Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Το ιστολόγιο "Με ανοιχτά βιβλία" φιλοξενεί μια ιστορία του Δημήτρη Φαρή






«Η πρώτη επαφή με το σχολείο (το Σχολείο μου!)» [ Καλοκαίρι ‘73]

(γράφει ο Δημήτρης Φαρής)

Ήταν ένα από εκείνα τα ξεχωριστά πρωινά που η ζωή έχει πάρει έναν άλλο δρόμο, έξω από τη ρουτίνα της κάθε μέρας, έξω από όλα αυτά τα λίγα που μπορεί να κάνει ένα μικρό παιδί. Ταξίδευα σε ένα άθλιο ταξί με τη μητέρα μου για τη Λάρυμνα. Λέξεις όπως 4θέσιο ή πρωτοδιορισμός ήταν για μένα τότε άγνωστες και το τσιγάρο του οδηγού ήταν ανυπόφορο. Η θεία Νίκη, αδελφή της μητέρας μου, είχε διοριστεί χρόνια τώρα σε αυτό το βιομηχανικό χωριό και εμείς πηγαίναμε να την επισκεφτούμε για το Σαββατοκύριακο. Εκεί θα συναντούσα και τον ξάδερφο μου, τον Νίκο, που ήταν ήδη 8 χρονών και πήγαινε στη δευτέρα δημοτικού!
Το ταξίδι από μόνο του ήταν εντυπωσιακό. Το παιδάκι από την Κυψέλη έβγαινε για δεύτερη φορά από την πόλη και ανακάλυπτε τη ζωή στην εξοχή. Γάιδαροι, χωματόδρομοι, χωράφια, δέντρα μόνα τους, δέντρα μαζεμένα, όλα ήταν μαγικά και πρωτόγνωρα. Φτάσαμε στο χωριό και αμέσως πήγαμε στο σχολείο που δούλευε η θεία μου. Μπαίνοντας μέσα στο θεόρατο κτίριο άκουσα φράσεις όπως:
-          Ο ανιψιός της κυρίας Νίκης!
-          Ο ξάδερφος του Νίκου, του γιου της κυρίας Νίκης!
-          Έλα μαζί μας μέσα στην τάξη, θα κάνουμε μάθημα!...και φυσικά, χωρίς να ξέρω τι με περιμένει, τους ακολούθησα.

Μπήκα με φόβο μέσα στην τάξη και είδα για πρώτη φορά θρανία, βιβλία, μολύβια, πίνακα, δάσκαλο και πολλά παιδιά κοντοκουρεμένα με ποδιές. Κάθισα στριμωχτά ανάμεσα σε δύο αγόρια και άρχισα να παρακολουθώ το μάθημα με απίστευτο ενδιαφέρον. Τι γίνεται εδώ πέρα; Ο δάσκαλος ρωτάει, τα χέρια σηκώνονται, κανείς δεν μιλάει, ένας τελικά απαντάει, αυτός θα είναι ο τυχερός που παίρνει την προσοχή του δασκάλου, το είπε μάλλον σωστά, ο δάσκαλος γράφει με ένα άσπρο κομμάτι στον πίνακα, τα παιδιά γράφουν στο τετράδιο τους, ξαναγυρίζει προς το μέρος τους, τους ξαναρωτάει, σηκώνουν τα χέρια, βουβά, τον κοιτάνε στα μάτια, διαλέγει άλλον τώρα και αυτό επαναλαμβάνεται…Τι ωραίο που είναι το Σχολείο!
Κάποια στιγμή ο δάσκαλος ρωτάει:
-          Πόσο κάνει 16 δια του 8;
Οι διπλανοί μου μού σηκώνουν το χέρι! Τι ξέρω εγώ, εγώ δεν ξέρω τίποτα! Ο δάσκαλος δείχνει εμένα! «Πες δύο» «Πες δύο» μου λένε όλοι ψιθυριστά λες και κρέμεται η ζωή μου από αυτό.
-          Δύο, λέω και εγώ για να τους ικανοποιήσω.
Χειροκροτήματα, ιαχές, όλοι μου χτυπάνε την πλάτη, είμαι ο ήρωας της ημέρας! Θα πρέπει να έκανα κάτι πολύ σπουδαίο. Χτυπάει το κουδούνι! Τι χαμός τώρα είναι αυτός! Όλοι βγαίνουν έξω για παιχνίδι. Βγαίνω και εγώ μαζί τους. Παίζουν αμπάριζα σε δύο δέντρα. Τους κοιτάω και δεν καταλαβαίνω. Γιατί τώρα αυτός κυνηγάει και μετά τον κυνηγούν; Τι ρόλο παίζουν τα δέντρα στο παιχνίδι; Γιατί τα πιάνουν και μετά λένε: «Τώρα σε έχω!»; Τρέχω και εγώ. Πιάνω το δέντρο! Λέω αντιγράφοντας: «Τώρα σε έχω!».  Κάνω να τρέξω, σκοντάφτω σε μια ρίζα και πέφτω. Το γόνατό μου έχει αίμα και χώματα! Πατάω τα κλάματα. Δεν ξέρω κανέναν τους! Πού είναι η μάνα μου; Είμαι μόνος; Κάποια παιδιά φωνάζουν:
-          Είναι ο ξάδερφος του Νίκου! Να φωνάξουμε τον Νίκο!
Έρχεται ο Νίκος, δυνατός, λεπτός, ψηλός, μυώδης, ο τέλειος ξάδερφος! Με σηκώνουν και με βάζουν πάνω στον ώμο του, όπως κάνουν οι στρατιώτες στη Μάχη στην τηλεόραση!
-          Στηρίξου πάνω μου, θα σε πάω στο Ιατρείο να σου γιατρέψουν το πόδι σου!
Οι άλλοι ακολούθησαν από πίσω. Είχα γίνει πάλι ο ήρωας της ημέρας! Με βάζουν να κάτσω πάνω σε ένα βαρύ γραφείο. Μια κυρία παίρνει βαμβάκι και το σχίζει. Ανοίγει ένα άσπρο κουτί με έναν σταυρό και βγάζει δύο μπουκαλάκια. Ένα μεγάλο με κάτι σαν νερό και ένα μικρό με κάτι κόκκινο σαν αίμα!
-          Τώρα θα πονέσεις λίγο,  μου είπε.
Έβρεξε το βαμβάκι με το άχρωμο υγρό και μου καθάρισε την πληγή. Με έτσουξε, πρέπει να δάκρυσα αλλά κρατήθηκα. «Οι άνδρες δεν κλαίνε!» μου είπε όπως και ο μπαμπάς.
-          Τώρα θα βάλουμε κόκκινο!
Μα ναι, πώς δεν το είχα καταλάβει, το άλλο μπουκάλι είχε «κόκκινο»! Πόνεσε και αυτό αλλά είπαμε, είμαστε γενναίοι! Τελευταία περιποίηση ένα αυτοκόλλητο μαγικό. Έφυγαν δύο χαρτάκια και …τσουπ …κόλλησε πάνω στην πληγή! Μου χάιδεψαν το κεφάλι, με κατέβασαν από το γραφείο, δεν είχαν τι να με κάνουν, όλες οι αίθουσες είχαν κλείσει, με έβαλαν σε μια άδεια αίθουσα και μου έδειξαν έναν πίνακα με τις κιμωλίες του.
-          Μπορείς να ζωγραφίσεις, μου είπαν, και αν δεν σου αρέσει αυτό που κάνεις παίρνεις το σφουγγάρι και τσακ … τα σβήνεις … και ξανά από την αρχή.
Ο ήλιος έμπαινε από το παράθυρο και φώτιζε τον πίνακα. Πήρα μια κιμωλία και τράβηξα μια μεγάλη γραμμή. Ίδρωσα να την κρατήσω ίσια. Μετά πήρα το σφουγγάρι και άρχισα να τη σβήνω αργά- αργά βλέποντας τον κάθε κόκκο να πέφτει κάτω. Απόλαυση! Δεν ήταν η γραμμή που ζωγράφιζα το σημαντικό. Ήταν το αργό σβήσιμο! Η απομυθοποίηση του πώς δουλεύει αυτό το πράγμα. Θα πρέπει να έμεινα μισή ώρα εκεί. Βρήκα και μια μεγάλη υδρόγειο και τη γύριζα. Δεν βαριόμουνα. Είχα τόσα ωραία παιχνίδια εδώ στο σχολείο. Και ξάφνου όλα τελείωσαν! Το σχολείο σχόλασε! Ήρθε η μάνα μου και με πήρε. Γυρίσαμε και οι τέσσερις στο σπίτι της θείας μου.
Ήταν ένα μικρό νησιώτικο σπιτάκι, με ασβεστωμένους τοίχους και μια μικρή χωμάτινη αυλή. Σήμερα θα τρώγαμε μαρίδες. Πεινούσα και όλα μου φαίνονταν μαγικά! Η θεία μου είχε και ένα άλλο παιδί. Ένα μωρό δύο χρονών που μόλις είχε σταθεί στα πόδια του και τα έκανε όλα άνω κάτω. Ο μικρός Χρήστος! Έπρεπε να τον προσέχουμε τον μικρό Χρήστο και πάνω από όλα να μην του δίνουμε μαρίδες και πνιγεί! Μετά μας έδωσαν ένα κρεβάτι να ξαπλώσουμε ο ένας στα πόδια του άλλου. Εμένα δεν μου άρεσε να βλέπω τις πατούσες της μάνας μου. Δεν μπορούσα να κοιμηθώ έτσι.
Ήρθε το απόγευμα. Πήγαμε στην θάλασσα και πετούσαμε πέτρες. Ο ξάδερφός μου προσπαθούσε να μου μάθει το …ψαράκι, το παιχνίδι που μπορεί να κάνει κάποιος με τις πλατιές και ελαφριές πέτρες πάνω στο νερό. Εγώ όμως ρωτούσα τη θεία μου αν αύριο θα με πήγαινε στο «Σχολείο μου». Με απογοήτευσε. «Την Κυριακή τα παιδάκια ξεκουράζονται και δεν πάνε στο σχολείο!»
Έφτασε η Κυριακή, πήγαμε για μπάνιο στη θάλασσα. Περνούσα υπέροχα με τον ξάδερφό μου. Μετά κοτόπουλο με πατάτες στο υπέροχο σπιτάκι. Ο Νίκος το μεσημέρι διάβαζε. Είχε ανοίξει ένα βιβλίο και ένα τετράδιο και κάτι έγραφε. Τους ξαναρώτησα: «Εγώ αύριο θα πάω στο σχολείο μου;» «και βέβαια» με διαβεβαίωσαν και ηρέμησα. Τότε όμως γιατί εγώ δεν διαβάζω; Γιατί δεν έχω σάκα και κασετίνα με μολύβια και σβηστήρα; Μήπως είμαι μικρός ακόμα; «Εγώ αύριο θα πάω στο σχολείο μου;» «Βέβαια θα πάς και εσύ!» «Τέλεια!»
Το απόγευμα της Κυριακής είχαμε πάει σε κάτι βραχάκια, είχαμε δέσει κάτι πλαστικά καραβάκια με ένα σχοινί και προσπαθούσαμε να κάνουμε τα παιχνίδια μας να ταξιδέψουν μακριά στη θάλασσα. Το κύμα όμως τα τσάκιζε στα βράχια. Δεν μου άρεσε αυτό το παιχνίδι. Έβλεπα το απογευματινό φως που λιγόστευε και μελαγχολούσα. Να δεις που αύριο δεν θα με στείλουν στο «Σχολείο μου» ….
-          Εγώ αύριο θα πάω στο «Σχολείο μου»!, δήλωσα με σιγουριά.
-          Ναι Δημητράκη θα πάς, έλεγε η μάνα μου και έκλεινε το μάτι στη θεία μου!
Να δεις τελικά που μου λένε ψέματα και οι δύο τους! Η μάνα μου εντάξει, την ξέρω, αλλά και η θεία μου η δασκάλα; Με κοροϊδεύουν και οι δύο;
Το άλλο πρωί σηκωθήκαμε νωρίς και αρχίσαμε να φτιάχνουμε το σακβουαγιάζ. Ο Νίκος πού είναι; Στο σχολείο; Εγώ γιατί δεν πήγα μαζί του; Θα πάω με λεωφορείο; Τότε ο Νίκος γιατί πήγε με τα πόδια;
Η μάνα μου φίλησε τη θεία μου και η θεία μου μού έδωσε ένα τετράδιο και ένα μολύβι για να πάω στο σχολείο. Ήταν Δευτέρα πρωί! Ήμουν έτοιμος να πάω με τα άλλα παιδιά! Πήγαμε με γρήγορα βήματα στο σταθμό των λεωφορείων. Αυτά τα λεωφορεία ήταν πράσινα και όχι μπλε σαν αυτά της πόλης.
- Γιατί αυτά τα λεωφορεία είναι πράσινα μαμά;
- Γιατί είναι υπεραστικά, μου είπε η μάνα μου. Αν ήξερα τι σήμαινε αυτό θα έβαζα τα κλάματα εκεί. Αυτό το λεωφορείο όμως θα με πήγαινε στο σχολείο…
- Δύο εισιτήρια για Αθήνα, είπε η μάνα μου, τον μικρό βέβαια θα τον αφήσουμε στο σχολείο.
Άρχισα να το δουλεύω μέσα μου. Δηλαδή η μάνα μου θα πήγαινε στην Αθήνα και εγώ εδώ, χωρίς αυτήν; Και γιατί δύο εισιτήρια για Αθήνα; 
-          Σίγουρα αυτό το λεωφορείο πάει στο σχολείο;
-          Μα ναι και βέβαια, θα το δεις!
Το λεωφορείο ξεκίνησε, έκανε μια μεγάλη στροφή και άρχισε να φεύγει από το χωριό. Καλά το είχα καταλάβει, με δούλευαν όλο το Σαββατοκύριακο!
-          Μαμά, γιατί το λεωφορείο τρέχει τόσο πολύ; Γιατί φεύγουμε από το σχολείο μου;
-          Κοίτα το γαϊδουράκι! Θα παίξουμε ένα παιχνίδι! Θα μετράμε τα γαϊδουράκια που βλέπουμε στον δρόμο!
-          Μα νάτο, νάτο το σχολείο εκεί μακριά και εμείς πάμε από την άλλη, γιατί μαμά;
-          Έλα να παίξουμε με τα γαϊδουράκια!
Και πλάνταξα! Δεν ξέρω για πόση ώρα έκλαιγα! Δεν ήθελα τα γαϊδουράκια, δεν ήθελα να μετράω τα κόκκινα αυτοκίνητα, δεν ήθελα να γράφω μαγκουρίτσες στο τετράδιο της θείας Νίκης, δεν ήθελα να είμαι στο λεωφορείο με τη μάνα μου και πάνω από όλα με είχαν κοροϊδέψει, μου είχαν πει ψέματα, μου είχαν δείξει ότι ήμουν ακόμα μικρός, ανάξιος να κάνω ό,τι τα άλλα παιδιά.
            Τώρα πια στην ηλικία των 44, μπαίνω στην τάξη, χαιρετάω τα παιδιά και πάω να σβήσω τον πίνακα. Κάθε φορά που το κάνω παρακολουθώ τη σκόνη της κιμωλίας να διαλύεται και να πέφτει. Και τότε σκέφτομαι: «Σας την έσκασα! Γύρισα στο σχολείο μου και θα μείνω εδώ για πάντα!»

(Δημήτρης Φαρής)

                                                                                    25/2/2012
                                                            [στο εντευκτήριο του ιστιοπλοϊκού]

Δημήτρης Φαρής γεννήθηκε στο Duisburg της τότε Δυτ. Γερμανίας από Έλληνες μετανάστες. Σπούδασε Πληροφορική στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως καθηγητής σε Λύκειο. Έχει πτυχίο κλασικού πιάνου και ασχολείται εντατικά με την μελέτη του σαξόφωνου. Κάποια βράδια του χρόνου εμφανίζεται ως μουσικός σε bar και συναυλιακούς χώρους παίζοντας πιάνο και σαξόφωνο σε μικρά jazz μουσικά σχήματα. Με τη συγγραφή ιστοριών ασχολείται από τη στιγμή που κατάλαβε ότι η ζωή είναι σημαντική και η μνήμη πεπερασμένη. Όταν δεν φροντίζει τους ανθρώπους που αγαπάει τρέχει σε στάδια και φυτεύει γιούκες σε δημόσιους χώρους. Τις νύχτες, μέσα από τα όνειρα του, ζει μια δεύτερη ζωή.) 

Η φωτογραφία είναι του Δημήτρη Χαρισιάδη.