Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη «Ρεπυμπλίκ – Βαστίλλη», από τις εκδόσεις Άγρα.



«…Εκείνο το απόγευμα, το Σάββατο κείνο του Μάρτη, τη μέρα του φευγιού της, η Λίζα στεκότανε στο παραπέτο. Το πλήρωμα ήταν μαζεμένο για τις τελευταίες ετοιμασίες. Ελάχιστα καράβια έπλεαν στη θάλασσα. Σα γύρω απ’ άρρωστο, φτωχό παιδί, που δεν έχει παιχνιδάκια.
Ό,τι πιο θλιβερό στον κόσμο, μια ρημαγμένη θάλασσα».
Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που πήρε μαζί με τα -έτσι κι αλλιώς ελάχιστα υπάρχοντά της- η Λίζα, η ηρωίδα του μυθιστορήματος, φεύγοντας για το Παρίσι, εκεί, στα χρόνια της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Αναγκαστικό φευγιό για να γλιτώσει τη ζωή της.
Έτσι, από την αρχή της ιστορίας, μπερδεύονται τα πρόσωπα τα αληθινά με αυτά της μυθοπλασίας. Γιατί με τον ίδιο περίπου τρόπο είχε φύγει και η ίδια η συγγραφέας από την κατεστραμμένη Ελλάδα, το 1947, για την αυτοεξορία της στη Γαλλία αρχικά και κατόπιν (με απέλαση) για την ανατολική Ευρώπη. Κι εκείνη για τη σωτηρία της.
Πρόκειται, λοιπόν, για ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα, με τις επιβαλλόμενες αλλαγές στα ονόματα; Ίσως δεν επαρκεί μια τέτοια προσέγγιση. Αυτό, το μέχρι πρότινος ανέκδοτο μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη, έχει οπωσδήποτε τα αυτοβιογραφικά στοιχεία που μας επιτρέπουν να αναζητήσουμε ομοιότητες και αναλογίες στη ζωή της συγγραφέως, αλλά μπορεί να σταθεί και με μόνη τη μυθοπλασία του επάξια στο corpus των βιβλίων της.
Χωρίς αμφιβολία μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μια ιστορία ‘υπερορίας’, εξορίας της ηρωίδας (ακόμη κι αν τη θεωρήσουμε ηθελημένη, δηλαδή αυτοεξορία, πάντα θα υπονοείται η αναγκαστική φυγή), η οποία θα βρεθεί σε απόλυτη μοναξιά στον τόπο που ονειρευόταν πάντοτε να πάει (ίσως όχι κάτω από αυτή την πιεστική πραγματικότητα), το Παρίσι των επαναστάσεων και της ελεύθερης σκέψης. Και θα βρεθεί εκεί χωρίς να κουβαλάει τίποτε από όσα βαραίνουν έναν οποιονδήποτε άλλο ταξιδιώτη, με άλλη ιστορία, με άλλο όνομα, σε άλλη εποχή. Ούτε καν ‘μια κουτάλα’ ή ‘ένα εμαγιέ κατσαρολάκι’ (συμβολικό συχνά απαντώμενο μοτίβο και αλλού στα γραφτά της Αξιώτη), αντικείμενα που θα σηματοδοτούσαν την επιθυμία εγκατάστασης της Λίζας στον νέο τόπο με επιθυμία επανέναρξης της ζωής της. Αντιθέτως, δίνεται η εντύπωση, όσο προχωράει η ανάγνωση, ότι η ηρωίδα έχει κατασκευάσει κατά κάποιο τρόπο ένα ασφαλές ‘κουκούλι’, μέσα από το οποίο μπορεί μεν να παρατηρεί τη ζωή γύρω της, ωστόσο δεν φαίνεται πραγματικά να την αγγίζει τίποτε.
Λιγοστά πρόσωπα κινούνται γύρω της, σαν ένας ολιγάριθμος θίασος. Με κάποια από αυτά τα πρόσωπα (τον καθηγητή και τη γυναίκα του) θα συνάψει μια ιδιόμορφη σχέση, η οποία θα είναι διαθέσιμη, όταν τη χρειάζεται, αλλά απόμακρη, όσο να της αφήνει χώρο για απομόνωση. Προσωπικά ξεχώρισα τη ‘σχέση’ (αν και από μακριά) με τη γυναίκα που μένει απέναντι από τη σοφίτα της και με την οποία θα ανταλλάσσουν σιωπηλά και φευγαλέα βλέμματα, κάθε φορά που θα συμπίπτει η επιθυμία της καθεμιάς να κοιτάξει από το παράθυρό της τον έξω κόσμο. Θέλουν να επικοινωνήσουν αλλά οι κώδικες του  προσωπικού χώρου δεν θα το επιτρέψουν, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλες τις μεγαλουπόλεις, τόσο διαφορετικές από το περιβάλλον που η Λίζα έχει μεγαλώσει, με τους γείτονες ή ακόμη και τους περαστικούς να κοιτάζουν μέσα από ανοιχτές πόρτες και παράθυρα. Εκεί, στον γενέθλιο τόπο, μια επικοινωνία ζωής. Εδώ, στο άξενο μέρος, μια μονόπλευρη επικοινωνία, ανοιχτή σε προσωπικές ερμηνείες, μια απουσία σχέσης καλύτερα.
Με δεδομένα τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι απουσιάζει και η δράση, τουλάχιστον αυτή που θα είχε ως χώρο της το Παρίσι. Έχουμε στη θέση της τη σκέψη της ηρωίδας σε διαρκή κίνηση, να επιχειρεί με το παραμικρό έναυσμα μια νοερή επιστροφή στην πατρίδα, εκεί που η ζωή κυλούσε με γοργό και έντονο ρυθμό, πολυπρόσωπη και δραστήρια, μέσα στους κανόνες που υπαγόρευε η αντιστασιακή δράση, στα χρόνια της κατοχής, αλλά και η συνωμοτική δραστηριότητα της κομματικής ζωής στα χρόνια μετά τον εμφύλιο. Η Λίζα ζει στο Παρίσι, όμως η ζωή της κυλάει με τους ρυθμούς του παρελθόντος, αφού αυτό είναι που ανακαλεί συνεχώς. Έτσι οδηγεί κι εμάς σε μια ‘επιστροφή’ μέσω της ανάγνωσης στην πρότερη ζωή της -διασπώντας έτσι τον αφηγηματικό  χρόνο- πότε στην παιδική της ηλικία, πότε στη συναναστροφή με τους συντρόφους της αργότερα, πότε στις ερωτικές της σχέσεις, Αυτά της λείπουν αλλά δεν προσπαθεί καθόλου να τα αντικαταστήσει με νέες εμπειρίες. Της αρκεί αυτή η αναμνηστική, θα λέγαμε, ζωή, στη θέση μιας πραγματικής. Ίσως γιατί δεν αφήνεται να ενσωματωθεί  πλήρως στη ζωή εκεί ή πάλι γιατί ψυχανεμίζεται ότι η παραμονή της στο Παρίσι θα είναι πρόσκαιρη και κάπου αλλού την περιμένει μια νέα εξορία. Τον έρωτα, όμως, δεν θα τον γλιτώσει. Θα τον γνωρίσει στο πρόσωπο του Ζωρζ, του Γάλλου φίλου, με τον οποίο θα συνάψει σχέση σύντομη, ίσως περισσότερο από την αίσθηση του χρόνου που τελειώνει μέσα της, παρά από την αναγκαστική φυγή της λόγω της απέλασης.
Ο έρωτας, ο θάνατος, οι σύντροφοι, οι μνήμες, όλα εδώ. Η σχέση με τον Ζωρζ θα συμπέσει με την είδηση για τον θάνατο του Γιάννη, του συντρόφου της στην Ελλάδα. Κάτι τελειώνει, κάτι άλλο μοιάζει να αρχίζει. Μόνο που εδώ, στο Παρίσι, στην ‘κλειστή’ ζωή αποκτά κι αυτός μια διαφορετική ποιότητα, πιο εσωτερική. Μοναχικός και ατελής.



Η αφήγηση, σε τρίτο πρόσωπο, δεν θα εμποδίσει την πρόσβαση του αναγνώστη στον εσώτερο κόσμο της Λίζας, αφού στην ουσία έχουμε περισσότερο έναν ιδιότυπο μονόλογο με τον μανδύα ενός αφηγητή. Η γλώσσα, από την άλλη, θα μας συμφιλιώσει ευκολότερα με την τέχνη της συγγραφέως, η οποία σε πολύ πρώιμη εποχή επεχείρησε τους αναπάντεχους συνδυασμούς λέξεων και τόλμησε τη μεταφορικότητα στον λόγο, τεχνικές που θα συναντήσουμε στη λογοτεχνία αργότερα και περισσότερο στην ποίηση. Γιατί -κι αυτό είναι ενδιαφέρον- ο πεζός της λόγος θα προσεγγίσει την ποίηση, σε ανεκτές για την πεζογραφία δόσεις. Ίσα για να εξυπηρετηθεί η στοχαστική μεταφορά της ηρωίδας στο παρελθόν, προκειμένου να βρει χώρο να σταθεί, αφού στον αφιλόξενο τόπο πατάει σαν σε κινούμενη άμμο. Η ποιητική ‘μεταφορά’ της έτσι θα είναι πιο αυτονόητη.
Ας μη διαφύγει από τον προσεκτικό αναγνώστη η χρήση του Ενεστώτα ακριβώς στην αρχή της ιστορίας, εκεί που βλέπουμε τη Λίζα μόλις πατάει το πόδι στο Παρίσι κατεβαίνοντας από το λεωφορείο. Πρόκειται για τον χρόνο του παρόντος, που εμπεριέχει τα ‘πρέπει’ για την εξόριστη ηρωίδα. Πρέπει να εγκατασταθεί, να γνωρίσει κόσμο, να δημιουργήσει ζωή στον νέο τόπο. Ο Ενεστώτας, παροντικός χρόνος, μας τη δείχνει ακριβώς τη στιγμή που εισέρχεται στο νέο περιβάλλον, στην πραγματικότητα σε έναν νέο κόσμο. Αυτό θα κρατήσει όμως για πολύ λίγο, μια και θα ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός άμυνας που θα την προστατέψει από τον κίνδυνο της λήθης. Μέσα από μια εξαιρετική ‘εγκιβωτισμένη’ αφήγηση, αυτή του μπαρμπα-Λορέντζου, από τα παιδικά της χρόνια, θα γυρίσει στο παρελθόν, το οποίο δεν θα την εγκαταλείψει ως το τέλος του βιβλίου, επανερχόμενο σε ισχυρές δόσεις και διακόπτοντας τη ροή της αληθινής ζωής. Μαζί θα εξαφανιστεί και ο παροντικός χρόνος δίνοντας τη θέση του στους κατ’ εξοχήν χρόνους της αφήγησης, τους παρελθοντικούς. Ενδιαφέρουσα οπτική χρήσης των χρόνων από τη συγγραφέα, και πολύ πρωτοποριακή για την εποχή.
Έχουμε εδώ, λοιπόν, ένα μυθιστόρημα της Μέλπως Αξιώτη με διαφορές οπωσδήποτε από τα άλλα της, παρά τις κοινές αναφορές, οι οποίες εξηγούνται απολύτως. Η συγγραφέας βρέθηκε για πρώτη φορά μακριά από την επιρροή και τους μηχανισμούς του κόμματος, νιώθοντας ελεύθερη από την ψυχαναγκαστική εμμονή με την καθοδηγούμενη γραφή, προκειμένου να υπηρετήσει την ιδεολογία της. Μια ιδεολογία, ωστόσο, την οποία υπερασπίστηκε με σθένος από το 1936, που εντάχθηκε στο ΚΚΕ και μετά στα χρόνια τα Κατοχής στο ΕΑΜ. Αλλά στο  Παρίσι ένοιωσε πως μπορεί να γράψει για άλλα πράγματα, ας πούμε για τον έρωτα που έχει τη δική του δυναμική ως συναίσθημα σ’ αυτό το βιβλίο, και ο οποίος ήταν περιχαρακωμένος σε ιδεολογικά πλαίσια όσο έγραφε στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι  το «Ρεπυμπλίκ-Βαστίλλη γράφτηκε στα γαλλικά (εμείς το διαβάζουμε στην έξοχη μετάφραση της Τιτίκας Δημητρούλια), άλλο ένα δείγμα, κατά τη γνώμη μου, της απελευθέρωσης από κανόνες, που ως τότε ακολουθούσε. Είναι στη Γαλλία, ενδύεται λογοτεχνικά τη γαλλική ταυτότητα. Είναι λογοτεχνικά ένας άλλος άνθρωπος.
Βέβαια η τύχη του χειρογράφου αυτού ήταν να μείνει ανέκδοτο για πολλά χρόνια, αφού η συγγραφέας απελάθηκε από τη Γαλλία, πέρασε από την Ιταλία, τη Σοβιετική Ένωση και την Πολωνία, για να καταλήξει στην ανατολική Γερμανία. Εκεί αντιμετώπισε πάλι τον έλεγχο του κόμματος, οπότε προτίμησε ένα τέτοιο κείμενο να μείνει αδημοσίευτο. Όμως αργότερα συμπεριέλαβε κομμάτια του σε άλλα βιβλία της, διασπείροντας έτσι τη σκέψη της ατόφια ή κάπως παραλλαγμένη.
Η ίδια (μέσω της ηρωίδας της) σε κάποιο σημείο της ιστορίας θα μας δώσει την έννοια του βιβλίου, όπως το φαντάζεται και θα το ήθελε: «Θα 'πρεπε να γραφτεί ένα βιβλίο που να μπορεί να χωρέσει όλα τα πράγματα: όπου να βλέπεις και ν' ακούς μαζί. Και να νιώθεις. Όπως στη ζωή. Ν' ακούς ήχους˙ να βλέπεις χρώματα˙ να νιώθεις πόνο και χαρά˙ να βλέπεις το αίμα σαν κυλά˙ να το βλέπεις όταν βγαίνει απ’ το στόμα κι αφήνει το σώμα αδειανό σαν  φλάσκα˙ ν' ακούς τον ήχο του τραγουδιού, του τραγουδιού των εξόριστων, και το ρυθμικό τους βήμα σα βαδίζουν σ' ένα δρόμο που δεν έχει γυρισμό˙ και πάνω απ' όλα να νιώθεις, να νιώθεις την συγκίνηση του παιδιού που του υποσχεθήκανε σφυρίχτρα, να νιώθεις πόσο πολύ πονάει όταν σου παίρνουν εκείνον που αγαπάς στον κόσμο πιο πολύ και να νιώθεις όλα όσα ένιωθαν οι άνθρωποι στα μπουντρούμια». Και παρακάτω: «Νομίζω πως αυτοί που γράφουν θα πρέπει να ‘χουν πάντα την αγωνία πως κάτι ελησμόνησαν: πως ποτέ τους δεν μίλησαν για όλα».
Ας σκεφθεί ο αναγνώστης αν  προσέγγισε αυτό το ιδεατό βιβλίο με τα δικά της κείμενα, αν μίλησε για τα περισσότερα τουλάχιστον απ’ όσα ήθελε. Πιστεύω πως αποπειράθηκε να μας δώσει κάτι απ’ όλα αυτά. Έστω την ανάγκη να μιλήσει για τη ζωή που δεν χάρηκε ή το βίωμα της έλλειψης του συντρόφου που χάθηκε στην πορεία. Η ίδια πάντως δεν έζησε για να δει την απήχηση του βιβλίου της, έτσι στο σύνολό του, με όλες τις μνήμες που χώρεσαν στις σελίδες του.
Αυτό το σημαντικό βιβλίο, τόσο ως ανάγνωσμα με εξαιρετικό αισθητικά αποτέλεσμα αλλά και ως συλλογή στοιχείων για καλύτερη κατανόηση του έργου της Αξιώτη, μοιάζει να υπερίπταται πάνω από τον χώρο (εσωτερικό και εξωτερικό) αλλά και πέρα από τον χρόνο παροντικό και παρελθοντικό, προκειμένου να αποδώσει το δράμα του ανθρώπου, που σε μια αναγκαστική υπερορία πασχίζει να κρατηθεί από τα όσα έχει αποκομίσει ως τότε στη ζωή του. Για να μη χαθεί το φορτίο της μνήμης του και να μην απολέσει τον εαυτό του.

(Διώνη Δημητριάδου)