Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015


Μια ‘ανάγνωση’ στο αυτοβιογραφικό αφήγημα του Mario Vitti «Η πόλη όπου γεννήθηκα, Ιστανμπούλ 1926-1946», σε μετάφραση της Λένας Καλλέργη, από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη




«Αυτή ήταν η ζωή μου. Ήταν όμως άλλο πράμα να την ζεις μέρα τη μέρα από μέσα, με την ψυχή και το σώμα. Θα ήταν καθαρή ψευδαίσθηση αν πίστευα πως όσα αραδιάζω κάπως ανάκατα σ’ αυτές εδώ τις σελίδες, σαν σπαράγματα ζωής που ξεπετάγονται από ένα συρτάρι στην τύχη, είναι αυτά που βίωνα πραγματικά, στο πετσί μου εννοώ. Οι απελπισμένες περιπλανήσεις με την ομπρέλα μέσα στη βροχή, μες στο θολό δειλινό των χειμωνιάτικων λεωφόρων, δείχνουν το μέγεθος της μοναξιάς μου πάνω στον πλανήτη, και αυτή η εμπειρία είναι κάτι που δεν θα κατορθώσω ποτέ να την πω με τα λόγια».
Αυτά γράφει ο Mario Vitti, δίνοντας έτσι το σωστό μέτρο της ανάγνωσης του βιβλίου του. Σαν επιχειρείς να  καταγράψεις τη ζωή σου -έστω ένα μέρος της- μόνο κάποια ίχνη μπορείς να δώσεις της πορείας σου, κάποια αίσθηση να μεταφέρεις από μια καθημερινότητα γεμάτη από στιγμές, που μόνο ως σύνολο, και φυσικά με την απόσταση του χρόνου, γίνεται εικόνα που αποκτά ένα κάποιο νόημα.
Τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής του θα μας δώσει εδώ σ’ αυτό το αφήγημα ο γνωστός ελληνιστής. Γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη το 1929, από πατέρα ‘Λεβαντίνο’ και μάνα ‘Ρωμιά’, που οι ρίζες της φτάνουν στο βυζαντινό Φανάρι και στην Καππαδοκία.
Χωρισμένο το βιβλίο σε δύο μέρη. Γράφει ο ίδιος εξηγώντας το μοίρασμα αυτό:
«Το πρώτο μέρος των σελίδων αυτών έχει γραφτεί με μεγάλο κέφι, σχεδιάζοντας μια εκδρομή με όλη μου την οικογένεια στα λιμέρια όπου πέρασα τα παιδικά μου χρόνια στην Πόλη: κάτι σαν οδηγός για τα παιδιά και τα εγγόνια μου, χωρίς καμιά φιλοδοξία να κάνω λογοτεχνία. Το δεύτερο μέρος έχει γραφτεί μετά το ταξίδι, που έγινε άνοιξη του 2008, και αφορά πρόσωπα, τόπους και λέξεις που μου ήρθαν στο νου με το ταξίδι».
Ένα ‘κοίταγμα’, θα λέγαμε, στα πρώτα του χρόνια και στα μέρη της παιδικής του ηλικίας. Δρόμοι, συνήθειες, παρέες, σχολικές αναμνήσεις, όλα κάτω από το πρίσμα του μικρού παιδιού και του εφήβου αργότερα, που μεγάλωνε στο αστικό προστατευμένο περιβάλλον, μέσα σε μια Κωνσταντινούπολη των πολλών εθνών, της ποικιλίας πολιτισμών και θρησκειών. Απόλυτη ‘αδιαφορία’, ωστόσο, της οικογένειάς του για όλες αυτές τις διαφοροποιήσεις. Το παιδί μεγαλώνει σε περιβάλλον ανάμεικτων στοιχείων, που τελικά διαμορφώνει και τον χαρακτήρα του ανεκτικό και ανοιχτό σε όλους και σε όλα.
Και κατόπιν μια άλλη ματιά, πιο εσωτερική, σε μια απόπειρα να βάλει τα σημάδια του σε μια σειρά αλφαβητική. Δημιουργεί έτσι  ένα ιδιότυπο, πολύ προσωπικό, ‘γλωσσάρι’, ικανό να ανιχνεύσει τη σκέψη του.
Συνεκτιμώντας τα δύο κομμάτια του βιβλίου προσεγγίζουμε αυτή την πόλη μέσα από τα μάτια του ώριμου αφηγητή, που θυμάται, και ενθυμούμενος εμποτίζει αυτή την ύστερη εικόνα με μια γερή δόση της τότε οπτικής. Ίσως θα περιμέναμε μια γραφή γεμάτη νοσταλγία. Δεν ισχύει εντούτοις αυτό. Η καταγραφή του Vitti μοιάζει αρκετά αποστασιοποιημένη:




«Στη δική μου περίπτωση, δεν έχει νόημα. Να γυρίσω πού; Η Πόλη για μένα, τα σπίτια, οι δρόμοι, τα μαγαζιά, οι άνθρωποι του Πέρα, βρίσκονται όλα τους αλλού. Σήμερα, η ανθρώπινη μάζα που έχει μπει στη θέση των κατοίκων ενός άλλου καιρού, κι έχουν βολευτεί, χωρίς να το καλοσκεφτούν, σ’ αυτόν τον αστικό περιέκτη που έμεινε άδειος από κείνους που τον εγκατέλειψαν για να σωθούν, είναι για μένα, ανθρωπολογικά και κοινωνιολογικά, ασύμβατο με την προηγούμενη πραγματικότητα. Έτσι κι αλλιώς δεν θα επέστρεφα με κανέναν τρόπο για να ζήσω στην πόλη εκείνη που διατηρώ στη μνήμη, όπου με έσπειρε η μοίρα το 1926».
Μοιάζει αρκετά λογικό. Άλλωστε, όταν τέθηκε το δίλημμα της επιλογής ‘πατρίδας’ εκείνος προτίμησε το 1946 την πατρογονική Ιταλία. Και τι είναι γι’ αυτόν σήμερα η Πόλη;

«Στην Πόλη επιστρέφω ευχαρίστως σήμερα ως ερασιτέχνης εξερευνητής, και ομολογώ πως αισθάνομαι πολύ όμορφα εκεί. Σήμερα η Ιστανμπούλ είναι για μένα μια πόλη γεμάτη εκπλήξεις. Παίρνω το γρήγορο τραμ, πολύ πιο εξυπηρετικό και αθόρυβο από το τραμ αριθμός οκτώ της Ρώμης, που είναι ένας εφιάλτης θορύβου, και παρατηρώ τα χίλια πρόσωπα των επιβατών. Δεν υπάρχουν ούτε τσιγγάνοι ούτε ζητιάνοι να με κάνουν να νιώσω άβολα. Τα νεαρά αγόρια και οι κοπέλες, οι νεαρές γυναίκες, μου κάνουν νόημα  για να μου δώσουν τη θέση τους να καθίσω. Ακόμα κι ένας Τούρκος ιερωμένος, με ανοιχτό γκρι καφτάνι και σκούφο στο ίδιο χρώμα, με μαύρη γενειάδα, με πρόσωπο ρουφηγμένο σαν του Μπιλ Λάντεν, μου κάνει νόημα να καθίσω».
Τα παραπάνω αποσπάσματα από το ‘λήμμα’ Νόστος, στο δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι οπωσδήποτε αποκαλυπτικά. Μοιάζει εδώ να μιλά όπως κάποιο ξένος περιηγητής που συναντά την Πόλη στα ταξίδια του.
Όμως διαβάζοντας τις μνήμες που συγκράτησε από την τότε ζωή του στην Πόλη δεν μπορεί να μην σχολιάσεις τις εικόνες που καθόρισαν τα είκοσι πρώτα χρόνια της ζωής του. Κυρίως την επιλογή που έκανε ο συγγραφέας (που από μόνη της αποπνέει αγάπη) νιώθοντας την ανάγκη να φτάσουν αυτές στην επόμενη γενιά, με όση γίνεται μεγαλύτερη γλαφυρότητα. Έρωτες, φιλίες, παιχνίδια, επισκέψεις στο χαμάμ, συναντήσεις με ξεχωριστές προσωπικότητες, όλα εκεί στο μυαλό ακουμπισμένα, φυσικά μέσα στο σκηνικό της Κωνσταντινούπολης.
Στην εισαγωγή του βιβλίου ο Πέτρος Μάρκαρης αναλαμβάνει να μας συστήσει τον συγγραφέα και το γραπτό του. Εκεί, λοιπόν, με τα λόγια του τον ‘ξεσκεπάζει’ αποκαλύπτοντας πως πρόκειται για:
«…ένα από τα πιο συγκινητικά κείμενα που έχω διαβάσει για την Πόλη».
Μάλλον δεν γίνεται αλλιώς. Αυτή η πόλη αγκαλιάζει τα παιδιά της, τα γεμίζει με τις συγκινήσεις της μνήμης της, ακόμη κι όταν αυτά έχουν επιλέξει τη φυγή μακριά της, ακόμη κι όταν προσπαθούν, με κείμενο συνειδητά συγκρατημένο, να αποφύγουν αυτό το φορτισμένο κλίμα. Φαίνεται πως αυτό με τη δική του δυναμική, την ενσωματωμένη πια στη ζωή τους, ξεχειλίζει. Ευτυχώς για μας, τους αναγνώστες.


(Διώνη Δημητριάδου)