Αντώνης Ε. Χαριστός
Η επαναστατική αντι-βία
στην ανατομία του δικαίου
Ε.Λ.Α.-17 Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης
Κοινωνικοοικονομική και πολιτική μελέτη
Εισαγωγή; Ευστράτιος Τζαμπαλάτης
Εκδόσεις Υψικάμινος
η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr
Μια πολύ ενδιαφέρουσα μελέτη γύρω από τη θεματική της αντιπαράθεσης κρατικών/εξουσιαστικών μηχανισμών και κοινωνικού σώματος, συνιστά το πρόσφατο έργο του Αντώνη Χαριστού. Μια μελέτη, που θέτει στο κέντρο της ανάλυσης το ισχύον σύστημα εν συνόλω, με τους θεσμικούς πυλώνες του (κυρίως το νομικό πλαίσιο) να συγκρατούν στη θέση του ένα κατ’ ουσίαν ετοιμόρροπο οικοδόμημα. Αν ισχύει αυτό, όμως, τότε το βάρος της ευθύνης μετατίθεται στους ώμους των καταπιεσμένων μονάδων – αποφεύγω συνειδητά κάθε όρο που θα παρέπεμπε σε συνολικά μεγέθη, καθώς σε ένα υπό διάλυση σύστημα όλα τα δομικά του στοιχεία αδυνατούν να συστήσουν σύνολο με σαφή ιδεολογία, άρα και ταυτότητα. Από το σημείο, ωστόσο, αυτό εκκινεί ένας προβληματισμός που αφορά τον ρόλο (άρα και την ευθύνη) όσων στο όνομα του καταπιεσμένου που αδυνατεί να αντιδράσει αναλαμβάνουν τη δράση, εν είδει μιας αμφίβολης εκπροσώπησης.
Στη διάρκεια της Μεταπολίτευσης (ο όρος εδώ κατ’ ανάγκη, καθώς πρόκειται για ασαφή και «βολική» συνθήκη) θυμάμαι πώς περιμέναμε, μετά από κάθε τρομοκρατικό χτύπημα, την προκήρυξη (συνήθως στην τότε Ελευθεροτυπία), προκειμένου να αντιπαραβάλουμε το δίκαιο του χτυπήματος με την ιδεολογική του υποστήριξη, όχι πάντοτε επιτυχή. Γνωρίζαμε, ή έστω εικάζαμε, ότι πίσω από όσους είχαν τον ρόλο του εκτελεστή, υπήρχε μια καθοδήγηση που θα έπρεπε να ανήκει στον χώρο της διανόησης (τουλάχιστον σε μία περίπτωση αυτό εκ των υστέρων αποδείχθηκε) και καμία σχέση δεν θα είχε με την εργατική τάξη την οποία εκπροσωπούσε. Στέκομαι σ’ αυτό το σημείο, γιατί εμφανώς στο βιβλίο του Χαριστού προκρίνεται η ύπαρξη μιας εργατικής τάξης που θεωρητικά, στηριγμένη στη μαρξιστική ιδεολογία, ηγείται των κοινωνικών στρωμάτων, εφόσον φυσικά την όποια ηγεσία την εντάσσουμε στην προοπτική μιας επαναστατικής διαδικασίας. Έρχεται στον νου μου η εκτίμηση του Λένιν για το αριθμητικό μέγεθος της «μάζας» που την εννοούσε να αριθμεί χιλιάδες και εκατομμύρια. Αν τότε η εκτίμηση αυτή εν μέρει λειτούργησε, πόσο σήμερα ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και μάλιστα με την εργατική καθοδήγηση;
Οι κοινωνίες εξελίσσονται, αρνητικά ή θετικά, και οι ιδεολογίες λαμβάνουν υπ’ όψη τους τις κοινωνικές μεταλλάξεις. Όσο οι δυτικές κοινωνίες θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από το μονοπωλιακό κεφάλαιο («Οι ιδιωτικοποιήσεις και ο “ανάλγητος” δημόσιος τομέας σκιαγράφησαν τον δημόσιο λόγο στη σφαίρα τού ιδιωτικού βίου, επιτρέποντας ευρύτερα στρώματα της κοινωνίας να επιδοθούν σε αγώνα δρόμου για το ατομικό κέρδος», σ. 671) –με την εξάρτηση να μεγεθύνεται όσο πιο περιθωριακή στις παγκόσμιες εξελίξεις είναι μία χώρα, όπως η Ελλάδα– τόσο οι μηχανισμοί της εξουσίας θα βρίσκουν τον τρόπο να αντιμετωπίζουν την όποια αντίδραση, όχι κατ’ ανάγκη να τη φιμώνουν αν θέλουν να κρατήσουν ένα δημοκρατικό προσωπείο, αλλά να την ενσωματώνουν, θέτοντάς την εντός των ορίων μιας προσχεδιασμένης «τοιχογραφίας» που επιτρέπει την ελεγχόμενη αντίδραση, ακριβώς γιατί νομιμοποιεί την ύπαρξη τους και την κυριαρχία τους. Σ’ αυτήν ακριβώς τη λογική λειτουργούν και οι κομματικοί μηχανισμοί, συνιστώντας ένα ευρύ φάσμα από την πιο ακραία, φασιστική ιδεολογία έως την πιο ακραία αριστερή· δεν παύουν να αποτελούν «σχήματα», με οριακή δυνατότητα αυτονόμησης από το μοντέλο μιας οιονεί δημοκρατικής κοινωνίας. Στο βιβλίο του Χαριστού εύστοχα αποκαλύπτεται ο ρόλος των κομματικών και κατ’ επέκταση συνδικαλιστικών σχηματισμών, ως επίσης εξουσιαστικών μηχανισμών καθοδήγησης και ποδηγέτησης, εξυπηρετώντας την εκάστοτε κυρίαρχη ιδεολογία, ως εξαρτήματά της, συνήθως πολύ βολικά για τις επιδιώξεις της.
Το σύνθημα «βία στη βία της εξουσίας», πολύ διαδεδομένο σε πρότερες εποχές, θέτει τόσο πρακτικά όσο και θεωρητικά ζητήματα. Και μόνον ο όρος αντι-βία προϋποθέτει τον ρόλο του θύματος απέναντι στον θύτη (εν προκειμένω τον κρατικό μηχανισμό σε όλες τις εκφάνσεις του, εμφανείς ή όχι) άρα αναγνωρίζει στον θύτη την κυρίαρχη θέση· με άλλα λόγια η βία δρα και η αντι- βία αντιδρά. Πιστεύω ότι από αυτή την πραγματικότητα ως αφετηρία, και με τη συνακόλουθη αδράνεια της «εργατικής» τάξης, καλύπτοντας έτσι και το πρακτικό θέμα «ποιος αναλαμβάνει και με ποιες δυνάμεις», άρχισε στην Ελλάδα, για να μείνουμε μόνον εκεί, η δράση των τρομοκρατικών οργανώσεων. Ελάχιστα, κατά τα χρόνια της έντονης δράσης της αντι-βίας, υπήρχε ηθικό πρόβλημα, τουλάχιστον στους κόλπους των αριστερών κύκλων (και δεν εννοώ, φυσικά, τα κόμματα εδώ), καθώς η ηθική ως διαλεκτικό αντίβαρο της ιδεολογίας ένιωθε «καλυμμένη» από αυτούς που αναλάμβαναν να την εκπροσωπήσουν, στα πλαίσια ενός αυτοδίκαιου αιτήματος ξεκαθαρίσματος – ας μην ξεχνάμε πως το επίσημο δίκαιο ελάχιστα ανταποκρινόταν στη λαϊκή απαίτηση για τιμωρία των ενόχων της δικτατορίας, στρατιωτικούς, βασανιστές κ. λπ.
«Η εξουσία πάντα κατασκευάζει τι πρέπει να θεωρείται ηθικό και τι ανήθικο, με βασικό και διαχρονικό πάντα στόχο να καλύπτει την ανηθικότητα των ισχυρών οικονομικά τάξεων που συγκροτούν και συντηρούν τον εξουσιαστικό μηχανισμό» (Εισαγωγή του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη, σ. 15)
Στην Εισαγωγή του Ευστράτιου Τζαμπαλάτη που συνοδεύει τη μελέτη του Χαριστού, και που συνιστά μια μελέτη επίσης, διαβάζουμε μια ενδιαφέρουσα παράμετρο του παραπάνω ζητήματος, που εν πολλοίς ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη μου, στην ανάγκη για δικαίωση. Ας μη μας διαφεύγει ότι η διαμόρφωση της «κοινής» γνώμης (όρος που από μόνος του στην ουσία ακυρώνεται) είναι στα χέρια πάντα της εκάστοτε κυρίαρχης ιδεολογίας, οπότε χρειάζεται το αντίβαρο τουλάχιστον για να ισορροπήσει, αν όχι (μακάρι) να αφυπνιστεί:
«Η επαναστατική δράση δε στοχεύει, και δεν είναι ο μοναδικός σκοπός της, να εντοπίζει στόχους και να τους υπονομεύει ως πράξη απόδοσης λαϊκής δικαιοσύνης. Το τελευταίο αποτελεί ένα βασικό κομμάτι της επαναστατικής δράσης, αλλά όχι αυτοσκοπό. Τις περισσότερες φορές το σημαντικότερο έργο της βρίσκεται στην αντιπληροφόρηση, στην “ένοπλη προπαγάνδα” και στην κατάδειξη και υπενθύμιση του κοινωνικοταξικού εχθρού, που είναι το αστικό καθεστώς, κράτος και οι μηχανισμοί του και όλοι όσοι το υπερασπίζονται – είτε άμεσα είτε έμμεσα» (σσ. 27-28)
Εν κατακλείδι, ένα βιβλίο χρήσιμο (αν και όχι χρηστικό ως εγχειρίδιο λόγω μεγέθους), θεωρητικό με ικανά, ωστόσο, τεκμήρια (κυρίως στις σημαντικές υποσημειώσεις), που θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αφορμή ενός διαλόγου για τόσα θέματα που ακόμη παραμένουν ανοιχτά. Ποιο το επαναστατικό υποκείμενο, φορέας της επαναστατικής ιδεολογίας; Ποια είναι σήμερα η θέση και η ταυτότητα της εργατικής τάξης; Σε σχέση με αυτήν, πώς παρουσιάζονται οι άλλες τάξεις σήμερα, μέσα σε έναν κατασκευασμένο κοινωνικό «πολτό»; Πώς ο εν υπνώσει εφησυχάζων ιδιώτης μεταλλάσσεται σε ενεργό συμμέτοχο της επαναστατικής πράξης; Ποιος ο ρόλος της διανόησης και σε ποια πεδία λειτουργεί; Στην πράξη, και όχι θεωρητικά, πώς γίνεται η υπέρβαση των κομματικών και των συνδικαλιστικών μηχανισμών; Ενδεικτικά μόνον αυτά τα ερωτήματα, καθώς επί του θέματος αυτού προκύπτουν διαρκώς και άλλα.
Εκτενείς οι παραπομπές όσο και η βιβλιογραφία.
Διώνη Δημητριάδου


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου