Οκτωβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στη νουβέλα «Καρυότυπος» του Άκη Παπαντώνη από τις εκδόσεις Κίχλη η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Book-tourhttp://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sti-noyvela-karyotypos-toy-aki-papantoni-apo-tis-ekdoseis-kichli/

                     Μια ‘ανάγνωση’ στη νουβέλα 
                  
          «Καρυότυπος» 
                      
        του Άκη Παπαντώνη
          
           από τις εκδόσεις Κίχλη

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Book-tourhttp://www.booktourmagazine.com/news/mia-kritiki-proseggisi-sti-noyvela-karyotypos-toy-aki-papantoni-apo-tis-ekdoseis-kichli/





Ένα πείραμα για τη γονεϊκή στοργικότητα. Είναι άραγε υπόθεση γονιδίων, ένα χαρακτηριστικό που το φέρεις μέσα σου ασχέτως εξωτερικών ανακατατάξεων που κάνουν τη ζωή σου άνω κάτω; Ή μήπως είναι ένα ακόμη επίκτητο χαρακτηριστικό, στενά συνυφασμένο με τις παραμέτρους που η ζωή καθορίζει αγνοώντας παντελώς τις εγγενείς δεσμεύσεις;
Ποιον, αλήθεια, θα μπορούσε να ενδιαφέρει μια τέτοια έρευνα; Έναν επιστήμονα φυσικά, που θα έψαχνε προσεκτικά στο εργαστήριό του τον ‘καρυότυπο’, δηλαδή το σύνολο των χρωμοσωμάτων του κυττάρου, προκειμένου να καταλήξει στα επιστημονικά πορίσματά του αντλημένα από τα ατράνταχτα δεδομένα των πειραμάτων του.
Εκτός αν…

Ο ήρωας της νουβέλας του Άκη Παπαντώνη, ο Ν. (έτσι μας παρουσιάζεται σε όλη την ιστορία, κάτι σαν να κοιτάζεται στον λογοτεχνικό καθρέφτη ο Κ. των ιστοριών του Κάφκα), θα ασχοληθεί με το επιστημονικό αυτό πείραμα όχι μόνο ως μοριακός βιολόγος και οπωσδήποτε όχι με το ενδιαφέρον του επιστήμονα που υπηρετεί την έρευνα και τη γνώση.

Το κίνητρό του απολύτως προσωπικό. Να ερευνήσει τη δική του περίπτωση, το δικό του παρελθόν και τον τρόπο που αυτό καθόρισε ή όχι τον συναισθηματικό του κόσμο. Η σχέση με τους θετούς γονείς, η αποκοπή από το αρχικό γονεϊκό περιβάλλον, οι δεσμοί με την τότε πραγματικότητα της ζωής του, οι μνήμες.  Όλα αυτά περιγράφουν επαρκώς τον απομονωτισμό του, ερμηνεύουν τη μοναξιά του ως επιλογή του ή ως άφευκτη νέα πραγματικότητα;

«Ψάχνω να βρω πώς τα ποντίκια θυμούνται τα χάδια, αυτό ψάχνω».


Το πείραμα και η τρίχρονη παρουσία του στα επιστημονικά εργαστήρια τους πανεπιστημίου της Οξφόρδης δεν αποτελούν παρά το πρόσχημα για την προσωπική του πορεία προς την αλήθεια. Θα επιβεβαιώσει αυτό που ζει ή θα απογυμνώσει από επιχειρήματα το αδιέξοδό του.
Ο συγγραφέας χτίζει τα δύο σκηνικά της ιστορίας του (η πορεία του πειράματος στο εργαστήριο από τη μια και η ζωή έξω απ’ αυτό από την άλλη) πάνω στο ασταθές έδαφος μιας αναλογίας. Ο ήρωας, όπως ακριβώς παρατηρεί τα ποντίκια-πειραματόζωα μέσα στα κλουβιά τους να υφίστανται τις επεμβάσεις του στη ζωή τους, έτσι περίπου θα κατασκευάσει ένα ‘κλουβί’ για να περιορίσει την προσωπική του ζωή σε στενά και ανεπαρκή πλαίσια. Ένα σπίτι που δεν είναι ακριβώς σπίτι, σχέσεις με τους γύρω ανύπαρκτες, απομάκρυνση από κάθε φυσιολογική ανθρώπινη επαφή. Ο δικός του κόσμος πόσο απέχει αλήθεια από αυτόν ενός πειραματόζωου; Τον εαυτό του έχει τοποθετήσει κάτω από το μικροσκόπιό του. Ασταθές το περιβάλλον, όσο και μια αναλογία, μια κατά σύμβαση σύγκριση, καθόσον τα δύο μεγέθη της ποτέ δεν είναι ακριβώς συγκρίσιμα, παρά μόνον κατόπιν συγκαταβατικής υποχώρησης ως προς το νοηματικό τους περιεχόμενο.
 Όταν αρχίσει ο αναγνώστης να κατανοεί τι ακριβώς διακυβεύεται, θα σκεφτεί αναπόφευκτα και την κατάληξη της ιστορίας, αν καταρρεύσει από επιστημονικές αποδείξεις η θεωρία του.
Σιγά σιγά θα αποκαλύπτεται η ταυτότητα του ήρωα, όπως προκύπτει μια εικόνα με την κατάλληλη τοποθέτηση των κομματιών.

