Αδώνιδος κήποι
Διώνη Δημητριάδου
ΑΩ εκδόσεις
Γράφει ο Γιάννης Κόκκινος*
η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal
Δυο Επιτάφιοι συναντώνται • Fractal
Δυο Επιτάφιοι συναντώνται
Η ποιητική συλλογή της
Διώνης Δημητριάδου Αδώνιδος κήποι
είναι μια σπουδή επάνω στην οδύνη της ύπαρξης. Οι ρωγμές των απωλειών, τόσο στο
πεδίο του ψυχισμού όσο και κατά την μεταγραφή τους ποιητικό τω τρόπω στο πεδίο
του λόγου, μοιάζουν με διαδρομές. Μονοπάτια για τον επώδυνο περίπατο της μνήμης
σε χρόνο διευρυμένο, συμπληρωματικό του πραγματικού με σκοπό την ολοκλήρωση
αυτής της περιπλάνησης στο ξέφωτο μιας κερδισμένης λήθης (Πώς λήθη φθάνεις
άηχη λέμβος σωστική σελ 13). Όχι ως απώθηση, αποσιώπηση, άρνηση της φρίκης
του θανάτου, μπάζωμα του κενού και απόρριψη του πένθους, αλλά ως τρόπος να
ανασάνει η ζωή και να επιστρέψει η επιθυμία.
Με το βιβλίο της αυτό η Διώνη είναι σαν να επαναλαμβάνει το τραύμα. Στρέφεται γύρω του εξυψώνοντάς
το στη σφαίρα της ποίησης. Δεν αμύνεται αλλά αγγίζει με θάρρος όλα εκείνα που
απέτυχαν να ξεχαστούν. Εκείνα τα οποία παρά την τόση οδύνη, κατά τη διεργασία
συμβολοποίησής τους, δεν αφομοιώθηκαν ψυχικά. Πρόκειται για όψεις, εκδοχές ή
ψήγματα των νεκρών αντικειμένων
της αγάπης, θραύσματά τους που
δεν μπόρεσαν ή δεν γίνεται να ενσωματωθούν από το υποκείμενο. Παρέμειναν έτσι
εξωτερικά προς αυτό, εκλύοντας εκείνη την παράξενη, μεταφυσική σχεδόν ομορφιά των ερειπίων,
που παρά το μελαγχολικό της φόντο δεν συνθλίβει τη ζωή αλλά την εμπνέει.
Όλα ετούτα είναι που ως ψηφίδες διαρκώς ανασυνθέτουν το ποιητικό βλέμμα,
πόσο μάλλον εκείνο της Διώνης Δημητριάδου, που ανοίγεται μέσω των λέξεων στον
Άλλον ως σε αναγνώστη, αναγνωρίζοντας
την αδυνατότητα ολοκλήρωσης αυτού του πένθιμου περιπάτου
μέσα από τις ρωγμές των απωλειών, χωρίς παραδόξως αυτή η αδυνατότητα να καταργεί την προσδοκία για
λύτρωση. Αυτό που ξεχνιέται είναι αυτό
που με κόπο και πόνο ψυχικό ενσωματώνεται. Ενσωματώνω όμως, αφομοιώνω
ψυχικά, δεν σημαίνει κατέχω αλλά ούτε και κατέχομαι από το τραύμα. Το τραύμα
μου δεν με καταπίνει μονοπωλώντας την ταυτότητά μου. Αναλαμβάνεται και φέρεται σε
ενικό αριθμό (…το πιο βαρύ στα ποιήματα φορτίο που σηκώνεις/ Ήθος του ποιητή
το άχθος του ανθρώπου σελ.9).
Ασήκωτο στην απουσία του το αντικείμενο, θα ήταν ικανό να συνθλίψει τη ζωή.
Χάριν όμως της έλλειψης ο χαμός του μετατρέπεται σε οδυνηρή απώλεια, η οποία
μέσω της αναγνώρισής της συγκροτείται σε τραύμα, τον σαφή εντοπισμό του οποίου δεν είναι σε θέση να πετύχουν οι λέξεις. Η σήμανση του πόνου οδηγεί τη γλώσσα στο όριό της . Έτσι το τραύμα, αποτελεί
μια εκ-σωτερικότητα ως προς τη
συγκρότησή του, καθώς και ότι η αναγνώριση, ανάληψη,
μεταφορά–περιφορά του, μοιάζει με πράξη εξωτερίκευσης. Κάπου εκεί έκ-σω λοιπόν,
ζωντανή η πληγή ως ανεξίτηλο υπόλειμμα, συνιστά πρώτη ύλη, απόθεμα σημαινόντων
για τη μετουσιωτική κατασκευή ενός νέου αντικειμένου, δηλωτικού της επιθυμίας. Το
καινούργιο αυτό αντικείμενο δεν λειτουργεί ως υποκατάστατο, αφού η επιθυμία
επιστρέφει ως αλήθεια του υποκειμένου. Όχι προς κατανάλωση αλλά ως νοερός,
λυτρωτικός τόπος συνάντησης με τον άλλον, να ανασαίνει η ζωή, αφού καθαρή λήθη δεν υπάρχει.
Ως ανάδυση της αλήθειας της συγγραφέως αλλά και του αναγνώστη, το συγκεκριμένο βιβλίο ως έργο μετουσίωσης μοιάζει με δίοδο στο φως. Η αναγνώριση της αδυνατότητας ενός ξέφωτου ευδαιμονικής λήθης, μιας
αρμονίας δίχως εντάσεις και τραυματισμούς, συνιστά άνοιγμα προς την αλήθεια της
ύπαρξης που επιβεβαιώνεται στον διχασμό τού να διεκδικείς έναν τόπο όπου δεν πρόκειται ποτέ να είσαι,
συμπίπτοντας έστω για λίγο με το ασύμπτωτο του «Είναι». Άνθρωπος δηλαδή, ούτε θηρίο
ούτε θεός (αναφορά σε προηγούμενο έργο της).
Μόνο για λίγο. Η πορεία μέσα από τις ρωγμές συνεχίζεται. Σημασία έχει η
διαδρομή. Όπως αυτή του Ιησού τη μεγάλη Παρασκευή καταμεσής της Άνοιξης. Την
ίδια στιγμή, όπως η ποιήτρια μας πληροφορεί στην υποσημείωση της σελίδας 10 του
ομότιτλου ποιήματος, ότι σε κάποια μέρη
της Ελλάδας την ώρα της περιφοράς του Επιταφίου οι άνθρωποι, αν και χριστιανοί,
βγάζουν στα παράθυρα πιατάκια με φυτρωμένη φακή –«Αδώνιδος κήποι»-, όπως έκαναν
οι πρόγονοί τους στο πλαίσιο της αρχαιότερης θρησκείας για να τιμήσουν τη μνήμη του
θεού τους. Παρίσταναν με τον ταπεινό αυτόν τρόπο το εφήμερο πέρασμά Του από τα
επίγεια πράγματα.
Τόσο στην περίπτωση του Ιησού όσο και στην περίπτωση του Άδωνι, είναι σαν οι άνθρωποι, μέσω των τελετουργιών όπου όχι τυχαία συναντιούνται, να παραδίδουν οι ίδιοι τους αγαπημένους τους στον
θάνατο. Επιτελούν συμβολικά τον χωρισμό τον οποίο το πραγματικό της απώλειας
ούτως ή άλλως επιβάλλει. Με τον τρόπο τους αυτόν, ανεξάρτητα από το
θρησκευτικό, πολιτισμικό και ιστορικό τους περιβάλλον, επωμίζονται,
αναλαμβάνουν αυτό που είναι μοιραίο, προκαθορισμένο και αμείλικτο. Εκείνο που
υφίσταται ως ακλόνητη οντολογική βεβαιότητα: την παγκόσμια σταθερά της φθοράς
και του θανάτου. Απώτατος σκοπός αυτού του εγχειρήματος που πάλι και πάλι
αναλαμβάνεται μέσα σ' αυτήν τη ζοφερή προοπτική, είναι η διάσωση της επιθυμίας της
ζωής. Η επιστροφή της από τον «ου-τόπο» των νεκρών της αγάπης μας αντικειμένων.
Δεν είναι αυτό μια μικρή ανάσταση; Ένα Σάββατο απλό μετά την Παρασκευή του
πένθους; Την Πέμπτη του μαρτυρίου και της απώλειας;
Την ίδια εξανθρωπιστική λειτουργία, ως πράξη ανάληψης της θνητότητας,
επιτελεί για παράδειγμα το ποίημα της σελίδας 29, ένα από τα ωραιότερα της
συλλογής, με τίτλο Σκόνη στον αέρα.
Ένας ωραίος αποχαιρετισμός για έναν ωραίο φίλο που χάθηκε, παρασύροντας ίσως
μαζί του και όλα εκείνα που είχαν συνδεθεί με την παρουσία του ή την κοινή τους
πορεία. Νιότη, ιδεολογία, οράματα και τα λοιπά. Με το ποίημα της αυτό δεν είναι
σαν να τον μεταφέρει στους ώμους της η ίδια κάποια μεγάλη ή μικρή Παρασκευή
καταμεσής της άνοιξης; Ή σαν να έβγαλε για χάρη του στης ύπαρξης το παραθύρι
ένα πιατάκι ταπεινό, που αντί για τη φύτρα της φακής περιέχει λέξεις άρτια ταιριασμένες;
Είναι σαφής η προσπάθεια της Διώνης Δημητριάδου να εξωτερικεύσει της ύπαρξης το τραύμα. Να μην ορίζεται απ´ αυτό, να μην απορροφηθεί υποκύπτοντας στο μελαγχολικό του θέλγητρο. Στρέφεται δια της γραφής απευθείας στον Άλλον της γλώσσας, που διδάσκει τόσο καλά το μάθημα του θανάτου, καθιστώντας αδύνατη την πρόσβαση στη λήθη. Με τον τρόπο της αυτό παράγει εξωτερικότητα, δημιουργεί απόσταση, έστω αυτήν τη μικρή που χωρίζει τον φέροντα από το φερόμενο. Στερεώνει καλά με λέξεις το υψίστης αυτό υπαρξιακής αξίας φορτίο και μετακινείται ξεκινώντας από τις μικρές Παρασκευές, καταπληκτικό ποίημα σελ. 52, προς ένα ανέφικτο Σάββατο (…να μη μερεύει η ψυχή/ και μια μικρή Παρασκευή/να της αναλογεί/χωρίς ανάσταση, σελ. 15) & (…αίγλη του ελάχιστου/ σβησμένο φωτοστέφανο/ χωρίς πιστούς ακόλουθους/ χωρίς αναμονή/ χωρίς ανάσταση σελ.25).
Με τη γραφή της, είναι σαν να πενθεί αυτό ακριβώς το ανέφικτο, το άφταστο.
Αυτό που δεν πρόκειται να επιστρέψει, να συμβεί. Πενθεί το μέλλον. Κι αν
θέλουμε να το προεκτείνουμε, θα μπορούσαμε ακόμα να πούμε ότι πενθεί για το
ίδιο το πένθος. Για τη συναισθηματική αυτήν εμπειρία που ως διεργασία ψυχικής
αφομοίωσης, όλο και πιο διευρυμένα στο σύγχρονο αξιακό πλαίσιο απορρίπτεται ως
περιττή, αργή και ξεπερασμένη. Καθίσταται ως βίωμα αντικείμενο μανιακής άρνησης όπου
η υπερδραστηριότητα, η τυραννική απαίτηση για υπεραπόδοση και ιλιγγιώδη
επιτάχυνση της ζωής, καλύπτουν τη μελαγχολική φύση του ύστερου καπιταλισμού. Η πορεία του Επιταφίου μέσα από τους ανοιξιάτικους του Αδώνιδος κήπους,
κεντρική εικόνα της συλλογής, δεν ταιριάζει σε αυτούς τους ρυθμούς. Υπό αυτήν
την έννοια, το συγκεκριμένο ποιητικό εγχείρημα είναι μια πράξη αντίστασης, σε
ένα περιβάλλον όπου ο χρόνος ανακυκλώνεται, ολοκληροποιείται χωρίς την
προοπτική του ανοίγματος σε τρόπους και τόπους εναλλακτικούς, όπου η ζωή θα
ανακτούσε μέρος του νοήματός της. Πενθώντας διά της γραφής η ποιήτρια διευρύνει
τον χρόνο και εξοικονομεί χώρο, αναδεικνύοντας το κενό, την πληγή που το χαμένο
αντικείμενο άφησε ώστε να επιστρέψει η επιθυμία, και όχι το ίδιο το
αντικείμενο. Γιατί, αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, θα είχε τη μορφή ή του υποκατάστατου ή του
φαντάσματος. Το άνοιγμα δηλαδή προς ένα αλλιώς ή ένα αλλού, εάν επέστρεφε ως
τέτοιο, θα κατάπινε το υποκείμενο (…μα άξαφνα είδε πως έχασκε εκεί στη μέση
του βυθού/ ανοίκειο και σκοτεινό το άνοιγμα/ Σώθηκε άραγε κανείς στο βάθος του
πνιγμού; σελ19). Η επιθυμία όμως, παρότι αφορά κάτι ανέφικτο, μοιάζει
αναπόφευκτη.
