Παρασκευή, 25 Σεπτεμβρίου 2015

Μεταφορικά μιλώντας (εις άγραν λέξεων)



Κυλούν οι λέξεις, να τις κρατήσω δεν μπορώ,
όσο πιο πίσω ρίχνω τη ματιά τόσο η γλώσσα μοιάζει ξένη.
Τι φθόγγους ψέλλιζε εκείνος ο παλαιός στης Κίρκης το παλάτι;
Κι ο άλλος που του φύτεψε τα λόγια σαν σπαθιά
να βγάζουν φύτρα, να κυλούν σαν γάργαρα νερά,
πού ήταν τότε που έψαχνα γραφή να κρατηθώ;
Ο ήλιος λιώνει τα βουνά
κι όσα για σταθερά τα λόγιζα
σβήνουν και χάνονται απ’ τον χάρτη.
Μόνο ένα λάβαρο παρατημένο βρίσκω,
το βάζω δίπλα στο προσκέφαλο να κοιμηθώ
μα ακούω την ανάσα του περιγελαστικά να ηχεί.
Αύριο πρωί θα σβήσω από τη μνήμη
ό,τι πονάει απ’ τα παλιά
και μου στερεί το βήμα το δικό μου.
Κρατάω μονάχα γλώσσα και γραφή
γιατί κυλούν οι λέξεις, ατίθασο φορτίο.
Για να τις πιάσω στο χαρτί πρέπει να τρέχω πίσω τους.
Κι αυτό ζωής σημάδι είναι.

Διώνη Δημητριάδου

(στη φωτογραφία έργο της Σοφίας Μπακιρτζή)