Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2022

Έντεκα συναντήσεις Σταύρος Ζουμπουλάκης (συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο) εκδόσεις Πόλις η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

 

Έντεκα συναντήσεις

Σταύρος Ζουμπουλάκης

(συζητώντας με τον Στρατή Μπουρνάζο)

εκδόσεις Πόλις

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη  ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Έντεκα συζητήσεις με γνώση και ήθος • Fractal (fractalart.gr)

 


Έντεκα συζητήσεις με γνώση και ήθος

Η σκέψη του Σταύρου Ζουμπουλάκη, ενός από τους σημαντικότερους διανοητές της εποχής μας, πάντοτε προξενεί το ενδιαφέρον, προκαλώντας στη συνέχεια τον γόνιμο προβληματισμό πάνω σε μια ποικιλία θεμάτων. Ο διάλογος (εδώ του Σταύρου Ζουμπουλάκη με τον Στρατή Μπουρνάζο) κυοφορεί ενδιαφέρουσες αναιρέσεις ή προσμείξεις δίπλα στις αναμενόμενες επιβεβαιώσεις. Έτσι, έχουμε την ευκαιρία να δούμε δύο ακμαίες συνειδήσεις να ανταλλάσσουν απόψεις στη ροή έντεκα συζητήσεων πάνω σε μια θεματική που το εύρος της εκκινεί από γεγονότα του καθημερινού βίου, ιδιωτικού ή κοινού ενδιαφέροντος, για να φθάσει σε φλέγοντα επίκαιρα ή διαχρονικά προβλήματα. Όπως ακριβώς σε μια χαλαρή συζήτηση μεταξύ φίλων το ενδιαφέρον αβίαστα πηδά από το ένα θέμα στο άλλο, χωρίς εμφανείς συνδέσεις, ωστόσο υπαρκτές συνειρμικές. Επιλέγω από την ευρεία θεματική, απότοκο έντεκα ζωντανών συναντήσεων, που τις έχουμε σε απομαγνητοφώνηση:


Οι καταβολές του Ζουμπουλάκη, με αφορμή το βιβλίο του Στ’ αμπέλια, η πρώτη του επαφή με το διάβασμα, η ισορροπία ανάμεσα στην νοσταλγία που υποβαθμίζεται και στα στοιχεία εκείνα που διαμόρφωσαν τη στάση του απέναντι στον άνθρωπο και τον κόσμο. Τα χρόνια των σπουδών, η σημασία του μαζικού αγώνα στα χρόνια της χούντας, η επίδραση της αριστερής σκέψης, η μεταπολίτευση, τα χρόνια στο Παρίσι, οι μεγάλοι «δάσκαλοι» διανοητές, η σχέση με τον Λορεντζάτο. Με αφορμή το βιβλίο του Η αδερφή μου  η συζήτηση γύρω από το θέμα της ασθένειας, τη θεωρητική αλλά και τη βιωματική της προσέγγιση, η σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο και τον φόβο, η αλλαγή στην ιεραρχία των αξιών. Αυτονόητα ανοίγει η θεματική της θρησκείας, της σχέσης με τον Θεό, κυρίως της εισχώρησης του Ζουμπουλάκη σε μια κουλτούρα θρησκευτική, η ενδιαφέρουσα θέση του για συμπόρευση της Αριστεράς με τον χριστιανισμό. Τα χρόνια των σχολείων, ο προσωπικός παράδεισος για τον Ζουμπουλάκη, ενδιαφέρουσα συζήτηση για το  Άγγελο Ελεφάντη και τη θέση του για τα σχολεία και τις καταλήψεις, η γλωσσική διδασκαλία, ο σύνθετος όσο και δύσκολος «μηχανισμός» της εκπαίδευσης. Τα χρόνια της Νέας Εστίας, την οποία διηύθυνε ο Ζουμπουλάκης, η σχέση με τους συνεργάτες του περιοδικού, η ενδιαφέρουσα αναφορά στον Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλο, η θέση της κριτικής σήμερα στην Ελλάδα, η ιδιαιτερότητα της αρνητικής κριτικής. Ο εβραϊσμός, ο αντισημιτισμός και ο χριστιανικός αντιιουδαϊσμός (από τις πιο ενδιαφέρουσες συζητήσεις του βιβλίου), το Ολοκαύτωμα, η διαχρονική του σημασία αλλά και η σιωπή, το Ισραήλ σήμερα. Η λογοτεχνία ως έννοια και οι λογοτέχνες με την κριτική ματιά του Ζουμπουλάκη, με αφορμή τη συλλογή δοκιμίων του Υπό το φως του μυθιστορήματος, η ανθρωπογνωστική αξία του μυθιστορήματος, η ιδιαίτερη αναφορά στον Παπαδιαμάντη και στην ενασχόληση του Ζουμπουλάκη με το έργο του. Επιστροφή στο θέμα της Αριστεράς ως πολιτικού καθεστώτος με το ευρύ φάσμα που παρουσιάζεται, ο ρόλος της διανόησης και η σχέση της με την εξουσία, μια αποτίμηση της ελληνικής εμπειρίας με τον ΣΥΡΙΖΑ. Το ψευδοπρόβλημα του Μακεδονικού, το υπαρκτό ελληνοτουρκικό ζήτημα και η διαχείρισή τους από την εκάστοτε εξουσία, η Χρυσή Αυγή και οι ρίζες της στην ελληνική κοινωνία. Η σχέση του Ζουμπουλάκη με το ίδρυμα Άρτος Ζωής και οι βιβλικές σπουδές στην Ελλάδα. Τέλος, η Εθνική Βιβλιοθήκη και η δραστηριότητα του Ζουμπουλάκη σε αυτήν, τα προβλήματα υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης που αντιμετωπίζει σήμερα, η θέση των βιβλιοθηκών σε μια εποχή που προτάσσει την ψηφιοποίηση.

Ένα βιβλίο που μοιράζονται οι δυο συζητητές ίσοις όροις, καθώς είναι κάθε φορά η ερώτηση που πυροδοτεί την ενδιαφέρουσα κουβέντα, τον λόγο και τον αντίλογο, τη συμφωνία και τη διαφωνία. Όπως γράφει προλογικά ο Στρατής Μπουρνάζος: Γιατί σημασία δεν έχει μόνο αν οι συνομιλητές συμφωνούν ή διαφωνούν, αλλά και οι λόγοι, το σκεπτικό, οι δρόμοι μέσα από τους οποίους καταλήγουν στο αποτέλεσμα. (Από τη μεριά του συζητητή, σ. 11). Ένα βιβλίο που κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο, σαν να παρακολουθούμε μια συζήτηση με εναλλαγές στη θεματική, με συνδετικό κρίκο, ωστόσο, τη διάθεση για ειλικρινή αντιπαράθεση απόψεων που διακρίνει τους δύο συνομιλητές. Ο Σταύρος Ζουμπουλάκης επισημαίνει: Η προετοιμασία αυτού του ιδιότυπου βιβλίου μού έδωσε, απ’ αρχής μέχρι τέλους, μεγάλη χαρά. Κύρια πηγή της ο συνομιλητής μου, αγαπημένος φίλος Στρατής Μπουρνάζος, που τιμόνεψε με ευγένεια, τέχνη και γνώση τη συζήτησή μας όλον αυτό τον καιρό. (Επιλόγισμα, σ. 633).


