Κώστια Κοντολέων
Η Ήρα στον Αστερισμό του Καρκίνου
μυθιστόρημα
ΑΩ εκδόσεις
η πρωτη δημοσίευση στο περιοδικο diastixo.gr
Κώστια Κοντολέων: «Η Ήρα στον αστερισμό του καρκίνου»
Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη
φορά που η λογοτεχνική γραφή επιχειρεί να αποδώσει την τραυματική συνάντηση με
τον καρκίνο, τον «εισβολέα», που εισχωρεί αθόρυβα στο σώμα μας και συν τω χρόνω
εγκαθίσταται και προχωρεί σε έναν ανεξέλεγκτο καταστροφικό πολλαπλασιασμό των
κυττάρων. Τις περισσότερες φορές η γραφή μεταμφιέζεται, χρησιμοποιεί προσωπεία,
στην προσπάθεια να ειπωθεί το ανείπωτο, το βαρύ κι ασήκωτο φορτίο της
ασθένειας, με τις μάσκες, όμως, να υποχωρούν, μόλις αποκαλυφθεί ο συγγραφικός
«τρόπος», μόλις η υπαινικτική ή μεταφορική επένδυση καταπέσει μπροστά στην
αναγνωστική πρόσληψη.
Η γραφή της Κώστιας
Κοντολέων, ιδιαίτερη, ξεχωριστή και αναγνωρίσιμη ανάμεσα στις πολλές,
ακολούθησε την ευθεία οδό, λέγοντας τα πράγματα με το όνομά τους. Η ιστορία που
αφηγείται, κι ας έχει την πρωτοπρόσωπη φωνή, αφορά την κάθε ομοειδή περίπτωση.
Δεν αυτοβιογραφείται εξομολογούμενη, αλλά επιλέγει τη λογοτεχνική γλώσσα που
όλα τα σκεπάζει με το μαγικό της «ψεύδος», ώστε όλα να φαίνονται αληθινά όσο
και επινοημένα, χωρίς πραγματικά να ενδιαφέρει η διάκριση μεταξύ τους· άλλωστε,
η αληθοφάνεια κερδίζεται με τον συγγραφικό τρόπο, και τελικά αυτό είναι το μόνο
που ενδιαφέρει εδώ.
Επειδή στις καλές εκδόσεις
τίποτα δεν είναι τυχαίο, κοιτάζω το έργο του Egon Schiele (Seated female nude back view with red skirt, 1914) στο εξώφυλλο του βιβλίου, και νομίζω ότι βλέπω
την ηρωίδα της Κοντολέων, την Ήρα, με την ένταση της απόγνωσης στο βλέμμα, την
τραγικότητα της κίνησης της εξπρεσιονιστικής φιγούρας να απλώσει τα χέρια της
στο «κενό» του πίνακα. Από πού να πιαστεί; Σκέφτομαι πόσο η εικόνα και ο λόγος
εδώ αλληλο-ερμηνεύονται. Αποτυπώνει η φιγούρα της γυναίκας του πίνακα την
οκτάχρονη «συμπόρευση» της Ήρας με την αρρώστια, μια πραγματικότητα που η ίδια
δεν ήθελε να αποκαλύψει.
Φευ, όσες φορές κι αν κοιταχτώ στον καθρέφτη μου, όσες
αλλαγές και αν παρατηρήσω στο στήθος μου. Δεν κάνω τίποτα, μόνο περιμένω. Τι;
Δεν ξέρω. Θαύμα ή Θάνατο; (σσ.43-44).
Ο μονόλογος της Ήρας (θυμίζει θεατρικό μονόπρακτο) ανελέητος για την ίδια, θα εκκινήσει από το κρίσιμο «λίγο πριν» του χειρουργείου, εκεί που θα αποχωριστεί, με τη μαστεκτομή, το αναγνωριστικό στοιχείο, το σύμβολο της θηλυκότητάς της, στερεότυπο και άρα ισχυρό· δύσκολη η συμφιλίωση με την απουσία του. Εκεί στο κρίσιμο αυτό «λίγο πριν», θα σταματήσει η κανονική ροή του χρόνου, η Ήρα θα πάει πίσω, στο πρώτο ξύπνημα της γυναικείας της ταυτότητας, στα «σημάδια» που ήταν εκεί, αλλά ήθελε να τα αγνοήσει, που, όμως, τη στοίχειωνε η δυσοίωνη παρουσία τους.
Κι έπειτα, η πρώτη ένδειξη
της ύπαρξης του «εισβολέα». Σαφής η παρουσία του για τη γιατρό πλέον Ήρα, που
θα επιλέξει να συμβιώσει μαζί του για οκτώ καταστροφικά για την ασθένειά της
χρόνια. Έχει, αλήθεια, ενδιαφέρον αυτό το σημείο της ιστορίας. Η αντίδραση της ηρωίδας
μεταφρασμένη σε απουσία κάθε δράσης, σαν όλες οι ιατρικές της γνώσεις, όλες οι
συμβουλές που η ίδια έδινε στους ασθενείς της, έξαφνα να κατέρρευσαν, αδύναμες
μπροστά στο πρόβλημα που πλέον είχε σάρκα και οστά, ήταν ολότελα προσωπικό,
δικό της, ξεφεύγοντας από τις σελίδες των επιστημονικών της βιβλίων. Η γραφή
εδώ αποκτά χαρακτήρα ψυχαναλυτικό, ψάχνει και όσο ψάχνει βαθαίνει, δεν είναι
πια μόνο λογοτεχνία, δεν είναι τέχνη του λόγου, είναι διαδοχικές ξυραφιές στο
πάσχον σώμα.
Ο τρόπος που η Κοντολέων χτίζει την ιστορία
της, στο επίκεντρο βάζοντας την Ήρα και τον εσωτερικό της, αρχικά κρυφό για
τους άλλους, αγώνα, θυμίζει μια λίμνη που έξαφνα μια πέτρα πέφτοντας μέσα της
διαταράσσει την ηρεμία της – απατηλή ηρεμία, καθώς εκτεθειμένη η λίμνη σε
φυσικούς ή μηχανικούς παράγοντες δεν θα μπορούσε να διατηρήσει για πάντα τη
γαλήνη της. Όπως διαδοχικά διαγράφονται νέοι κύκλοι, ομόκεντροι αλλά όλο και
πιο φθίνοντες, εισχωρούν στην ιστορία οι άλλοι χαρακτήρες, ο άντρας της, η κόρη
της, οι γονείς, οι φίλοι, οι γιατροί, οι νοσοκόμες, ο καθένας κι ένας κύκλος,
πιο έντονος ή πιο άτονος, ανάλογα με τη γειτνίαση προς την Ήρα και τον τρόπο
που συμμετέχει στο δικό της πρόβλημα. Ακόμα και η ίδια, επιζητά την
αποστασιοποίηση από το «τραύμα», σαν να πρόκειται για μια ξένη γυναίκα που τής
μιλάει:
Μου έλεγε πως δεν ήθελε να κοινοποιήσει το πρόβλημά
της, πως απεχθανόταν τον οίκτο των άλλων όπως ο διάβολος το λιβάνι. Πως δεν θα
άντεχε εκείνες τις πλάγιες ματιές τους που τη θεωρούσαν ξεγραμμένη, τα
παρηγορητικά λόγια της συνθήκης. (σ.
104).
Εν τέλει είναι ένα βιβλίο
για τη γυναικεία ταυτότητα; Ένα βιβλίο για τη σταδιακή ωριμότητα, που έρχεται
μέσα από τραυματικές εμπειρίες; Ένα βιβλίο για την ασθένεια και την
αντιμετώπισή της; Ή, ίσως, ένα κοίταγμα στον καθρέφτη, με όσο θάρρος απαιτεί
κάτι τέτοιο;
Θυμάμαι το παραμύθι της Χιονάτης που έλεγα στην
παιδούλα κάποτε κόρη μου. Τις ερωτήσεις της κακιάς μητριάς στον μαγικό καθρέφτη
της. Εκείνος της έδινε απαντήσεις, ο δικός μου μένει ανείπωτα αμίλητος. Μένω
βουβή, καθώς οι τοίχοι γύρω μου κινούνται κι αρχίζουν αργά αργά να κλείνουν σαν
όστρακο που προσπαθεί να εγκλωβίσει έναν εν δυνάμει εξωτερικό κίνδυνο… ΕΜΕΝΑ. (σ.
45).
Μήπως ένα βιβλίο που, μέσα στην αυτοαναφορικότητά του, υπαινίσσεται την ιαματική λειτουργία της
γραφής; Η Ήρα, πάντως, μπροστά στη λευκή σελίδα του υπολογιστή της, αποφασίζει
να ξεκινήσει με τις πρώτες έξι λέξεις: Η
Ήρα στον αστερισμό του καρκίνου, φθάνοντας έτσι στην ώριμη αντιμετώπιση του
βιώματός της με την καταγραφή του στο ομότιτλο βιβλίο που διαβάζουμε.
Όλα αυτά, βέβαια, αλλά και
τόσα άλλα που ανακύπτουν διαβάζοντας, γιατί η καλή λογοτεχνία δεν εξαντλείται
σε κατηγοριοποιήσεις και ετικέτες. Η Κώστια Κοντολέων, με ευθύτητα, με
ειλικρίνεια, καταθέτει μια από τις καλύτερες γραφές στη δύσκολη αυτή θεματική.
Διώνη Δημητριάδου