Τετάρτη 4 Μαρτίου 2026

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ

 

 

ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ

 

Χαρταετός αν ήσουν

Θα το ’λεγες πως θα πετάξεις

Ανήμερα αρχής σαρακοστής

Του νηστευτή

Του ποιητή

Του λαβωμένου ανήμερα

 


Μονήρης και αναχωρητής, εσώκλειστος ο ποιητής, κι όμως πάντα παρών, εν πλήρει συνειδήσει και του χρόνου και του χώρου, εντός και εκτός του οποίου επέλεξε να ζήσει. Γιατί ήταν ταυτόχρονο το «μέσα» και το παράδοξο και ιδιότυπο «έξω» του Κώστα. Φωνή από το τηλέφωνο, καθημερινή και μακροσκελής χρονικά συζήτηση, μια περιδιάβαση σε όλο τον χώρο τον οικείο της ποίησης, μια πολυπρόσωπη «παρουσία» στις αφηγήσεις του, στις περιπαικτικές συχνά ιστορίες που θυμόταν, στη μίμηση φωνών και συμπεριφορών, με τη διάθεση μικρού παιδιού, που δεν μπορείς να του θυμώσεις. Χρωστώ στον Κώστα την αγάπη αλλά και την οργή, τις απίστευτες εκρήξεις του, όλα στον υπέρτατο βαθμό. Γιατί ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος, ένας δημιουργός με ψυχή ζώσα, γι’ αυτό και η απίστευτη κλίμακα συναισθηματικών αλλαγών. Τον καταλάβαινα, τον ένιωθα, ακόμα κι όταν πίστευα πως άδικες οι φωνές του – επανερχόταν με μια σύντομη αλλά τόσο ουσιαστική συγνώμη. Άλλοτε πάλι ήταν η δική μου η συγνώμη, γιατί έτσι έπρεπε· είχε δίκιο σε πολλά. Δεν ήταν εύκολος άνθρωπος, με την κοινότοπη έννοια, αλλά ήταν αληθινός. Κάποιοι δεν μπόρεσαν να εννοήσουν ούτε το αγαπητικό του δόσιμο ούτε τα ξεσπάσματά του, κι έτσι απομακρύνθηκαν, άλλους τους απομάκρυνε ο ίδιος, όταν τους βρήκε «λίγους» ως προς το ήθος. Πάντα, όμως, ακόμα κι αυτούς τους συγχωρούσε, αν ήταν καλοί ποιητές.

Χρωστώ στον Κώστα πολλά, ανάμεσά τους ένα κοινό μας βιβλίο και ένα έντυπο περιοδικό που το εμπνεύστηκε και θέλησε να το συνδιευθύνουμε. Ήταν τότε που του είπα ότι το όνομά του έπρεπε να προηγηθεί, καθώς σεβόμουν την πορεία του στην ποίηση. Δεν το δεχόταν σε καμία περίπτωση.  Επέμενα και τότε μου είπε: «ε, ας μη βγει το περιοδικό!» Υποχώρησα. Στο κοινό μας βιβλίο, τα ίδια. Επέμενα πολύ, του είπα: «ε, τότε ας μη βγει το βιβλίο!» Υποχώρησε αυτός. Έτσι ήταν σε όλα του, απρόσμενος στις αντιδράσεις του, αν και σου έδινε την εντύπωση πως πολύ είχε μελετήσει τι θα πει και τι θα κάνει. Έδινε χώρο στους άλλους, αν τους εκτιμούσε, τους περιόριζε αν πίστευε ότι έχουν πολύ δρόμο ακόμη μπροστά τους και τους συμβούλευε, εν μέρει τους καθοδηγούσε. Όσοι απομακρύνθηκαν έχασαν πολλά, όσοι παραμείναμε κερδίσαμε.

Το περιοδικό μας, η Σταφυλή μας, ορφάνεψε. Πριν δυο χρόνια, μου είχε πει ότι θα τα παρατήσει, σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές του, «είσαι μόνη σου», κι εγώ του είπα πως μαζί θα είμαστε, κι αν τα παρατήσει, θα τα παρατήσω κι εγώ.  Νιώθω πως δεν τα παράτησε ο Κώστας, η ζωή του τον εγκατέλειψε, μετά από πολλά βάσανα, πολύ πόνο στο σώμα και στην ψυχή. Κι έτσι μόνος όπως έμεινε, θαρρώ, αν υπάρχει κάπου, θα μπορεί να ξαποσταίνει στις σελίδες του περιοδικού.

Όσοι τον καταλάβαμε και τον αγαπήσαμε, στις καλές και τις κακές του στιγμές (ειδικά αυτές, μόνο στιγμές ήταν), θα τον έχουμε πάντα δίπλα μας. Αυτόν τον Ποιητή, τον φίλο, τον συνοδοιπόρο. Όσο ζούσε διατέλεσε εν αφανεία ηθελημένη, δεν κυκλοφορούσε καθόλου, και έτσι πολλοί δεν τον ήξεραν. Όσοι υποψιασμένοι, τον γνώριζαν, όσοι ένιωσαν το δόσιμό του.  Γιατί η καλή ποίηση, όσο κι αν την αγνοήσουν, δεν θα χαθεί ποτέ. Η ιδιότυπη, καθαρά προσωπική στο ύφος και τη γλώσσα της ποίηση.

Ο ίδιος ήθελε να τον αγαπούν, ήθελε να το ακούει, κι όταν δεν το άκουγε, ρώταγε: «μ’ αγαπάς και μένα λιγάκι;» «Σ’ αγαπάω, π’ ανάθεμά σε», του έλεγα, και γέλαγε. Έτσι.

[Κώστας Θ. Ριζάκης (23/4/1960-23/2/2026)]

Διώνη Δημητριάδου

Σαν σήμερα Μια αφηγηματική διαπλοκή Έρση Σεϊρλή εκδόσεις Οδός Πανός η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

Σαν σήμερα

Μια αφηγηματική διαπλοκή

Έρση Σεϊρλή

 εκδόσεις Οδός Πανός

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | Η γραφή ως αρχική αφορμή • Fractal

 

 

 


 

Η γραφή ως αρχική αφορμή

 

Ένα ιδιαίτερο ύφος, καθαρά προσωπικό, αλλά και μια εν δυνάμει υπέρβαση των αφηγηματικών τρόπων, χαρακτηρίζει τη γραφή της Έρσης Σεϊρλή. Εδώ δεν ενδιαφέρει τόσο το σημείο εκκίνηση της γραφής, που έτσι κι αλλιώς μόνον ως εικασία θα μπορούσε να επισημανθεί, καθώς οι αφορμές της τέχνης θνητές και δεν συνοδεύουν το έργο μετά τη δημιουργία του. Το πρόσφατο βιβλίο της Σεϊρλή Σαν σήμερα, συνιστά μια δημιουργική άσκηση γραφής, που μοιράζει την αφήγηση σε δύο μέρη, διαπλεκόμενα μεταξύ τους, όπως ο χρόνος (ασύλληπτος στην ουσία του) ρέει «ακάμας» και αιώνιος, πέρα από την αντιληπτική ανθρώπινη ικανότητα. Η λογοτεχνία συχνά «παίζει» με τα χρονικά διαστήματα, όμως εδώ, σ’ αυτή τη γραφή, το παιχνίδι αυτό είναι αυτοσκοπός, δεν αποτελεί στοιχείο που δομεί την πλοκή της μυθοπλασίας, είναι αυτό το ίδιο το κέντρο του ενδιαφέροντος.

Έτσι όπως η ιστορία διασπάται σε μικρές αφηγήσεις, σε ένα χρονικό παρελθοντικό φόντο που εναλλάσσεται με ένα σύγχρονο παρόν, μια περιδιάβαση στην πόλη της Αθήνας, δεν ξέρεις ποιο από τα δύο είναι το πιο σκοτεινό, το πιο καθοριστικά επιδραστικό στην ψυχή της αφηγήτριας. Με το ένα χρονικό πλαίσιο να πατάει στη μνήμη, με το άλλο να βιώνει το σήμερα, νιώθεις πως ό,τι έχει βιωθεί, τραυματικό ή όχι ως αποτέλεσμα ισχυρό, απολήγει σε μια σύγχρονη θέαση του περιβάλλοντος χώρου αμφίρροπη, σαν μια λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην επιθυμία και τον φόβο. Ο Ξένος της ιστορίας, απρόβλεπτη συνάντηση, από την ξενότητα της επαφής στην εξοικείωση, από την απλή συμπόρευση στην ανάλυση εννοιών και σε έναν ιδιότυπο διάλογο ανάμεσα στην αδυναμία και στη δύναμη, με τον Ξένο, δηλαδή Ξενοκράτη να ενσωματώνει στο όνομά του (δηλωτικό της ισχύος του) τον μέγιστο φόβο, αυτόν της καθοδήγησης.

Η όψη της πόλης, όπως η αφηγήτρια τη βλέπει (σημερινή όψη στον αντίποδα της παλιάς, αν και όλα τα σημεία εκεί οδηγούσαν), παραπέμπει στους προσωπικούς της φόβους, όπως μέσα στον χρόνο έχτισαν έναν τρόπο θέασης των πραγμάτων. Έτσι, δένουν μεταξύ τους οι δύο αφηγήσεις, η μία αποσπασματική με μόνον εσωτερική σύνδεση των επιμέρους κομματιών της (εν είδει ψυχής κομματιασμένης που άλλοτε θυμάται και άλλοτε αλλοιώνει τη μνήμη), και η άλλη σε συνεχή ροή να ενσωματώνει με έμμεσο τρόπο τον απόηχο των φόβων, αλλά και να τους συντηρεί μέσα στο ζοφερό περιβάλλον της πόλης. Σημαντική συνιστώσα αποδεικνύεται η περιγραφή, το «χτίσιμο» του χώρου, μέσα στον οποίο τα πρόσωπα βρίσκουν τις κινήσεις τους· όσο μέσα τους υπάρχει η αμφιβολία και η αιώρηση, τόσο ο χώρος δρα καταλυτικά και τα προσγειώνει, τους δίνει σχήμα και σώμα.



Μια απαισιόδοξη ματιά στον μέσα και τον έξω κόσμο; Μια οδοιπορία προς τον εαυτό; Μια θέα προς τον κόσμο σήμερα; Ίσως όλα αυτά ή και κάτι ακόμα. Η Σεϊρλή θεωρώ πως ψάχνει τον τρόπο της γραφής αυτόν καθεαυτόν, δεν ενδιαφέρεται να γράψει μια σειρά από αφηγήσεις ή μια ενιαία ιστορία. Αν στο αποτέλεσμα μπορούμε ενδεχομένως να δούμε το ένα ή το άλλο, απέχει ίσως από την αρχική συγγραφική πρόθεση, που πάλι ως εικασία γίνεται να την εκτιμήσουμε. Είναι η γραφή ως εκκινούσα αρχή που την αφορά, και θα συνεχίσει να προεκτείνει τις αφηγηματικές δυνατότητες προς όλο και πιο διαφορετικές μορφές. Ένας αυτοσχεδιασμός, με τη θεατρικότητα ή την κινησιολογία του χορού; Σε κάθε περίπτωση, έχει ενδιαφέρον η πρωτοτυπία στη γραφή, μέσα σε μια βαρετή συχνά ομοιομορφία και επανάληψη. Η γραφή της Σεϊρλή κατορθώνει να κρατήσει ρυθμό σε μια αφήγηση διασπασμένη, απηχώντας την ανάσα της ζωής ακόμα κι όταν όλα γύρω τείνουν να την καταργήσουν.


Διώνη Δημητριάδου

 

Απόσπασμα

 

Ξυπνώ με την αίσθηση ότι βρίσκομαι εκεί που δεν πρέπει να βρίσκομαι. Πού; Στο σκοτάδι. Τι κάνεις στο σκοτάδι; Κάθεσαι και περιμένεις. Τι περιμένεις; Το αιωνίως ζητούμενο, την ανυπαρξία. Αλλά εγώ υπάρχω. Απόδειξη ότι προσκρούω σε επιφάνειες τραχιές που μόνο στο κακό παραπέμπουν. Μα επιβιώνει το κακό στο σκοτάδι; Σε κανονικές συνθήκες αυτά τα φιλοσοφήματα ηχούν γελοία. Είναι όμως οι συνθήκες κανονικές; Ποτέ δεν ήταν. Ούτε θα γίνουν. Κλείνω τα μάτια και τα αφήνω να με πάρουν μαζί τους. Αόρατα δια γυμνού οφθαλμού, τα υποατομικά σωματίδια στροβιλίζονται σε έναν μακάριο χορό. Ακολουθώ με μία μόνο αγωνία. Πόσο χρόνο θα πάρει; Πόσο θα διαρκέσει η αιώνια περιστροφή;  (σ. 210).

 

 

 

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

ΗΜΕΡΙΔΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ - ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ, ΤΟΜΕΣ, ΡΉΞΕΙΣ, ΣΥΜΠΟΡΕΎΣΕΙΣ


ΗΜΕΡΙΔΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΑ - 

ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ, ΤΟΜΕΣ, ΡΉΞΕΙΣ, ΣΥΜΠΟΡΕΎΣΕΙΣ




Η λογοτεχνία έχει τους τρόπους της να παρεμβαίνει στα κοινωνικά δρώμενα με την ελπίδα να μπορεί να ασκεί την επίδρασή της. Ημερίδα με θέμα: "Λογοτεχνία και κοινωνία - συνομιλίες, τομές, ρήξεις,συμπορεύσεις". Θα ακολουθήσει συζήτηση με το κοινό, πιστεύουμε πολύ ενδιαφέρουσα.

Πέμπτη, 12 Μαρτίου, ώρα 17:00, Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων, αίθουσα Αντώνης Τρίτσης]
Χορηγός επικοινωνίας ΑΘΗΝΑ 9,84
Με την υποστήριξη του Οργανισμού Πολιτισμού, Αθλητισμού και Νεολαίας του Δήμου Αθηναίων
Εκδόσεις Εύμαρος - Evmaroslibro



ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΙΗΤΩΝ ΜΑΡΤΙΟΣ ΜΗΝΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 2026 «ΚΑΘΑΡΟΤΑΤΟΝ ΗΛΙΟ ΕΠΡΟΜΗΝΟΥΣΕ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΟ ΔΡΟΣΑΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΑΣΤΕΡΙ» ~ ένα κεράκι για τον Διονύσιο Σολωμό ποιητές & ποιήτριες διαβάζουν από το έργο του ~

 

ΚΥΚΛΟΣ ΠΟΙΗΤΩΝ

ΜΑΡΤΙΟΣ ΜΗΝΑΣ ΠΟΙΗΣΗΣ 2026
 

«ΚΑΘΑΡΟΤΑΤΟΝ ΗΛΙΟ ΕΠΡΟΜΗΝΟΥΣΕ
ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ ΤΟ ΔΡΟΣΑΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΑΣΤΕΡΙ»
 

~  ένα κεράκι για τον Διονύσιο Σολωμό
ποιητές & ποιήτριες διαβάζουν από το έργο του  ~      

 

 



Την Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026 μέλη του ΚΥΚΛΟΥ ΠΟΙΗΤΩΝ και οι φίλοι τους θα τιμήσουν τη μνήμη του Διονύσιου Σολωμού με αναγνώσεις ποιημάτων από το έργο του μεγάλου ποιητή.
Η εκδήλωση θα γίνει παράλληλα σε τρία σημεία της Αθήνας:      
 
Ώρα 18:00
Café bar ΤΟCA, Πλατεία Αγίας Παρασκευής,
Ηρώων Πολυτεχνείου 6  (τηλ. 211 4111614)  
συντονίζει ο Ζαχαρίας Σώκος 

 

  • Χρύσα Αλεξοπούλου 
  • Διώνη Δημητριάδου
  • Στέλλα Δούμου
  • Λίλυ Εξαρχοπούλου
  • Πάνος Κυπαρίσσης
  • Κωνσταντίνος Λουκόπουλος
  • Κλεοπάτρα Λυμπέρη
  • Αλέξιος Μάινας
  • Πάνος Σταθόγιαννης 
  • Πέτρος Στεφανέας   
  • Τζένη Φουντέα Σκλαβούνου    
  • Χρήστος Αντωνίου
  • Θανάσης Βαβλίδας
  • Άννα Βασιάδη
  • Γεράσιμος Βουτσινάς
  • Βάλια Γκέντσου 
  • Σωτήρης Γουνελάς
  • Αλεξάνδρα Δεληγιώργη
  • Ανδρέας Κεντζός
  • Κατερίνα Κουκουβιτάκη
  • Νάγια Κυριαζοπούλου
  • Νίκος Μοσχοβάκος
  • Ζέτα Μπελαούρη
  • Μίνα Πατρινού
  • Αιμιλιανός Σιδέρης
  • Ζαχαρίας Σώκος
  • π. Σταύρος Τρικαλιώτης
  • Νίκος Φιλντίσης  