Διώνη Δημητριάδου

 

 

Τρίτη 8 Νοεμβρίου 2022

ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ Γιώργος Γκανέλης Ρετάλια Α΄ διαλογής Εκδόσεις Στίξις

 ΝΕΕΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΕΣ

Γιώργος Γκανέλης

Ρετάλια Α΄ διαλογής

Εκδόσεις Στίξις


 

 

Η νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Γκανέλη, Ρετάλια Α΄ διαλογής κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Στίξις. Τα υπαρξιακά θέματα με τα οποία καταπιάνεται και στα προηγούμενα έργα του ο Γ. Γκανέλης αποτελούν και εδώ τον πυρήνα της συλλογής.

 

 Από την πρώτη ενότητα, Μονό κρεβάτι:

 

Είμαστε το παρόν της Ιστορίας/ ανάποδα κολλημένα γραμματόσημα/ σε δυο τρυφερά πεταχτά στήθη/ σαλιωμένα από μια νεκρή γλώσσα/ το αντικανονικό προσπέρασμα/ του φορτηγού μεταφοράς ψυχών/ προκαλώντας ίλιγγο στα σύννεφα/ η εβδομαδιαία πολιτική ανάλυση/ απ’ τον άστεγο της Κλαυθμώνος/ο φόβος του θανάτου στο μαιευτήριο/ και το γόνιμο σπέρμα μιας κηδείας/ το υποτονικό ηλιοβασίλεμα στο λιμάνι/ πίσω από λαμαρίνες νεκρών πλοίων/ Είμαστε το μέλλον της Ιστορίας/ μέσα από θαμπά μυωπικά γυαλιά

 

Από τη δεύτερη ενότητα, Διπλά ποτά:

 

Μήτρα αδηφάγα που βρυχάσαι/ τα μεσάνυχτα στον κατακλυσμό/ σεντόνια λερώνεις στον παράδεισο/ κι οι άγγελοι σ’ έναν χρυσό δίσκο/ σερβίρουν περισσεύματα ηδονής/ που τα μαζεύει πάντα κάθε πρωί/ το απορριμματοφόρο του δήμου







Ποιήματα (1971-2021) Γιώργος Δουατζής Εκδόσεις Στίξις η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Ποιήματα

(1971-2021)

Γιώργος Δουατζής

Εκδόσεις Στίξις

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 Γιώργος Δουατζής: «Ποιήματα (1971-2021)» (diastixo.gr)

 


Από τις εκδόσεις Στίξις κυκλοφορεί ο τόμος με τα ποιήματα του Γιώργου Δουατζή, μια «σύναξη» ποιητική ενός πολύμοχθου έργου πενήντα ετών. Είναι η ώριμη στιγμή που ο ποιητής νιώθει να έχει διανύσει μια μακρόχρονη πορεία στο δύσκολο ποιητικό τοπίο, και τώρα μπορεί να προσφέρει το έργο του για μια συνολική εκτίμηση, από την πρώτη συλλογή, Γραφτά, που κυκλοφόρησε σε αυτοέκδοση το 1976 (με γραφτά που χρονολογούνται από το 1964 μέχρι το 1974), μέχρι την πιο πρόσφατη, Χάρτινοι απόγονοι, το 2021. Τρία χρόνια πριν, είχε κυκλοφορήσει από τις ίδιες εκδόσεις ένα απάνθισμα της ποίησης του Γιώργου Δουατζή (Γιώργος Δουατζής Απάνθισμα, 1976-2018, Στίξις 2019) με τη φροντίδα του ποιητή και κριτικού Γιώργου Ρούσκα. Είχαν εκεί ανθολογηθεί στίχοι από 264 ποιήματα μέσα από 9 ποιητικές συλλογές. Ένα έργο που έδινε μια εικόνα για το σημαντικό έργο του ποιητή. Τώρα, μπορούμε να δούμε το corpus της ποιητικής του δουλειάς, με ολόκληρες τις συλλογές και με τη χρονολογική σειρά από το 2021 στο 1976. Να σημειωθεί εδώ, ενδεικτικό της πληρότητας του έργου,  ότι περιλαμβάνονται στην έκδοση ακόμη και τα Ένθετα, κείμενα ποιητικά που αποτελούσαν ποιητικές «σφήνες» στη ροή του πεζού λόγου στο πεζογράφημα Μη φεύγετε, κύριε Ευχέτη, Λιβάνης 2008. 

Όσο κι αν, διαβάζοντας την ποίηση του Δουατζή από συλλογή σε συλλογή, είναι εμφανής η εξέλιξη του ποιητικού λόγου, ως φυσικό επακόλουθο της σταδιακής ωρίμασης μέσα στον χρόνο και της διαφοροποίησης της οπτικής από την επίδραση των κοινωνικοπολιτικών ανακατατάξεων, είναι ενδιαφέρουσα η οριοθέτηση της ποίησής του με επιλογές που επιμένουν διαχρονικά.

Αρχικά μοιάζει το ύφος να μην έχει διαφοροποιηθεί διατηρώντας χαμηλόφωνους τόνους, σαν μια εξομολόγηση πρώτα προς εαυτόν εν είδει παραδοχής των βασικών συνιστωσών ζωής και συμπεριφοράς, και κατόπιν προς τον αναγνώστη/αποδέκτη, σαν μια φιλική κουβέντα, μια «πρόσκληση» να μοιραστεί μαζί του τη σκέψη του. (Όμως θα φτάσει η στιγμή/ ένοχων απολογισμών/ για τα χαμένα χρόνια της αδράνειας/ χωρίς εκείνη τη σωτήρια αφύπνιση/ για σένα και τους άλλους/ κι ετούτο το ‘αλλού’/ θα σου βροντοχτυπάει την πόρτα). Γιατί, αξίζει να ειπωθεί αυτό, ο ποιητής από την πρώτη του εμφάνιση στην ποίηση μέχρι σήμερα επιζητεί τη «συνομιλία» με τους άλλους, γράφοντας μια ποίηση που θέλει να μοιραστεί και όχι να παραμείνει αφορμή για μια ιδιώτευση μοναχική και εν πολλοίς αλαζονική. Και αυτό το επιτυγχάνει άλλοτε χρησιμοποιώντας  το πρώτο πρόσωπο, σε απόλυτη ταύτιση του ποιητή με το «εγώ» του ποιήματος, χωρίς ποτέ όμως να αφήνει να εννοηθεί πως αφορά μόνο τον ίδιο,  άλλοτε με τη χρήση του δευτέρου προσώπου ή με το ευρύ πρώτο πληθυντικό, απευθυνόμενος στον εκάστοτε αποδέκτη της ποίησης.  

Και από αυτό το σημείο ακριβώς εκκινεί το δεύτερο διαχρονικό στοιχείο στην ποίησή του. Ο Δουατζής  εγκιβωτίζει στους στίχους του μια σκέψη αυθεντικά πολιτική, με επίγνωση της σύνδεσης των δυο ιδιοτήτων, δηλαδή του ιδιώτη/ατόμου και του πολίτη μιας κοινωνίας με εμφανή την πολύπλευρη παθογένειά της. Αυτή η επίγνωση τον ωθεί να διαμορφώσει μέσα στον χρόνο ένα λόγο που να επισημαίνει μορφές αυτής της παθογένειας, με όση απλότητα επιτρέπει η αληθινή ποίηση, αλλά και να τολμά να προτείνει δρόμους ίασης, όσο μπορεί ο ποιητικός λόγος να λειτουργήσει ως φωτεινό σημάδι (Θέλω να αρπάξετε τις λέξεις μου/ να τις ζυμώσετε σαν πασχαλιάτικα κουλούρια) προς μια πιο ανθρώπινη κοινωνία, προς έναν πολιτικό κόσμο πιο υγιή. Ο Τάσος Λειβαδίτης είχε ξεχωρίσει από νωρίς (1976) στην ποίηση του Δουατζή αυτή τη σημαντική ποιότητα: Ποίηση ακμαία, ηχηρή, καταιγιστική, που τη σηκώνει στα χέρια του πότε σαν σημαία και πότε σαν όπλο –και πάντα– σαν ανθρώπινη προσφορά. 



Οι δύο αυτές παράμετροι της ποιητικής του διαμορφώνουν εν τέλει το τρίτο χαρακτηριστικό γνώρισμα, διαχρονικό και αυτό απολύτως, που προσδίδει στην ποίησή του την τόσο σημαντική,  διακριτή παρουσία. Ο Γιώργος Δουατζής μοιάζει να ξεχωρίζει μέσα από τις διαφορετικές ενασχολήσεις του αυτό το είδος έκφρασης, ως πλέον αποτελεσματικό στο μοίρασμα τη σκέψης του με τους άλλους. Η ποίησή του έχει μια ιδιάζουσα επαναστατικότητα, χωρίς ηχηρά συνθήματα, χωρίς ιδεοληψίες, χωρίς «στρατεύσεις»· είναι μια ποίηση «ανοιχτή» σε όλους, και αυτό την καθιστά εν δυνάμει ανατρεπτική. Παρά την επικρατούσα άποψη για το δύσβατο συχνά ποιητικό τοπίο, με τη μεταφορικότητα, την υπαινικτικότητα, τη συμπύκνωση πάνω απ’ όλα του λόγου, η ποίηση, όπως την εννοεί ο Δουατζής, είναι ένα πεδίο, στο οποίο εισχωρείς με τα δικά σου μέσα, όμως με την παρότρυνση του ποιητή πως μπορείς να το διαβείς, μπορείς να συλλάβεις την κραυγή αλλά και τη σιωπή, την εμφανή  σημασία των λέξεων αλλά και το νόημα πίσω από τις λέξεις, έτσι όπως με εξαιρετική καθαρότητα ξετυλίγεται ποιητικά μια αυθεντική φιλοσοφική σκέψη. (Αναρωτήθηκα τρις/ αν έχει κύκλο ζωής η ανθρωπότητα/ όπως ο άνθρωπος/ αφού ό,τι ζει πεθαίνει/και πανταχού παρούσα/ η τελευταία πράξη της ζωής).  Στο οπισθόφυλλο του τόμου, η άποψη της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ εστιάζει σ’ αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό: Η ποίηση του Γιώργου Δουατζή, με μοναδική καθαρότητα και ευστοχία της κάθε λέξης, καταφέρνει το γνωστό ιδανικό –για τους περισσότερους ποιητές τουλάχιστον– να ενώσει ποίηση και φιλοσοφική σκέψη.

Επιλέγω στίχους από ένα από τα πρώτα του ποιήματα και στίχους από ένα πρόσφατο: Σπίτι μου ο κόσμος/ η χώρα μου παράθυρο («Διαστάσεις Γ΄», Γραφτά, 1976). Ίσως γι’ αυτό κατάφερα να ζω/ ως πάντα αποστρεφόμενος κάθε κενό/ όπως τις λέξεις τις νοήματος κενές/ Ίσως γι’ αυτό ακόμα αγαπώ/ αυτούς που τους ονόμασαν ανθρώπους («Δίποδο», Χάρτινοι απόγονοι, 2021). Έχω την αίσθηση πως οι πρώτοι στίχοι, παλιά γραμμένοι, έδειχναν τον δρόμο που θα ακολουθούσε ο ποιητής, και οι δεύτεροι, τωρινοί αυτοί, αποδεικνύουν την ορθότητα του δρόμου που επιλέχθηκε.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κυριακή 6 Νοεμβρίου 2022

Επιλογή Ποίημα του Γρηγόρη Σακαλή

 

Επιλογή

Ποίημα του Γρηγόρη Σακαλή

(μαζί με μια φωτογραφία της Sally Mann)




Ένα σμάρι περιστέρια

πετούν πάνω απ’ την πλατεία

της μικρής πόλης

και ξαφνικά αρχίζουν

να προσγειώνονται

άλλα κάθετα

άλλα κάνοντας κωλοτούμπες

όπου τα περιμένουν

μικρά παιδιά

που τα ταΐζουν

με κομμάτια από ψωμί

και κουλούρια.

Είναι μια όμορφη εικόνα

όπως είναι ωραίο

να ζεις σε μια πολίχνη

αρκεί να έχεις παραιτηθεί

από κάποια ατού και προνόμια

που σου παρέχει

η μεγάλη πόλη

αρκεί να μη σε ενδιαφέρει

η αναγνώριση

και η φήμη

όμως είναι δύσκολο

να επιλέξεις

τι θα κάνεις.

 

Γρηγόρης Σακαλή

(φωτογραφία: Sally Mann)

Σάββατο 5 Νοεμβρίου 2022

Για το μυθιστόρημα της Ειρήνης Μπόμπολη Το γεύμα γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη

 

Για το μυθιστόρημα της Ειρήνης Μπόμπολη 

Το γεύμα

γράφει η Παναγιώτα Π. Λάμπρη

 


 



    «Στην πραγματικότητα», έλεγε ο Μαρσέλ Προυστ, «κάθε αναγνώστης είναι, καθώς διαβάζει, αναγνώστης του ίδιου του του εαυτού». Όταν, μάλιστα, θα πρόσθετα, γράψει για κάποιο βιβλίο, αναπόφευκτα αποκαλύπτει μέρος του εαυτού του. Το επισημαίνει και η Ειρήνη Μπόμπολη στο νέο της μυθιστόρημα με τον τίτλο «Το γεύμα» (εκδ. Πνοή, 2022, σ. 152), όπου σημειώνει: «Ο κάθε δέκτης (ενν. αναγνώστης) βλέπει […] αυτό που του επιτρέπει ο εαυτός του να δει. Αυτό το διαλεκτικό παιχνίδι είναι πολύ ενδιαφέρον και ο υποψιασμένος συγγραφέας ξέρει πολύ καλά πως πιο πολύ και από τον ίδιο εκτίθενται οι αναγνώστες του. Κάθε κριτική που εισπράττει είναι και μια διάγνωση γι’ αυτόν που έχει απέναντί του. Έτσι και η εξομολόγησή μου θα γίνει ο πρισματικά αδιάκριτος φακός πολλών κρυμμένων χαρακτήρων.» (σ. 123)

    Έχοντας μπει, λοιπόν, στον πειρασμό να γράψω για το βιβλίο της Ειρήνης, θαρρώ πως δεν θ’ αποκαλυφθώ πιότερο απ’ όσο έχει ήδη συμβεί εδώ και χρόνια μέσω της γραφής μου. Οπότε, μετά το υπέροχο διανοητικό και ψυχικό ταξίδι που μου χάρισε «Το γεύμα» της, θα μιλήσω γι’ αυτό ως συνδαιτημόνας που απόλαυσε το συμπόσιο.     

