Παρασκευή 27 Μαΐου 2022

Η επέλαση των χιονιάδων Νίκος Κατσαλίδας Εκδόσεις Νίκας η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Η επέλαση των χιονιάδων

Νίκος Κατσαλίδας

Εκδόσεις Νίκας

 η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Νίκος Κατσαλίδας: «Η επέλαση των χιονιάδων» (diastixo.gr)




Ποιος, άραγε, να είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος –όχι μόνο να ταιριάζει μα και να αντέχεται– για να αφηγηθείς την απόσταση που σε χωρίζει από τα αγαπημένα χώματα και τα πρόσωπα; Ο Νίκος Κατσαλίδας, ποιητής, πεζογράφος, μεταφραστής, δοκιμιογράφος, επιλέγει στο πρόσφατο βιβλίο του (Η επέλαση των χιονιάδων) μια, σε πρώτη ματιά, πεζογραφική μορφή του λόγου, που εκβάλλει ωστόσο σε ένα ποιητικό πεδίο, τόσο με τα εμβόλιμα ποιητικής πνοής κομμάτια όσο και με τον ιδιαίτερο τρόπο που χειρίζεται τον πεζό λόγο. Συναίσθημα εν μέρει ελεγχόμενο και χωρίς ανούσιες υπερβολές,  με τον πόνο του ξεριζωμού να αναφαίνεται μέσα από τις περιγραφές, τις παρένθετες αναμνήσεις, τους διαλόγους –όλα αυτά στην πεζόμορφη αφήγηση– και με τον ποιητικό λόγο να έρχεται αρωγός να συμβάλει στην ολοκλήρωση του τοπίου δημιουργώντας εικόνες γεμάτες από συμπυκνωμένη θλίψη, απότοκο της συνειδητοποίησης για το χαμένο στη λήθη και την απόσταση παρελθόν.

Σ’ αυτά τα εμβόλιμα ποιητικά κομμάτια, που όλα εκκινούν από τη φράση από την κλειδαρότρυπα του φεγγαριού,  ο Κατσαλίδας αφήνεται στη μαγεία των στιγμών, με έναν τρόπο που μόνον η ποίηση ξέρει να συγκινεί χωρίς περιττά φορτώματα στον λόγο, μόνο με το βάρος των βιωμάτων. Εκεί έρχονται τα πρόσωπα, απόντα πια, σε μια ισορροπία ανάμεσα στην ονειρική κατάσταση και στην ψευδαίσθηση του πραγματικού. Έτσι, συμπληρώνονται τα καθαρά πεζογραφικά μέρη, και το αφηγηματικό υποκείμενο επιτρέπει την εισχώρηση στον προσωπικό του κόσμο, όχι μόνο για να διαβαστεί η σκέψη πίσω από τα γεγονότα αλλά και το συναίσθημα που γεννά η επιστροφή στα πατρογονικά μέρη. Σε κάποια μάλιστα από αυτά η συνεχής ροή του λόγου προσδίδει ακριβώς την αίσθηση του χρόνου που (καταργημένος στην κατάσταση του ονείρου) διαφεντεύει κατά πως θέλει, χωρίς περιορισμούς, τα ανθρώπινα μεγέθη.  

 

Απόψε ήταν Ψυχοσάββατο κι ο παππούς ήρθε καβάλα στην πορφυρένια φοράδα του, κρατώντας τη σφιχτά από τα γκέμια, και το όνειρό μου πλεκόταν έτσι που ένιωθα ότι δεν ήμουν πια μικρός, αλλά είχα μεγαλώσει κι όλα διαδραματίζονταν αργότερα, όταν είχα περάσει τα χρόνια της ενηλικίωσης, και εξελίσσονταν δραπετεύοντας από τα παρόντα και φτάνοντας στα μελλούμενα. (σ. 63).