~ * ~       
 
Ώρα 18:00  
Café des Poètes, Πλατεία Βικτωρίας 9  (τηλ. 210 8215080)
συντονίζει η Βερονίκη Δαλακούρα        

 

  • Πόπη Αρωνιάδα
  • Βερονίκη Δαλακούρα
  • Μαρία Κούρση
  • Κυριακή Λυμπέρη 
  • Αντώνης Μακρυδημήτρης
  • Γιώργος Μαρκόπουλος
  • Σωτήρης Σαράκης
  • Κωστής Τριανταφύλλου
  • Ελίνα Αφεντάκη
  • Αγγελική Δημουλή
  • Σωκράτης Καμπουρόπουλος
  • Αφροδίτη Κατσαδούρη
  • Αλέξανδρος Κορδάς
  • Ελένη Λιντζαροπούλου
  • Μάνια Μεζίτη
  • Γρηγορία Πούλιου
  • Γεράσιμος Ρομπότης
  • Στέλιος Χουρμουζιάδης
  • Νίκος Ψαρινόπουλος 

~ * ~
 
Ώρα 19:30
Βιβλιοπωλείο Μπερλίν, Δημοφώντος 88  (τηλ. 210 3478774)
συντονίζει η Βίκυ Κατσαρού

 

  • Γιώργος Γώτης    
  • Αγγελική Πεχλιβάνη   
  • Σταύρος Αναστασόπουλος
  • Γιάννης Δούκας  
  • Γιώργος Δρίτσας
  • Γιώργος Χ. Ζαχαρόπουλος
  • Αριάδνη Καλοκύρη  
  • Φωτεινή Καπελλάκη 
  • Χριστίνα Κασσεσιάν 
  • Άννα Λιανού  
  • Ν.Γ. Λυκομήτρος
  • Αντωνία Μποτονάκη   
  • Ευσταθία Π.    
  • Τζένη Παυλίδου    
  • Λεωνίδας Ρήγας   
  • Κωνσταντίνα Σιαχάμη 
  • Δημήτρης Τζάνογλος
  • Μαρία Τοπάλη
  • Κασσάνδρα Φουντουλάκη

*Την πρωτοβουλία-επιμέλεια της τριπλής εκδήλωσης έχει συνολικά η  Κλεοπάτρα Λυμπέρη. 

 

Διώνη Δημητριάδου, Αδώνιδος κήποι, εκδόσεις ΑΩ Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης Λόγος ταπεινός

 

Διώνη Δημητριάδου

 Αδώνιδος κήποι

 εκδόσεις ΑΩ



Λόγος ταπεινός

Γράφει ο Κώστας Βούλγαρης
η πρώτη δημοσίευση στο Culturebook
στη στήλη Βραχέα ποιητικά 

Η συλλογή χαρακτηρίζεται από «έναν ρυθμό βαδίσματος απόλυτα σταθερό, χωρίς λυγίσματα», όπως ήδη έγραψε η Ευσταθία Δήμου.

Ήτοι, πεζά ποιήματα σε στίχους έχουμε εδώ, χωρίς «λυγίσματα», αναστολές, υπεκφυγές και φιοριτούρες, όπως αρμόζει στην ώρα του θανάτου, του απολογισμού των πεπραγμένων, του νοήματος του ταξιδιού.

Με «ρυθμό βαδίσματος», χωρίς αυξομειώσεις και εντάσεις, χωρίς άλλη ρυθμική αγωγή, παρέλασης ή επίδειξης, παρά εκείνη του καθημερινού λόγου, γιατί την πομπή του Επιταφίου ακολουθεί, πεζή, όχι τον λυρισμό του επιτάφιου λόγου, όχι το φως των κεριών, που με χάρη τρεμοπαίζουν, όχι την αχλύ του δρώμενου και της παράστασης, αλλά του ταπεινού φύτρου της φακής τη μοίρα, που σε πιατάκια οικιακά φυτρώνει, πρόσκαιρη και θνησιγενής, μετέχοντας και γειώνοντας, νοηματοδοτώντας ανθρώπινα το δράμα.

Με ρυθμό όμως και βάδισμα «απόλυτα σταθερό», γιατί διά της ποίησης δεν επιζητεί την άνω λύτρωση, στου μεταφυσικού τις ενοράσεις, ούτε και θρηνεί για των εγκόσμιων τις ματαιώσεις, αλλά πορεύεται γυμνός ο λόγος, σίγουρος για τον εαυτό του, δηλαδή για τη ματαιότητά του, ως ανάγκη όμως βιοτική, ως νόημα της ύπαρξης.

Εδώ, «τα λυρικά να λείπουνε», δήλωνε ευθαρσώς και προγραμματικά ο Τάκης Σινόπουλος, στη σημαντικότερη εκείνη φάση του, που μας έδωσε τον εμβληματικό «Νεκρόδειπνο» και άλλα έξοχα ποιήματα, ανατέμνοντας την ιστορική διαδρομή μέσα στην οποία έζησε και ποίησε.

Σε αυτό ομνύει η συλλογή της Δημητριάδου, ως αισθητικό πρόταγμα, ανατέμνοντας τη διαδρομή της ύπαρξης, φυσικά σε διάλογο με τη μεταφυσική τής λύτρωσης, από τη θέση όμως όχι του πιστού αλλά του ζώντος και θνήσκοντος, που βλέπει, βιώνει και, γενικεύοντας, μιλά σε τρίτο πρόσωπο:

αποσυνάγωγοι
από θεούς κι ανθρώπους
[…]
Κι όταν Παρασκευή μεγάλη ξημερώνει
θρηνούν εκείνον και τον εαυτό τους
για όλες τις μικρές Παρασκευές
που ανάσταση καμιά δεν καρτερούν

Μιλώντας σε τρίτο πρόσωπο, διατηρεί μια ελάχιστη απόσταση ασφαλείας, όχι για να σωθεί αλλά τον ελάχιστο εκείνο χώρο της ποίησης να σώσει, ώστε εκείνη, η ποίηση, για όλα αυτά να μιλήσει.

Μα να μιλήσει ανθρώπινα, όχι ως παρενδυσία του άνω ή του κάτω κόσμου, γιαυτό κι όταν ο ίαμβος εμφιλοχωρεί ακέραιος, σε έναν κόντρα ρόλο, ο ταπεινός λόγος τον γειώνει πάραυτα:

Παρασκευές μικρές
μονάχα αυτές να σώζονται
θάνατο και ζωή κανοναρχώντας

Λέξεις από μόνες τους αρθρώνονται…

Δόκιμος κριτικός η Δημητριάδου, εδώ, με ένα ποίημα αθόρυβο, όπως αρμόζει, χωνεμένο κάπου μέσα στις σελίδες του βιβλίου, μας δίνει ποιητικά και το πλέον ακριβές στίγμα του Ηλία Λάγιου, αφού η συλλογή της και με το «Requiem» εκείνου συνομιλεί:

Όσο αναρωτιόταν
αν ποτέ θα έμελλε να του δοθεί
ουράνια χάρη
σαν να πει συγχώρεση
τόσο πειθόταν πως
αμφίβολο πολύ
αν θα του έδινε
ο ίδιος τη δική του
έτσι που κύλησαν τα χρόνια του
σπαρμένα με οδύνη

Κώστας Βούλγαρης 

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Θοδωρής Γκόνης Ove vai? Conte Nano, Ove vai? Το λεμονοπεριβόλι του Δαμαλά Εκδόσεις Μικρή Άρκτος η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Θοδωρής Γκόνης

Ove vai?

Conte Nano,

Ove vai?

Το λεμονοπεριβόλι του Δαμαλά

Εκδόσεις Μικρή Άρκτος

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Θοδωρής Γκόνης: «Ove vai? Conte Nano, Ove vai?»




Ο Κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας σε τρεις εικόνες θεατρικές. Ίσως με το θεατρικό τρόπο, συνάμα τον μουσικό, να μπορεί να φανεί πιο ξεκάθαρα η προσωπικότητα αλλά και η μοίρα αυτού του ξεχωριστού Έλληνα, του αμφιλεγόμενου για τις πρώιμες προσπάθειές του να στηρίξει το νεοσύστατο, μικρό κρατίδιο, με το όραμά του να συνταιριάζει τα αταίριαστα, όπως, για παράδειγμα την ίδρυση Πανεπιστημίου σε μια χώρα που η πλειονότητα ήταν αναλφάβητοι. Όμως, όλα αυτά ας τα κρίνει η ιστορία, με τις διασταυρούμενες απόψεις, την ανάλογη τεκμηρίωση, την ιδεολογία εν τέλει που διαμορφώνει τις εκάστοτε θέσεις. Εδώ έχουμε μια άλλη οπτική, δραματουργική, με την ευαισθησία του Θοδωρή Γκόνη, που ξέρει πώς να προσεγγίζει τις δυσδιάκριτες πολύτιμες στιγμές των προσώπων, να τις μεταπλάθει σε λέξεις, σε στίχους, σε εικόνες ζωντανές, όπως στο συγκεκριμένο μουσικο-θεατρικό έργο με τους δύο ηθοποιούς και τους πέντε μουσικούς. 

Πώς, διαβάζοντας τον τίτλο (Ove vai? Conte Nano, Ove vai?), να μην έρθει η σκέψη στο άλλο εμβληματικό: Πού πας, παλληκάρι, ωραίο σαν μύθος/ κι ολόισια στον θάνατο κολυμπάς; του άλλου ποιητάρη; Κι αμέσως η αντίθεση, από τη μια ο Κόντε Νάνο (χαϊδευτικό όνομα του Καποδίστρια) και από την άλλη το λεμονοπερίβολο του Δαμαλά, όπου έλαβε χώρα η Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, που τον εξέλεξε Κυβερνήτη. Σ’ αυτό τον τόπο όλα τα μυστήρια, όλα τα απίθανα χωρούν μαζί. «Πού πας; Σε ποιο χάος ετοιμάζεσαι να μπεις;» μοιάζει να αναρωτιέται η παράσταση.

 

Ove vai? Conte Nano

Ove vai?

Η Ύδρα και η Μάνη αγκάθινο στεφάνι σού κεντάει

Ove vai?

Μαύρος σκύλος στα ερείπια, στα πέτρινα σκαλιά σε κυνηγάει

Ove vai?

η πατρίδα σου ζητιάνα όλο ζητάει, τα «παιδιά σου»

το ένα τ’ άλλο πολεμάει

Ove vai? Conte Nano

Ove vai?

 

Ο Θοδωρής Γκόνης συνέλαβε την εικόνα του Κυβερνήτη σαν μια προσωπική του εσωτερική αίσθηση, όπως μια εικόνα από το εικονοστάσι, πέρα από κάθε ιστορική προσέγγιση, σαν μια δική του προσωπική υπόθεση.

 

Τ’ αρχοντικό περπάτημα

του πρώτου Κυβερνήτη

λίγο προτού να κοιμηθώ

στο πατρικό μου σπίτι

το άκουγα κ’ ανέβαινα

τρέχοντας στον φεγγίτη

 

Τον έβλεπα να περπατά

με το τριμμένο ρούχο

να φέγγει όλος σαν κερί

σε άγιο πολιούχο

τον έβλεπα μεσ’ στα στενά

στρατιώτη πολιούχο

 

Γυρίζω στο κρεβάτι μου

στο άσπρο προσκεφάλι

ξυπνάω κι είναι κόκκινο

απ’ τον Μαυρομιχάλη

 

Με τα κείμενα της παράστασης στηριγμένα σε αυθεντικές πηγές της εποχής (Ιστορικαί Αναμνήσεις του Νικολάου Δραγούμη, Απόλογα για τον Καποδίστρια του Γεωργίου Τερτσέτη, Στρατιωτικά Ενθυμήματα του Νικολάου Κασομούλη, Ιστορική Ανθολογία του Γιάννη Βλαχογιάννη, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του Thomas Gordon, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, Βαβυλωνία του Δ. Κ. Βυζάντιου, Νέα ελληνική ιστορία του Απόστολου Ε. Βακαλόπουλου κ.ά.), με τα τραγούδια (στίχοι: Θοδωρής Γκόνης, σύνθεση: Πέτρος Χρηστάκης)  να αποτυπώνουν μια αίσθηση επαπειλούμενης αιφνίδιας αλλαγής της μοίρας των πραγμάτων, με τον Κυβερνήτη να ισορροπεί ανάμεσα στη δύσκολη εξουσία και στην εσωτερική διάθεση όλα να τα αλλάξει ή αλλιώς να φύγει από τον τόπο, φτιάχνεται ένα έργο σπονδυλωτό με έντονη μουσικότητα, με τη γλώσσα στα καλύτερά της, σε όλη της τη δύναμη από τη ντοπιολαλιά μέχρι τον λόγο της εξουσίας, με διάλογο των δύο ηθοποιών που χτίζουν το πρόσωπο του Καποδίστρια μοναχικό και τραγικό εν μέσω μιας απίστευτης «Βαβυλωνίας», όπως ήταν τότε η Ελλάδα. 


Το έργο παρουσιάστηκε στο πλαίσιο εκδηλώσεων «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού, τον Αύγουστο του 2025 στο φρούριο Παλαμηδίου ενταγμένο στο πρόγραμμα του 2ου Φεστιβάλ Ακροναυπλίας. Και τώρα σε έκδοση από τη Μικρή Άρκτο.

 

Παραθέτω τον τελευταίο διάλογο των δύο ηθοποιών, που παρουσιάζει με τον πιο απέριττο όσο και εικονοπλαστικό τρόπο τη σκηνή της δολοφονίας του Κυβερνήτη, που αφήνει ταυτόχρονα να φανεί τόσο το προσωπικό του ήθος, η εμπιστοσύνη που είχε για όσους τον περιτριγύριζαν,  όσο και το εκτόπισμα που είχε στον απλό λαό με το αλάθητο συχνά κριτήριο:

 

Α. Λειτουργιώτανε στη μικρή  παλιά ενοριακή εκκλησία τον Άη Σπυρίδωνα, τον Κορφιάτη άγιο. Πήγαινε πολύ πρωί σ’ αυτή. Βγήκε από το Παλάτι πέντε η ώρα ντυμένος βαθυγάλαζη ρεντιγκότα με διπλά κουμπιά ασημένια, που παρασταίνανε τον Φοίνικα, μ’ άσπρο λινό παντελόνι και κασκέτο από τσόχα βαθυγάλαζη κι αυτό. Πέρασε από το Συντριβάνι, έστρεψε δεξιά, σε λίγα βήματα γύρισε κι’ ανέβηκε αριστερά, πάλι δεξιά και πάλι αριστερά και πρόβαλε στο πλάτωμα της εκκλησιάς. Μόλις φάνηκε από τ’ αγκωνάρι του ιερού, ανηφορικά στ’ άνοιγμα του μικρού δρομάκου που ανηφόριζε κατά το κάστρο, είδε τους Μαυρομιχάληδες να παραφυλάν αντικρύζοντας τη θύρα του καθολικού, όπου θάμπαινε. Μια στιγμή δίστασε και κοντοστάθηκε, μα ξανάπιασε το δρόμο του, πέρασε από κοντά τους και χαιρέτησε…

Β. Το φιλότιμο τον έφαγε, λέει ο λαός.

Μια μόνη γυναικούλα, που ήτανε στη εκκλησιά, έσκυψε με κλάματα και με το βαμβάκι μάζευε το αίμα.

 

Έτσι ολοκληρώνεται το θεατρικό έργο, με μια οιονεί κινηματογραφική ματιά, μια σκηνοθετική οπτική, να παρακολουθεί τα τελευταία βήματα πριν το τέλος, αφήνοντας στην πρόσληψη του θεατή (εδώ αναγνώστη) να εικάσει τις τελευταίες σκέψεις του κυβερνήτη, αυτό το «λίγο πριν».

 

Διώνη Δημητριάδου