   Για το ταξίδι αυτό κίνησα παραδόξως, πριν την ανάγνωση, αφού ο τίτλος και η εικόνα του εξωφύλλου του βιβλίου, έργο του εικαστικού Παναγιώτη Χαλούλου με τον τίτλο «Ερωτικό ζευγάρι», με οδήγησαν συνειρμικά στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Και τούτο, διότι διέκρινα, όπως θα αποδεικνυόταν στη συνέχεια, δύο βασικούς άξονες του μυθιστορήματος∙ το ιδιαίτερο συμπόσιο των πρωταγωνιστών και τον Έρωτα που κυρίαρχα αυτό πραγματεύεται. Την αρχική διαπίστωση ενίσχυσαν κι άλλα στοιχεία, τα οποία συνέδεαν «Το γεύμα» με τα αρχαία συμπόσια, όπου οι συνδαιτυμόνες μαζεύονται νύχτα στο σπίτι κάποιου -εδώ σε κατάστημα-, κάθονται σε ορισμένες γι’ αυτούς θέσεις, πίνουν κρασάκι και συζητούν φιλοσοφικά κυρίως ζητήματα. 

   Στο συμποσιακό σκηνικό, προσεκτικά στημένο από την Ειρήνη Μπόμπολη, η οποία έχει ενδιατρίψει στην αρχαία ελληνική φιλοσοφία και στο θέατρο, κυρίαρχος, όπως και στο «Συμπόσιο»  του Πλάτωνα,  είναι ο αρχέγονος Έρως, ο κάλλιστος μεταξύ των αθανάτων, κατά τον Ησίοδο, του οποίου η δύναμη εξουσιάζει, συχνά μέχρι καταργήσεως, το «είναι» του ερωτευμένου. Πόσο μάλλον, όταν γεννιέται και θάλλει σε αίθουσες διδασκαλίας, έχει ως αφετηρία τον θαυμασμό του διδασκόμενου προς τον διδάσκοντα και σταδιακά μετουσιώνεται σε πνευματική έλξη και έρωτα. Με τις ισορροπίες να κρατιούνται δύσκολα, η απουσία σαρκικής επαφής, οδηγεί τον Έρωτα στην ύψιστη, συχνά εξιδανικευμένη μορφή του, ενώ, όχι σπάνια, προϊόντος του χρόνου, αυτός κοπάζει, ακόμα και αυτοκαταργείται.

    Σε παρόμοια συνθήκη δοκιμάζει τα όρια του έρωτά της, αλλά και δοκιμάζεται η αφηγήτρια του μυθιστορήματος, η οποία ομολογεί πως στη διαδικασία της κατανόησης, της κατάκτησης και της συγγραφικής του αποτύπωσης «πήγαινε γυρεύοντας», που σημαίνει πως πολύ η ψυχή της το ποθούσε. Κι όταν η ψυχή βαθιά ποθεί, είναι έτοιμη να διαβεί δύσβατους, επίπονους, ακόμα και αδιέξοδους δρόμους. Και γράφει: «Ήξερα ότι πήγαινα γυρεύοντας. Αποζητούσα τον πόνο, γιατί χωρίς αυτόν είχα ξενερώσει καιρό τώρα. Χρειαζόμουν, όσο τίποτε άλλο, τη βαθιά μελαγχολία της γνήσιας δημιουργίας, αυτή που σε κάνει να σπαρταράς σαν ψάρι στη στεριά, σαν πασχαλιά στο φλεβαριάτικο άνεμο, σαν μισοτελειωμένο ποίημα στην εγκατάλειψη της καθημερινότητας. Και ο πόνος ήρθε αδυσώπητος από τα βάθη της αβύσσου, από το σκοτάδι, ντυμένος απλότητα και κυνισμό μαζί. Είχε τη γεύση πικρή και την πρόκληση ακατανίκητη. Είχε σάρκα και οστά. Είχε και όνομα· λεγόταν Έρωτας. Φοβάμαι πως αυτός ο έρωτας ήταν εντελώς μοναχικός, ανομολόγητος και σαρκαστικά διαλυτικός. Μαύρος σαν Ερινύα μού χτύπησε την πόρτα το καταμεσήμερο και με δυσκολία κρατάω την αξιοπρεπή στάση να τον έχω ακόμα ανέγγιχτα εσώκλειστο στο κελί της ανώφελης εξομολόγησής μου.» (σ. 11)

   Έτσι, ο Έρωτας για τον αινιγματικό, αλλά πολλαπλά ενδιαφέροντα καθηγητή, πνευματικός κυρίως, χωρίς ν’ απουσιάζει η σωματική έλξη,  μέσω του φιλοσοφικού στοχασμού που με διαλεκτική υφή, ατέλειωτα ερωτήματα, διλήμματα, αμφιβολίες και αντιφάσεις εκφράζεται, προσφέρει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να τον βιώσει και σαν δικό του ανάλογο δρόμο, αλλά και στη δημιουργό να μιλήσει για θέματα, τα οποία συχνά αποφεύγουμε ν’ αγγίξουμε, μη τυχόν και μας πονέσουν, αν και το άγγιγμά τους υπάρχει περίπτωση να μας λυτρώσει.   

    Και η αφήγηση, διαυγής και φιλική, όπως σε συζητήσεις φίλων που συνομιλώντας αναζητούν την όποια αλήθεια, οδηγεί την εξέλιξη του μύθου χωρίς βεβαιότητες ή ειλημμένες αποφάσεις, αφού η φιλοσοφική απορία, το ερωτάν και το αποκρίνεσθαι, είναι διαδικασία δυναμική, στην οποία η δημιουργός βυθίζεται και, πέραν των νοημάτων, την πλουταίνει με υπέροχο λόγο, ο οποίος διανθίζεται από ψυχογραφίες ανθρώπων, από εξαιρετικές περιγραφές σημείων, που άλλοι θα  προσπερνούσαν ως αδιάφορα, αλλά και τόπων, καθώς και από στοχασμούς αρχαίων φιλοσόφων και δικούς της, προβάλλοντας έτσι ανεπιτήδευτα και την παιδεία της.

   Αξίζει να σημειωθεί πως η δόμηση του λόγου γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο. Για παράδειγμα, επαναλήψεις, όπως «Ήταν μάλλον η πρώτη φορά που δρούσα απρόσκλητη, για να μην πω ανεπιθύμητη. Ήταν η πρώτη φορά που έχασα τα λογικά μου για κάτι εξαιρετικά αβέβαιο, σχεδόν χαμένο. Ήταν η πρώτη φορά που εντελώς εκούσια κατέβηκα τις πύλες της κολάσεως και ένιωθα τη μοναδική ηδονή του έρωτα να καίει τα σωθικά μου.» (σ. 22) ή αντιθέσεις, όπως «Τον αισθανόμουν δίπλα μου ισχυρό και αδύναμο ταυτόχρονα.» «Παρόλο που υποψιαζόμουν την αδιαφορία του για τη γυναικεία μου υπόσταση, φρόντισα να την τονίσω με ό,τι ομορφότερο θα μπορούσα να βρω στην αγορά τη μέρα εκείνη.» (σ. 44) χρησιμοποιούνται καίρια, τονίζοντας τα νοήματα και τη δύναμη της γλώσσας να τα εκφράσει, αν και συχνά φαντάζει αυτό αδύνατο, αφού «Η συναλλαγή ανάμεσα στη φαντασία ή στην εμπειρία και στη γλωσσική διατύπωση είναι μια ατέρμονη ήττα.» (σ. 35)

    Συναρπαστική, χωρίς άλλο, είναι η ποιητικότητα της γραφής της Ειρήνης∙ την αντιλαμβάνεσαι, ακόμα κι αν δεν γνωρίζεις πως εκείνη γράφει εδώ και χρόνια δόκιμη ποίηση,  από τον ποιητικό οίστρο που διαπερνά τον λόγο της, καθόλου άσχετο με τον φιλοσοφικό στοχασμό, αφού η ποίηση και η φιλοσοφία έχουν δυνατή συνάφεια αρχαιόθεν.

    Επίσης, η χρήση του πρώτου προσώπου, ισχυρού και συχνά παρεξηγημένου, δίνει στον αναγνώστη τη δυνατότητα να ταυτιστεί σε πολλά σημεία του μυθιστορήματος, ενώ τον κάνει να νιώθει οικεία με την εξομολογούμενη δαιδαλώδεις αναζητήσεις της αφηγήτρια, πίσω από την οποία μπορεί να διακρίνει ακόμα και την ίδια τη δημιουργό. Εξάλλου, σε ποιανού δημιουργού το έργο δεν αναγνωρίζεται μέρος της φύσης του; Ακόμα, η αοριστία του «εγώ», όπως και ο χωρίς κύριο όνομα καθηγητής, με το κτητικό «μου» να τον προσδιορίζει, δεν δυσκολεύει τις ταυτίσεις. Στο ίδιο συνεπικουρεί και η ανωνυμία των τόπων και των τοπίων, τα οποία μόνο ο υποψιασμένος αναγνώστης θα μπορούσε να εξομοιώσει μ’ αυτά που αποτέλεσαν πηγή έμπνευσης ή μ’ άλλα που τους μοιάζουν και θυμίζουν δικές του μνήμες και εμπειρίες.

   Η Ειρήνη Μπόμπολη σ’ αυτό το μυθιστόρημά της προβάλλει και τη διαχρονική σχέση του συγγραφέα με τους ήρωες των έργων του, οι οποίοι ζουν στο υποσυνείδητό του και ανακαλούνται, ή όχι, κατά περίπτωση. Όχι απαραίτητα, όταν βρίσκεται σε αδιέξοδο η εξέλιξη νέου μύθου του, αλλά για να δείξει πως δεν τους ξεχνά και είναι εν αναμονή, ίσως, για νέες περιπέτειες ή απλά είναι συνυφασμένοι με τη δική του ζωή ή και με κείνη άλλων ηρώων. Έτσι, και «Το γεύμα» δεν θα ολοκληρωνόταν, όπως αποδεικνύεται σε αρκετά σημεία της πλοκής του, χωρίς αυτούς. Για παράδειγμα: «Η παραζάλη της στιγμής έφερε κοντά μου τον πιο αγαπημένο μου ήρωα, αυτόν του προηγούμενου μυθιστορήματος και τότε κατάλαβα πόσο εξαρτημένη είμαι από τους προηγούμενους ήρωές μου που με ακολουθούν πιστά παντού και σιωπηλοί παρατηρούν τα νέα μου καπρίτσια. Ήταν όλοι τους εκεί, στο απέναντι τραπέζι, υπομονετικοί, καλοσυνάτοι μα και προβληματισμένοι, όχι αδικαιολόγητα.» (σ. 116)

   Βέβαια, στον παρόντα χρόνο του μυθιστορήματος, αν και μετέχουν ήρωες από το παρελθόν, εξέχουσα θέση κατέχει ο καθηγητής και η προσεκτική, μεθοδική εξημέρωσή του, όπως ονομάζει τη διαδικασία προσέγγισής του η αφηγήτρια, η οποία προσδοκά να φέρει τη βαθιά γνώση για κείνον, ίσως, την ερωτική του απόκριση και την ουσιαστική επικοινωνία ή όποιο άλλο δώρο, γνωστικό ή αισθησιακό, προκύψει, αν προκύψει.

   Στην επίπονη προσπάθεια της εξημέρωσης η δύναμη του Έρωτα τη μετουσιώνει και μαζί τον κόσμο που την περιβάλλει και διαπιστώνει στην πράξη πως η Ηρακλείτεια απόφανση πως «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», ισχύει και γι’ άλλα πράγματα του κόσμου τούτου: «Φτάνει να σε χτυπήσει ο έρωτας κατάστηθα για να καταλάβεις ότι όχι μόνο στο ίδιο ποτάμι δεν μπορείς να μπεις δύο φορές, αλλά ούτε στην ίδια πόλη δεν γίνεται να περπατήσεις για δεύτερη φορά, ούτε στα ίδια καφέ δεν κάθεσαι σε επανάληψη για την αγαπημένη σου σοκολάτα, αυτή με τη γεύση στυφού αγριοκέρασου, ούτε στο ίδιο σπίτι δεν κατοικείς δεύτερο βράδυ. Φτάνει να σε χτυπήσει ο έρωτας ενδοφλέβια για να μάθεις με απίστευτη σιγουριά πως κάθε στιγμή του χρόνου είσαι ένας άλλος άνθρωπος, συνεχώς μεταβαλλόμενος προς το καλύτερο, κάθε μέρα και πιο βαθιά η πληγή, κάθε λεπτό και πιο ακέραιο το νόημα του κόσμου.» (σ. 61) Όλα, όμως, αυτά σ’ ένα ερωτικό παιχνίδι με εμφανή τα σημάδια του αιώνιου, αταβιστικού ανταγωνισμού μεταξύ άρρενος και θήλεος, τα οποία δύσκολα ξεπερνιούνται και, όχι σπάνια, γίνονται εμπόδιο στον δρόμο για ένα ουσιαστικό, συμπαντικό δούναι λαβείν.

   Το νυχτερινό συμπόσιο για δύο, στο οποίο μετέχουν με ιδιότυπο τρόπο και πρόσωπα που κάθονται σε διπλανά τραπέζια, δίνουν την ευκαιρία στην αφηγήτρια, πέραν άλλων, να μιλήσει για τη φύση και την οικολογία και, ευαισθητοποιημένη σε τέτοια θέματα, ν’ αποφαίνεται με σιγουριά: «Κανένας από όλους αυτούς τους δήθεν αγωνιστές που μάλωναν πίσω μας, κάτω από την ηδονική επήρεια του γλυκύτατου οίνου, δεν έλαβε υπόψη του και αυτή τη μισή αλήθεια, όπως θα έλεγε ο καθηγητής μου ή ολόκληρη την αλήθεια, όπως θα έλεγα εγώ. Κανείς δεν έλαβε υπόψη πως ο πανίσχυρος άνθρωπος καθημερινά μισεί τη ζωή όλο και περισσότερο, και την ακυρώνει με τον ίδιο αργό, μεθοδικό και χαριτωμένο τρόπο, βαθμηδόν, όλο και περισσότερο σαν ένα αριστουργηματικό μουσικό adagios (σ. 100) Πόσο μάλλον, που αυτοί «Προσπαθούν να λύσουν το μυστήριο της φύσης που μας περιβάλλει, ενώ αγνοούν παντελώς τη φύση που κρύβεται μέσα τους.» (σ. 79) Δύσκολο το «γνώθι σαυτόν», άλλωστε, διότι πρόκειται για ατομικό αγώνισμα, στο οποίο δεν είναι όλοι διατεθειμένοι να αγωνιστούν.

   Μιλώντας για το νέο μυθιστόρημα της Ειρήνης Μπόμπολη, με τίτλο «Το γεύμα», την οποία ως άλλη Διοτίμα στο «Συμπόσιο»  του Πλάτωνα την ένιωσα, μάκρυνα τον λόγο μου. Έτσι που με συνεπήρε, θα μπορούσα να τον μακρύνω κι άλλο, κάτι που δεν συνάδει με το παρόν κείμενο. Κλείνοντας όμως, σημειώνω πως θα επιστρέφω στις σελίδες του, καθώς δεν πρόκειται για την αφήγηση ενός Έρωτα σαν κι αυτούς που κατακλύζουν τα τελευταία χρόνια τις προθήκες των βιβλιοπωλείων, αλλά για έναν Έρωτα σπουδαίο στην ουσία του, αν και ανεκπλήρωτο, που η βίωσή του από την πρωταγωνίστρια περνάει στη γραφή ως δημόσια εξομολόγηση και καθιστά μύστες της αλήθειας του τους αναγνώστες.

 

Παναγιώτα Π. Λάμπρη

http://users.sch.gr/panlampri/

 

 


Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας, στην περιοχή των Τζουμέρκων. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στη Φιλοσοφία (Ηθική) στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ζει στην Πάτρα και εργάζεται στη μέση εκπαίδευση. Αγαπάει το θέατρο και ασχολείται μ’ αυτό ερασιτεχνικά. Ποιήματά της έχουν μεταφραστεί στα σουηδικά. Άλλα έργα της: Με την αφή, ποίηση, Εκδόσεις Σαιξπηρικόν, Θεσσαλονίκη 2020, Εκεί που ο κύκλος, ποίηση, Εκδόσεις Το Δόντι, Πάτρα 2016, Ανιμολόγια, ποίηση, Εκδόσεις Πικραμένος, Πάτρα 2014, Το Τρίτο Ημισφαίριο, ποίηση, Εκδόσεις Πέτρα, Αθήνα 2010, Το Πεπρωμένο μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά, μυθιστόρημα, Εκδόσεις Επιφανίου, Λευκωσία 2007.

 

 

 

Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Ανδρωμάχη Κώστας Ακρίβος εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

 

Ανδρωμάχη

Κώστας Ακρίβος

εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress

«Ανδρωμάχη» του Κώστα Ακρίβου (κριτική) – Μια γυναίκα ζωντανό πένθος (bookpress.gr)

 

 


μια γυναίκα ζωντανό πένθος

 

Η λογοτεχνία αγαπά να εισχωρεί στον βαθύτερο ψυχισμό των χαρακτήρων, να ανακαλύπτει την αντιστικτική σχέση ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, αρχέγονες δυνάμεις που καθορίζουν τις συμπεριφορές. Και έχει πράγματι ξεχωριστό ενδιαφέρον, όταν ανατέμνει τη σύγκρουση των δύο δυνάμεων για να φανερώσει σε όλη του την έκταση το δίπολο θύμα – θύτης. Κάποτε η συγγραφική φαντασία επινοεί τις λογοτεχνικές περσόνες, κάποτε ανατρέχει σε ιστορικά πρόσωπα, κάποτε στον πλούτο των μύθων, που όσο κι αν τους έχει επεξεργαστεί η παράδοση ή η πένα επωνύμων, πάντα θα προσφέρονται για μια νέα οπτική. Αυτή είναι η περίπτωση της Ανδρωμάχης, του νέου μυθιστορήματος του Κώστα Ακρίβου, που με έναν έξοχο τρόπο παρουσιάζει την προσωπικότητα αυτής της τραγικής γυναίκας, της ενσάρκωσης του πένθους, όπως η ίδια θα πει: Μια γυναίκα ζωντανό πένθος  ήμουν, Τίποτ’ άλλο. Αν η ίδια διατηρεί για τον εαυτό της τον ρόλο του θύματος, έχει απέναντί της όχι μόνον ένα θύτη αλλά πολλούς. Και είναι αυτοί οι αρσενικού γένους θύτες που οδηγούν εδώ τον Κώστα Ακρίβο να μετονομάσει την Ανδρομάχη του ενός ανδρός σε Ανδρωμάχη των πολλών· έτσι, μεταστρέφει την ετυμολόγηση του ονόματός της και από αυτήν που μάχεται όπως και ο άνδρας ή που αντιμετωπίζει τον ένα άνδρα, φθάνει στη γυναίκα που έπρεπε να δείξει όλο το σθένος της απέναντι στη διαρκή βία που ασκούσαν πάνω στο κορμί και την ψυχή της οι άνδρες που διασταύρωσαν τη ζωή τους με την τραγική δική της.

Η πλοκή του μυθιστορήματος θα στηριχθεί στα σωζόμενα γραπτά μνημεία που μιλούν για την Ανδρομάχη, τόσο την ομηρική Ιλιάδα, που ενσωματώνει και την παλαιότερη προφορική παράδοση για το πρόσωπό της, όσο και την τραγική ποίηση (τις τραγωδίες του Ευριπίδη Τρωάδες και Ανδρομάχη), ως επεξεργασμένη μορφή του μύθου κατά το δοκούν από τον τραγικό ποιητή. Ο Ακρίβος κατορθώνει να αποδώσει με πληρότητα τη μορφή της Ανδρομάχης, παρουσιάζοντας αφενός όλα τα απαραίτητα στοιχεία για τη ζωή της, συνιστώντας έτσι ένα αντικειμενικό πλαίσιο, όσο το επιτρέπει η πρωτοπρόσωπη αφήγηση από την ηρωίδα, και αφετέρου εκμεταλλευόμενος ακριβώς την ευθύτητα του πρώτου προσώπου αναδεικνύει όλο τον ψυχισμό της. Ο ίδιος επιλέγει να κρατήσει κρυμμένη τη φωνή του συγγραφέα/επινοητή της ιστορίας, προκειμένου να διατηρηθεί η ένταση του δράματος αλλά και να επιτευχθεί η αληθοφάνεια με την ειλικρίνεια μιας πρωτοπρόσωπης αφήγησης, που θα μπορούσε να  λειτουργήσει και ως θεατρικός μονόλογος. Θα ακούσουμε την Ανδρομάχη να παρουσιάζει τη ζωή της με την αφηγηματική τεχνική in medias res, δηλαδή από τη μέση της και όχι με την ευθύγραμμη χρονική πορεία, μια ενδιαφέρουσα εδώ «συμπόρευση» με την ομηρική τεχνική, στην οποία άλλωστε όλος ο μύθος έχει την αρχή του. Όπως συνειρμικά θα έρχονται στη μνήμη της τα γεγονότα, θα δούμε την τύχη της μετά την άλωση της Τροίας να συνδέεται με αυτήν του Νεοπτόλεμου (γιου του νεκρού πια Αχιλλέα και δολοφόνου του Αστυάνακτα, του παιδιού της), με τον οποίο θα γεννήσει τρία παιδιά, θα βρεθεί αρχικά στη Φθία, και μετά τον θάνατο του Νεοπτόλεμου, ακολουθώντας  τον αδελφό του Έκτορα, τον Έλενο, θα πάει στην Ήπειρο, στον τόπο της Χαονίας, και μετά τον θάνατο και του Έλενου στην Τευθρανία της  Μυσίας, όπου ο γιος της Πέργαμος θα δώσει το όνομά του στην πόλη. Με αναδρομές θα θυμηθεί την πρότερη ευτυχισμένη ζωή της, με την οικογένειά της αρχικά και μετά ως σύζυγος του Έκτορα στο βασίλειο της Τροίας, πριν οι Αχαιοί αποφασίσουν (με ταπεινές προφάσεις) να επεκτείνουν την κυριαρχία τους, πριν ο Αχιλλέας, το κτήνος όπως τον ονομάζει η Ανδρομάχη ταυτίζοντας το όνομά του με την απάνθρωπη συμπεριφορά του, πέσει με όλη την οργή του κατά της οικογένειάς της και την αφανίσει. Ο συναισθηματικός της κόσμος μοιρασμένος ανάμεσα στο μίσος για τους θύτες της και στο μητρικό της ένστικτο, αναγκασμένη να κυοφορεί και να ανατρέφει τα παιδιά αλλεπάλληλων βιασμών, διατηρώντας στην ψυχή της διαρκή τον πόνο για τον άτυχο Αστυάνακτα, τον γιο του έρωτά της με τον Έκτορα, που το φονικό χέρι του Νεοπτόλεμου γκρέμισε από τα τείχη της Τροίας. Είναι, όμως, πάλι το αγαπημένο όνομα του Αστυάνακτα που θα ακουστεί και θα τη συγκρατήσει πριν την τελική θαρραλέα πράξη «φυγής» ή καλύτερα «σωτηρίας» από μια ζωή κενή νοήματος.


Η συγγραφική επιλογή να δειχθεί σε όλο τον ρεαλισμό της η βία των πράξεων και ταυτόχρονα να μην μεταπέσει η αφήγηση σε άγονο και άστοχο για τη λογοτεχνία συναισθηματισμό, αποδεικνύεται σωστή.  Αφενός η βία είναι μια απόλυτη έννοια, που δεν χωράει λειάνσεις λεκτικές, και αφετέρου η ποιότητα των συναισθημάτων δεν κερδίζει με την υπερβολική φόρτιση των λέξεων, αντιθέτως επιζητεί την πιο απλή παράθεση για να λειτουργήσει σε όλο της το βάθος. Στην προμετωπίδα τα λόγια του Manuel Villas: […] οι νεκροί είναι η ανεπιείκεια του παρελθόντος που εισβάλλει στο παρόν μέσα από ένα ουρλιαχτό αγάπης. (ΟΡΔΕΣΑ, σε μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη, εκδ. Ίκαρος), αποτελούν την κατάλληλη «είσοδο» στο βιβλίο, με μετρημένη την αγάπη και την οργή. 

Συνεκτιμώντας όλες τις επιλογές ως προς τον τρόπο έκθεσης του υλικού, από τη χρήση της γλώσσας και το ύφος μέχρι τη διαχείριση των χρονικών επιπέδων και τη σκιαγράφηση των χαρακτήρων, πρέπει να αξιολογηθεί εδώ εν συνόλω αυτή η συγγραφική κατάθεση. Ο Ακρίβος έχει δείξει έως τώρα σε όλες τους τις γραφές πως γνωρίζει καλά την τέχνη της αφήγησης, και μάλιστα με τη χρήση της πρωτοπρόσωπης φωνής. Άρα δεν εκπλήσσει και εδώ το άρτιο από κάθε άποψη αποτέλεσμα. Ωστόσο, θαρρώ πως με την Ανδρωμάχη του προχώρησε την τέχνη του ακόμη πιο πέρα.  Πήρε, ως συγγραφική επινόηση, τη θέση και τη φωνή μιας γυναικείας μορφής και κατόρθωσε να δώσει πλήρη τη μορφή της. Διαβάζοντας τη συγκλονιστική αφήγηση της Ανδρωμάχης του, είναι σαν να ακούμε μια τραγωδό να εξιστορεί, με την αίσθηση του  μέτρου που διδάσκει η αρχαία τραγωδία, με συγκρατημένο όσο πρέπει το συναίσθημα, με την έξαρση εκεί που η πλοκή απαιτεί την υπέρβαση των ορίων. Νομίζω πως αρκεί αυτή η οπτική, που συνδέει λειτουργικά την Ανδρωμάχη του με την  Ανδρομάχη, τόσο την ομηρική της Ιλιάδας όσο κυρίως την τραγική του Ευριπίδη, για να αποδοθεί η συγγραφική πρόθεση.  Ακόμα κι αν αναφαίνονται συνδέσεις/προεκτάσεις με τον γενικότερο ρόλο της γυναίκας σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία, ας θεωρηθούν αρκετά αχνές για να αποτελέσουν μια ερμηνευτική προσέγγιση σ’ αυτό που ο Ακρίβος θέλησε να δώσει· άλλωστε, υπάρχει και ο κίνδυνος να οδηγήσουν σε παραπλανητικές οδούς μειώνοντας την αξία του βιβλίου. Εδώ έχουμε την έξοχη λογοτεχνική απόδοση μιας τραγωδίας, και αυτό είναι αρκετό στην πληρότητά του. 

 

Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Ήταν εκείνα τα πρώτα χρόνια που μόλις είχαμε στεριώσει στον νέο τόπο. Με τις δούλες συνοδεία και την Πρόκνη επικεφαλής θυσίαζα ένα πρωινό στον υπαίθριο βωμό του Δία. Θυσία για να τιμήσει ο πρώτος των θεών την ψυχή του πρώτου των θνητών, του Έκτορα. Είχα ακούσει πολλές φορές από τους παλιούς δούλους τα λόγια που λέγονταν στην πατρίδα. Ότι οι ψυχές παραμένουν απέθαντες. Κυκλοφορούν άυλες υπάρξεις στον αιθέρα, ανάμεσά μας· εμείς ούτε μπορούμε να τις δούμε ούτε να τις νιώσουμε, εκείνες όμως έχουν αυτό το χάρισμα: μας ψαύουν με τον τρόπο τους, μας μιλούν, συμβουλεύουν ή όχι. «Κάνε, Δία πατέρα, η ψυχή του μοναδικού μου έρωτα να είναι επιεικής απέναντι στις επιλογές της ζωής μου που εγώ αναγκάστηκα να πάρω, κάνε!» (σ. 83).

Πέμπτη 3 Νοεμβρίου 2022

Ο Αρσάμης της Περσίας μυθιστόρημα Αντώνης Ξυραφάς εκδόσεις Βακχικόν η πρώτη δημοσίευση στο περοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο Αρσάμης της Περσίας

μυθιστόρημα

Αντώνης Ξυραφάς

 εκδόσεις Βακχικόν

η πρώτη δημοσίευση στο περοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Οι απαντήσεις είναι μέσα μας • Fractal (fractalart.gr)

 


 

Οι απαντήσεις είναι μέσα μας

 

Από την αρχή την είχες την απάντηση μέσα σου. Μια σημαδιακή φράση που θα ακούσει κάποια στιγμή ο Αρσάμης, ο Πέρσης πρίγκιπας, ήρωας του πρόσφατου μυθιστορήματος του Αντώνη Ξυραφά. Ένα μυθιστόρημα με το παραμυθιακό στοιχείο να καθορίζει και τον τρόπο πρόσληψής του από τον αναγνώστη. Ο Ξυραφάς δεν αιφνιδιάζει με την επιλογή του παραμυθιού (για ενήλικες φυσικά λόγω της θεματικής του), καθώς και στα δύο προηγούμενα μυθιστορήματά του (Η σκιά του στρατιώτη, Γαβριηλίδης 2015, και Ο εφευρέτης, Βακχικόν 2019) η μείξη του πραγματικού  με το εξωλογικό ήταν εμφανής. Το αλληγορικό του παραμύθι Ο Αρσάμης της Περσίας διατηρεί τα στοιχεία του παραμυθιού από την αρχή ως το τέλος, αφήνοντας στο βάθος τον σύγχρονο προβληματισμό, που καλείται ο αναγνώστης να ανακαλύψει πίσω από τη διάχυτη παραμυθία. Σκόπιμα χρησιμοποιώ τον όρο αυτό, που παραπέμπει στην παρηγορία, δηλαδή την παρηγορητική δράση του παραμυθιού, πιστεύοντας πως η πρόκειται για εύστοχη επιλογή να δοθεί με αυτόν τον έμμεσο τρόπο ο φιλοσοφικός στοχασμός του συγγραφέα, όπως ίσως και μια διάθεση  διδακτισμού, όσο φυσικά το επιτρέπει η μυθοπλασία. Η ιστορία του Ξυραφά σε προκαλεί κάθε τόσο να σταματήσεις την ανάγνωση για να συμπορευτείς με τον δημιουργό της στο ευρύ πεδίο της φιλοσοφίας και της θεολογίας, καταλήγοντας σε μια θεώρηση του ανθρώπινου βίου πέρα από ιδεοληψίες, από δογματισμούς και στερεότυπες αντιλήψεις.

Σταδιακά θα μας οδηγήσει από την επιφανειακή ευτυχία του Αρσάμη, ψευδαίσθηση που του δίνουν τα πλούτη του και η εξουσία που ασκεί, στη συνειδητοποίηση πως οι δυνάμεις του Κακού είναι πάντα έτοιμες να ανατρέψουν αίφνης το σκηνικό, και να απειλήσουν με αφανισμό την αγαπημένη του Αρναβάζη.  Θεωρώντας πως οι αντίρροπες δυνάμεις του Καλού μπορούν να τον βοηθήσουν, θα ξεκινήσει ένα μακρινό ταξίδι ως τα πέρατα της αχανούς αυτοκρατορίας του Δαρείου για να συναντήσει μάγους και σοφούς να τον καθοδηγήσουν. Ένα ταξίδι, όμως, γεμάτο από κινδύνους, πραγματικούς και υπερφυσικούς, που θα τον κάνουν να διαλογισθεί πάνω σε ό,τι ως τότε θεωρούσε δεδομένο και οδηγώντας τον εν τέλει στη σωτήρια αυτογνωσία. Με υπόρρητες επιρροές από τη φιλοσοφία του παραλόγου του Καμύ αλλά και από τα όρια της αλλοτρίωσης όπως τα έθεσε ο Κάφκα (δίπλα στη νιτσεϊκή θεωρία, στις θεωρήσεις της θεότητας αντλημένες από την ανατολική φιλοσοφία, κυρίως στον κυρίαρχο δυϊσμό Καλού και Κακού) ο Ξυραφάς θα θέσει ένα κύριο ερώτημα (ανάμεσα στα πολλά που προκύπτουν κάθε τόσο), ερώτημα που αφορά τον ρόλο του ίδιου του ταπεινού θνητού απέναντι στις υπέρτατες δυνάμεις που φαίνεται να ορίζουν τον κόσμο: πόση δύναμη έχει η ανθρώπινη βούληση να αντιπαρατεθεί με τις δυνάμεις αυτές, να τις αντικρίσει κατά πρόσωπο και να διεκδικήσει μια θέση συνειδητή μέσα στο άρρητο και το αφανές του σύμπαντος; Ο Αρσάμης θα λειτουργήσει ως λογοτεχνική περσόνα που θα εγκιβωτίσει στην αλληγορία της τα τρία στάδια της πορείας προς τη συνειδητότητα: γνώση του εαυτού, γνώση του περιβάλλοντος κόσμου, γνώση της θέσης μέσα σε αυτόν. 



Ευρύ το γνωστικό πεδίο του Ξυραφά, ήδη εμφανές από τα προηγούμενα έργα του, εδώ θαρρώ πως ανοίγει περισσότερες ενδιαφέρουσες παρακαμπτήριες οδούς από κάθε άλλη φορά. Συζητώντας μαζί του πριν μερικά χρόνια, με ξάφνιασε λέγοντάς μου ότι σκεφτόταν τη φόρμα του παραμυθιού για ένα από τα επόμενα βιβλία του. Πόσο σωστή ήταν η σκέψη του, όμως! Οι ήρωές του ως τώρα πάλευαν ανάμεσα στην αλήθεια και την ψευδαίσθηση, να γνωρίσουν την πραγματική, βαθύτερη ουσία όλων των πραγμάτων, να βρουν τη θέση τους στον χώρο ανάμεσα στη θνητότητα και τη θεότητα.  Εδώ, στον Αρσάμη, οδηγεί τον ήρωά του στη γαλήνη που προσδίδει η αγάπη, η καλοσύνη, η ταπεινότητα, η άρση του εγωισμού, δείχνοντας πού ακριβώς βρίσκεται η απάντηση στα ερωτήματα που θέτει.  Ο Αχούρα Μάσντα, η υπερβατική οντότητα και φορέας του Καλού, θα πει: Όταν πια είχε μείνει από την καλοσύνη του δίχως ίχνος εγωισμού μέσα του, τότε άγγιξε την έσχατη απλότητα, έγινε αληθινά θεϊκός, έχοντας γνωρίσει πια τη βαθύτερή του φύση. Έτσι δεν νίκησε τον θάνατο, τον όλεθρο και τη δυστυχία, αλλά στο τέλος την πλάτη τούς γύρισε, γιατί τον ένοιαζε πια μόνο η χαρά που μπορούσε να σκορπά μέσα στο παρόν του. (σ. 193). Το παραμύθι, νομίζω, ήταν η σοφότερη συγγραφική επιλογή, με τις υπερβάσεις του να αποδίδουν, μέσα από μια γραφή με ποιητικό ρυθμό, όλη την αλήθεια της ανθρώπινης συνθήκης που αναζητά (και ίσως βρίσκει) μέσα από την τραγικότητά της την αυτογνωσία ως λύση.

 Διώνη Δημητριάδου