Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' στο βιβλίο του Ηλία Λ. Παπαμόσχου  «Η αλεπού της σκάλας και άλλες ιστορίες», από τις εκδόσεις «Κίχλη».




Ένα παιχνίδι ανάμεσα στις δυο σταθερές του κόσμου αυτού, τη ζωή και τον θάνατο. Αυτό είναι το μοτίβο των ιστοριών του Ηλία Παπαμόσχου, στο νέο του βιβλίο. Ο θάνατος άλλοτε ως υπαινισσόμενη αλήθεια πίσω  από πρόσωπα, σχόλια και σκέψεις και άλλοτε ως καθαρή αναμφισβήτητη εικόνα όσων θνήσκουν και το εννοούν. 

Κοιτάζεις πίσω από τις λέξεις του τη ζωή και ταυτόχρονα ανιχνεύεις τον  θάνατο. Κοιτάζεις τον θάνατο και έχεις την αίσθηση πως η ζωή συνεχίζει τον χρόνο της κατά κάποιο μυστικό, δικό της τρόπο.
Πατώντας πάνω στα σημάδια του συγγραφέα ξεκινάμε από τη θέση του θεατή με τη θέα των πραγμάτων, των άλλων ανθρώπων, τη σύλληψη όλων (ορατών και αοράτων) σε σύνολο θεώμενων σημείων («Το θέαμα»), προχωράμε στην υποψία ότι όλα κινούνται κυκλικά σε αναπόδραστη πορεία φθοράς και αναγέννησης, ακόμη κι αν αυτή η τελευταία εναπόκειται στη δυνατότητα της φύσης να μεταλλάσσει ό,τι διασώζει («Η αλεπού στη σκάλα»), παρατηρούμε την αβέβαιη και ασταθή ισορροπία όσων, σε πείσμα των φυσικών σταθερών, αιθεροπατούν πάνω στα δικά τους αόρατα κρατήματα («Πολωνός ελαιοχρωματιστής») αλλά και αιφνιδιαζόμαστε από τη σοφία του πετεινού, που μόνο αυτός φαίνεται να γνωρίζει ότι ως προάγγελος της μέρας οφείλει να λαλεί αξημέρωτα, εκεί στο χρονικό μεσοδιάστημα, στον απροσδιόριστο χώρο ‘ανάμεσα’ («Πετεινοί λαλίστατοι»).

Ο άνθρωπος μέσα σ’ αυτές τις ιστορίες, άλλοτε έκθαμβος θεατής, άλλοτε συμμέτοχος στα μυστικά της ζωής ως να φτάσει στο έσχατο σημείο συνειδητοποίησης της εικόνας στο σύνολό της. Άλλοτε βαθύτατα ενοχικός για τη στάση του απέναντι στον κόσμο, του οποίου αναπόσπαστο κομμάτι ο ίδιος αποτελεί, αλλά  και για την αδυναμία του να βρει την ταπεινή θέση του μέσα σ’ αυτόν. Άλλωστε «η ζωή είναι ο ψαλμός 129» (Ψ.129 «…παρά τω Κυρίω το έλεος, και πολλή παρ’ αυτώ λύτρωσις…των ανομιών αυτού…», όπως θα επισημανθεί στην ιστορία «Η ζωή είναι».




Στέκομαι εδώ στη μοναδικής αξίας ιστορία «Η καρέκλα του Γκλεν Γκουλντ» για την ευφάνταστη σύλληψη του θέματος από τη μια αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο ο Παπαμόσχος καταφέρνει να μας δώσει σ’ αυτό όλο το νόημα του βιβλίου (και των 23 ιστοριών). Ο τόπος που σηματοδοτεί τον άνθρωπο και τη σκέψη του, ο χρόνος στην ουσία άχρονος, αφού αρέσκεται να παίζει με τα διαστήματά του περιπαίζοντας τις βεβαιότητές μας για τον απόλυτο έλεγχό του, τέλος η αέναη πορεία προς τη φθορά και την αναγέννηση των πάντων. Κάποιος θα πάσχιζε να μιλήσει γι’ αυτά τα πράγματα ίσως και σε πολυσέλιδη μελέτη ή και σε ογκώδες μυθιστόρημα. Εδώ, ο συγγραφέας, τα είπε όλα μέσα σε κείμενο σχεδόν δύο σελίδων.  

Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου διαβάζω από τον ίδιο τον συγγραφέα : «Οι ιστορίες αυτού του βιβλίου επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στον πεζό και τον ποιητικό λόγο, ανάμεσα στην περιγραφικότητα του πεζού λόγου και την πυκνότητα του ποιητικού».

Ένα δείγμα από την ιστορία «Η σπηλιά»:

«Κι είδε το μακρινάρι του νερού κατά το βάθος του σπηλαίου, να τραβάει, μίτος που ’βγαζε στο φως, κι υγρό αμνιακό μιας μήτρας άλλης, γιγάντιας -της φύσης ναός καθεδρικός-, που άπειρες μέσα της γεννήσεις κλώθει, και δρόμος, που σ’ άλλους κόσμους, νέους κι ανεξερεύνητους, τον καλούσε.»

Και εδώ από την ιστορία «Ο γερο-Λέμας»):

«Τα κοράκια πύκνωσαν τις επισκέψεις τους στο σπίτι του γερο-Λέμα· κάποια περπατούν πάνω στη στέγη του σαν συλλογισμένα, μοιάζουν σαν ν’ αναζητούν τρόπους να πείσουν, να δελεάσουν· άλλα σαν ζωντανά ακροκέραμα· κι είναι κι ένα μεγάλο, όλο πετάει πάνω απ’ τη στέγη, περίλυπος ψυχοπομπός.»

Πώς η ποίηση αποκτά πεζή σκευή ή αλλιώς πώς το πεζό αφήγημα ξεχειλίζει από οίστρο ποιητικό. Τα δύο είδη αγγίζονται και ανταλλάσσουν τα πανάρχαιά τους μέσα. Έτσι διαβάζονται από τους αγαπώντες τα πεζά με ένα ευχάριστο ποιητικό ξάφνιασμα αλλά και από τους πιστούς ακόλουθους της ποίησης με μια συνωμοτική ανοχή στον πεζό λόγο.

(Διώνη Δημητριάδου)