«Κάποια στιγμή, ασυναίσθητα, άρχισε να μιλά μόνος του. Στην αρχή στ’ αγγλικά. Έπειτα στα ελληνικά. Τέλος σε συλλαβιστά ρουμάνικα, πριν σπάσει».

«Διάταγμα 770/1966: Κάθε γόνιμη γυναίκα, κάτω των 45 ετών, αναλαμβάνει βάσει νόμου το πατριωτικό καθήκον να προσφέρει στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Ρουμανίας το ελάχιστον 5 παιδιά».

Πρόκειται για ένα από τα «παιδιά του Τσαουσέσκου», που θα πληρώσει το τίμημα της σταλινικής επέμβασης στην προσωπική ζωή των ανθρώπων. Θα αποκοπεί από την πατρίδα του και τους γονείς, για να βρεθεί σε νέα πατρίδα, νέα γλώσσα, νέο οικογενειακό περιβάλλον. Και νέα συνείδηση άραγε;

«Όταν μας κοιτούσε μέσα από κλειδαρότρυπες, ήμασταν ο κόσμος του»,

θα ακούσουμε τη σκέψη της αδελφής του γι’ αυτόν.
Αν, όμως, κοιτάζει την πραγματική ζωή από την κλειδαρότρυπα, τότε ο ίδιος πού ζει; Πώς να δομήσει τον κόσμο του με αποκόμματα παλιών εικόνων, με ανάπηρη συναισθηματική ζωή; Πατάει πάνω σε σημάδια. Αλίμονο αν αυτά χαθούν, κυριολεκτικά από το χιόνι που τα καλύπτει αλλά και μεταφορικά από τη σύγχυση στον εσωτερικό του κόσμο.

«Πού και πού σκεφτόταν τους γονείς του, με μια μικρή δόση ενοχής. Λες και τους είχε αφήσει ορφανούς.»

Μοιάζουν όλα να κινούνται ανάποδα. Και μοναχικά πολύ.

«Δεν πρέπει να συνταγογραφούμε τη μοναξιά στον οποιονδήποτε»

Νιώθει, υιοθετημένος ο ίδιος, σαν να έχει υιοθετήσει μια μοναχική ζωή, και ψάχνει να δει με αδιάσειστα πορίσματα της επιστήμης του αν θα μπορούσε να κάνει διαφορετικά.
Βήμα βήμα παρακολουθούμε την πορεία της έρευνάς του φοβούμενοι την κατάληξη. Αν το πείραμα αποτύχει είναι χαμένος ο ίδιος, όχι ως επιστήμονας αλλά ως προσωπικότητα.
Ο λόγος του Μάρκου Αυρήλιου, μοιάζει τώρα να προλογίζει τη νουβέλα με τον καλύτερο τρόπο:

«Σύντομα θα τους ξεχάσεις όλους,
σύντομα θα σε ξεχάσουν όλοι»



Η νουβέλα θα τελειώσει με την ίδια περίπου σκηνή με την οποία άρχισε.

«Ο ύπνος τον πήρε με το πρώτο φως. Σηκώθηκε μεσημέρι. Φρέσκο χιόνι κάλυπτε τους δυο φεγγίτες μέχρι επάνω. Τυλίχτηκε στο κασκόλ, στο παλτό και στο πουλόβερ του κι ανέβηκε προσεκτικά  τα εφτά σκαλιά. Όταν έφτασε στο τελευταίο, δοκίμασε με τη μύτη του παπουτσιού του το πεζοδρόμιο σαν να δοκίμαζε τη θερμοκρασία του νερού μιας (νοερής) θάλασσας. Και ξεκίνησε. Πεζοδρόμιο πεζοδρόμιο. Φροντίζοντας το βήμα του να πέφτει ακριβώς επάνω στο χνάρι του περαστικού που είχε προηγηθεί. Και, όπως κάθε φορά, βάδιζε αργά.»

Μόνο που τη συνέχεια αυτής της σκηνής τη βλέπουμε μόνον στην αρχή, κάπως με τη λογική του ‘πρωθύστερου’, ίσως σε μια απόπειρα του συγγραφέα να μας προϊδεάσει για την κατάληξη της ιστορίας. Ίσως, όμως, να είναι μια συνειδητή παράθεση εδώ, από την αρχή της ιστορίας, της άποψής του για τη διάκριση ανάμεσα στις επιλογές μας από τη μια και στον ρόλο του τυχαίου από την άλλη. Τι υπερισχύει; Αυτό θα το κατανοήσει ο αναγνώστης ολοκληρώνοντας το βιβλίο.

Μια ιστορία περίεργη όσο και ενδιαφέρουσα, Ένας ήρωας στα όρια των καφκικών χαρακτήρων. Ένας νέος συγγραφέας από τα καλύτερα δείγματα της γενιάς του.


Διώνη Δημητριάδου