 

Στη γραφή του Κατσαλίδα δένει ο αρχέγονος φόβος του θανάτου με την ιαματική παραμυθία (θρύλοι, παραμύθια, λαϊκές δοξασίες διάσπαρτες σε όλο το βιβλίο) και έτσι ο πόνος λειαίνεται στις αιχμηρές γωνίες του, ο αφηγητής ξεχνιέται στη μαγγανεία του φεγγαριού – όπως τότε που ως παιδί ξεγελιόταν μέχρι να έρθει ο ύπνος.

 


Αφού η γιαγιά ορκίζεται και βάζει, λέει, το χέρι το Βαγγέλιο ότι σίγουρα στον Λάκκο τον Βαθύ που βγαίνουνε τις νύχτες και μαλλιοτραβιόνται και τσακώνονται οι βρικόλακες κάτω απ’ το μεγάλο δέντρο, εκεί κρεμάστηκε ο Ιούδας ο Ισκαριώτης σε μια κλάρα κι έγινε βρικόλακας […] πώς μου λες εσύ, πατέρα, με τα βιβλικά σου πως αυτός απαγχονίστηκε στο Δέντρο του Ιούδα κι όχι στο μεγάλο δέντρο στον Βαθύ μας Λάκκο, να με πείσεις περί αυθεντικότητας και μου αναστάτωσες τα ανθισμένα παιδικά μου όνειρα (σ. 169).

 

Η φύση, άρρηκτα δεμένη με τη γραφή του Κατσαλίδα, στη γνώριμη θεματική (νόστος, απώλεια, φύση, πατρίδα, με όλα αυτά να υπηρετούν την επιστροφή στον γενέθλιο τόπο), δίνει εδώ την παρουσία της δίπλα στα πρόσωπα, να ανθίζει ή να μαραζώνει παρακολουθώντας την επιστροφή ή το φευγιό, και αλλού ως φόντο στις μνήμες που επανέρχονται από το παρελθόν για να συμπληρώσουν τις λειψές σημερινές καταστάσεις. Όσο ο αφηγητής θα θέλει να ξεφύγει από ένα παρόν που αποσυντίθεται, όσο η μνήμη θα τον πληγώνει, τόσο το τοπίο γύρω του θα του υπενθυμίζει τον νόμο της φυσικής φθοράς. Είναι τότε που η καταφυγή στο όνειρο (ή σε κάτι που αποτελεί προσομοίωση ονείρου) θα φέρνει τα ιαματικά της φάρμακα. Και είναι τότε που ο αγαπημένος τόπος θα αγκαλιάσει όλες τις μαγικές ιστορίες του κόσμου, θα τις ενσωματώσει στα δικά του χώματα – η αλήθεια βρίσκεται εκεί που η ψυχή μας την αναζητάει.

 

Ο Προμηθέας σταυρώθηκε ’δω πάνω, στα ανταριασμένα βουνά μας. Ο Προμηθέας καρφώθηκε στα μουχρωμένα μπρούτζινα βράχια μας. […] «Βουνά μου», έλεγα μέσα μου, «βουνά μου». (σ. 212).

 

Ο Κατσαλίδας τη μυθική μορφή του Προμηθέα τη μετατρέπει σε γηγενή του τόπου του συνδέοντας το πάθος του ημίθεου με τα πάθη των ανθρώπων, το άγριο βουνό του μαρτυρίου του με την αγριάδα των δικών του  βουνών. Ό,τι γράφει είναι διαποτισμένο από τη λαχτάρα και την αγάπη για την πατρίδα του (γεννήθηκε στην Άνω Λεσινίτσα, περιοχής Θεολόγου των Αγίων Σαράντα) αλλά και είναι την ίδια στιγμή γεμάτο από σκηνές ενός τόπου που δεν αρκεί η γραφή (όσο δυνατή κι αν είναι) για να τον σώσει. Τον διασώζει, όμως, στη μνήμη του γράφοντος κι έτσι τον μοιράζει στους αποδέκτες των γραπτών του. Κι αυτό δεν είναι λίγο.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου