Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (του γδικιωμού)



Από αρχέγονες φωνές δυναμωμένη,
μοιράζοντας στο διάβα σου  αίμα και μαύρο πένθος,
φτάνεις εδώ με τη σιωπή μιλώντας,
γιατί μόνο βουβό το δράμα καθηλώνει.
Πίσω απ’ το βλέμμα εικόνες σκοτωμού και προδοσίας  φαρμάκι.
Ψάχνεις στα πρόσωπα να δεις  ποια μνήμη σιγοκαίει.
Οπλίζεσαι με υπομονή και καρτεράς
σε σταυροδρόμια σκοτεινά,
σε τρίστρατα σβησμένα από τους χάρτες του μυαλού,
να δεις ποιος ξεχασμένος έρχεται, σε ποιον μιλάει η μοίρα.
Θυμάσαι λέξεις μαγικές που σβήνονται στο φως
μα κάθε νύχτα ξαναζούν
και ανασύρουν τρόμο και μίσος σιωπηλό.

Σε ποια ερέβη οδηγείς
πανάρχαιη αρά, κατάρα ζωντανή;
Στο άκουσμά σου ανοίγουν ποταμοί,
της Στύγας τα νερά στο πάνω φως να φέρουν προδομένους
και να βυθίσουν φταίχτες μιαρούς στ’ ανήλιαγα τα βάθη.
Αιώνια μισητή μα ποθητή συνάμα,
κομμάτι σάρκας εκ σαρκός πάντα θα ζεις
όσο θα ψάχνει ο ζωντανός να ορίσει τα σκοτάδια
και να ρυθμίσει μ’ ένα λόγο του της μοίρας τις βουλές.

(Διώνη Δημητριάδου)