ΓΙΑ
ΤΟΝ ΚΩΣΤΑ
Χαρταετός
αν ήσουν
Θα
το ’λεγες πως θα πετάξεις
Ανήμερα
αρχής σαρακοστής
Του
νηστευτή
Του
ποιητή
Του
λαβωμένου ανήμερα
Μονήρης
και αναχωρητής, εσώκλειστος ο ποιητής, κι όμως πάντα παρών, εν πλήρει
συνειδήσει και του χρόνου και του χώρου, εντός και εκτός του οποίου επέλεξε να
ζήσει. Γιατί ήταν ταυτόχρονο το «μέσα» και το παράδοξο και ιδιότυπο «έξω» του
Κώστα. Φωνή από το τηλέφωνο, καθημερινή και μακροσκελής χρονικά συζήτηση, μια
περιδιάβαση σε όλο τον χώρο τον οικείο της ποίησης, μια πολυπρόσωπη «παρουσία»
στις αφηγήσεις του, στις περιπαικτικές συχνά ιστορίες που θυμόταν, στη μίμηση
φωνών και συμπεριφορών, με τη διάθεση μικρού παιδιού, που δεν μπορείς να του
θυμώσεις. Χρωστώ στον Κώστα την αγάπη αλλά και την οργή, τις απίστευτες
εκρήξεις του, όλα στον υπέρτατο βαθμό. Γιατί ήταν ένας ζωντανός άνθρωπος, ένας
δημιουργός με ψυχή ζώσα, γι’ αυτό και η απίστευτη κλίμακα συναισθηματικών
αλλαγών. Τον καταλάβαινα, τον ένιωθα, ακόμα κι όταν πίστευα πως άδικες οι φωνές
του – επανερχόταν με μια σύντομη αλλά τόσο ουσιαστική συγνώμη. Άλλοτε πάλι ήταν
η δική μου η συγνώμη, γιατί έτσι έπρεπε· είχε δίκιο σε πολλά. Δεν ήταν εύκολος
άνθρωπος, με την κοινότοπη έννοια, αλλά ήταν αληθινός. Κάποιοι δεν μπόρεσαν να
εννοήσουν ούτε το αγαπητικό του δόσιμο ούτε τα ξεσπάσματά του, κι έτσι
απομακρύνθηκαν, άλλους τους απομάκρυνε ο ίδιος, όταν τους βρήκε «λίγους» ως
προς το ήθος. Πάντα, όμως, ακόμα κι αυτούς τους συγχωρούσε, αν ήταν καλοί
ποιητές.
Χρωστώ
στον Κώστα πολλά, ανάμεσά τους ένα κοινό μας βιβλίο και ένα έντυπο περιοδικό
που το εμπνεύστηκε και θέλησε να το συνδιευθύνουμε. Ήταν τότε που του είπα ότι
το όνομά του έπρεπε να προηγηθεί, καθώς σεβόμουν την πορεία του στην ποίηση.
Δεν το δεχόταν σε καμία περίπτωση.
Επέμενα και τότε μου είπε: «ε, ας μη βγει το περιοδικό!» Υποχώρησα. Στο
κοινό μας βιβλίο, τα ίδια. Επέμενα πολύ, του είπα: «ε, τότε ας μη βγει το
βιβλίο!» Υποχώρησε αυτός. Έτσι ήταν σε όλα του, απρόσμενος στις αντιδράσεις
του, αν και σου έδινε την εντύπωση πως πολύ είχε μελετήσει τι θα πει και τι θα
κάνει. Έδινε χώρο στους άλλους, αν τους εκτιμούσε, τους περιόριζε αν πίστευε
ότι έχουν πολύ δρόμο ακόμη μπροστά τους και τους συμβούλευε, εν μέρει τους
καθοδηγούσε. Όσοι απομακρύνθηκαν έχασαν πολλά, όσοι παραμείναμε κερδίσαμε.
Το
περιοδικό μας, η Σταφυλή μας, ορφάνεψε. Πριν δυο χρόνια, μου είχε πει
ότι θα τα παρατήσει, σε μια από τις πιο δύσκολες στιγμές του, «είσαι μόνη σου»,
κι εγώ του είπα πως μαζί θα είμαστε, κι αν τα παρατήσει, θα τα παρατήσω κι
εγώ. Νιώθω πως δεν τα παράτησε ο Κώστας,
η ζωή του τον εγκατέλειψε, μετά από πολλά βάσανα, πολύ πόνο στο σώμα και στην
ψυχή. Κι έτσι μόνος όπως έμεινε, θαρρώ, αν υπάρχει κάπου, θα μπορεί να
ξαποσταίνει στις σελίδες του περιοδικού.
Όσοι
τον καταλάβαμε και τον αγαπήσαμε, στις καλές και τις κακές του στιγμές (ειδικά
αυτές, μόνο στιγμές ήταν), θα τον έχουμε πάντα δίπλα μας. Αυτόν τον Ποιητή, τον
φίλο, τον συνοδοιπόρο. Όσο ζούσε διατέλεσε εν αφανεία ηθελημένη, δεν
κυκλοφορούσε καθόλου, και έτσι πολλοί δεν τον ήξεραν. Όσοι υποψιασμένοι, τον
γνώριζαν, όσοι ένιωσαν το δόσιμό του.
Γιατί η καλή ποίηση, όσο κι αν την αγνοήσουν, δεν θα χαθεί ποτέ. Η
ιδιότυπη, καθαρά προσωπική στο ύφος και τη γλώσσα της ποίηση.
Ο
ίδιος ήθελε να τον αγαπούν, ήθελε να το ακούει, κι όταν δεν το άκουγε, ρώταγε:
«μ’ αγαπάς και μένα λιγάκι;» «Σ’ αγαπάω, π’ ανάθεμά σε», του έλεγα, και γέλαγε.
Έτσι.
Διώνη
Δημητριάδου