Προστασία υπαρξιακή εδώ προσφέρει η φύση της ίδιας της επιθυμίας, που στο
πήγαινε έλα, στη σπειροειδή κίνησή της διαφοροποιείται συνεχώς παραμένοντας
μυστηριώδης και εν τέλει πιστοποιείται μόνο στα έργα της. Και αν η επιθυμία
γεννιέται στην έλλειψη, στην πιο βαθιά θλίψη γεννιέται η ελπίδα. Δεν γίνεται
αλλιώς. Η πορεία του Επιταφίου μέσα από τους κήπους του Άδωνι πραγματοποιείται
πάντα με την προσδοκία της Ανάστασης η οποία σώζεται πενθώντας την. Επαναλαμβάνεται
κάθε μικρή ή μεγάλη Παρασκευή και συνεχίζεται με του Σαββάτου την επιφύλαξη.
Ξεμάκρυνα, η συγκυρία όμως θέλησε η δική μου ρωγμώδης διαδρομή να συμπέσει
με την πορεία του Άλλου ως συγγραφέα που οδήγησε σε αυτό το βιβλίο. Όπως
συνέβαινε με τους επιτάφιους στα χωριά που διασταυρώνονταν σε κάποιο ξέφωτο,
για έναν κοινό χαιρετισμό στη ζωή που αληθεύει μπρος ή προς τη ζοφερή
βεβαιότητα του θανάτου (Ο Θάνατος με θρέφει σελ.23). Η Διώνη δεν μιλά για την επιθυμία. Δεν
την εξυμνεί. Δεν διακηρύσσει θορυβωδώς την απελευθέρωση της από όλα εκείνα που
αγαπήθηκαν και χάθηκαν. Είναι, όμως, κατά τη γνώμη μου σαφές ότι της δίνει
χρόνο. Όχι εκείνον που μετριέται, αλλά τον άλλον που έχει πρόσωπο και βλέμμα να
αληθεύσει εμπρός του. Πώς αλλιώς και πού να χωρέσουν τόσες απουσίες; Ποιο
στενάκι μέσα σε τούτο τον λαβύρινθο να διαλέξει η μνήμη ώστε να μην οδηγηθεί σε
αδιέξοδο; Δίνει και παίρνει χρόνο αφηγούμενη την μοίρα των ανθρώπων (Σήμα
βουβό/ άδειο τοπίο/ κι ένας εδώ να ιστορεί τη μοίρα των ανθρώπων σελ. 23).
Μιλά για θάνατο, σιωπή, σκοτάδι, διαψεύσεις, μιλάει για μικρές χωρίς ανάσταση
Παρασκευές: το ήθος του ποιητή, όπως υπαγορεύει, άχθος να φέρει ανθρώπινο. Κι
έχει το θάρρος να το κάνει αλλά και την ευρύτητα, με ευγνωμοσύνη τη λανθάνουσα
παρουσία να περιβάλει (…σε άγνοια των φυσικών κανόνων/ λανθάνει η παρουσία/ των
απόντων σελ.27), (…Μόνο αυτό θα έχεις/ των πιο παλιών κληρονομιά
ακριβή…Ευχή κι όχι κατάρα… σελ9), (…πολύτιμο φορτίο τα ίχνη αποθηκεύουν/
μην και σβηστούν από την πρωινή δροσιά /και θριαμβεύσει ο θάνατος σελ. 25).
Η στάση αυτή πιστοποιείται στην κατασκευαστική ακρίβεια, την ποιητική ενάργεια,
αλλά και στον ρυθμό, τον οποίο θα τολμούσα να χαρακτηρίσω σεβαστικό συνάδοντας
με το περιεχόμενο της συγκεκριμένης εκφοράς. Φορτίο πολύτιμο, γνωρίζοντας,
καθώς φαίνεται, ότι ο Θάνατος είναι το μυστικό της ζωής ή όπως θα έλεγε ο
Κλαούντιο Παρμιτζάνι η
σκιά είναι το αίμα του φωτός.
Η Διώνη λέει …Σε μιαν αέναη πορεία του σκότους μέσα στο φως σελ.10.
Με βάση αυτό το σκεπτικό θα λέγαμε συμπερασματικά ότι η ποιητική συλλογή Αδώνιδος
κήποι δεν είναι θρήνος μελαγχολικός, αλλά νοσταλγία του μέλλοντος αιώνος.
*Ο Γιάννης Κόκκινος είναι ποιητής


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου