Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο μυθιστόρημα 
«Τ’ αηδονιού το δάκρυ», 
Γεώργιος Ελ. Τζιτζικάκης, 
εκδόσεις  Ωκεανίδα






«Το μεγάλο σχέδιο της ζωής, της τύχης του καθενός, της μοίρας κάθε πλάσματος, είναι ένα τεράστιο χαρτί με γραμμές, άλλες ίσιες κι άλλες μπερδεμένες. Στα μάτια των ανθρώπων δείχνει μια ακαταλαβίστικη μουντζούρα, στα μάτια του Θεού, όμως είναι ξεκάθαρο το σχέδιο, ευδιάκριτο το καταπού τραβά η κάθε γραμμή».
Αυτό το απόσπασμα του βιβλίου θα μπορούσε να αποτελέσει για τον αναγνώστη μια απαραίτητη, προκαταβολική αποδοχή, προκειμένου να μην καταδυθεί ανυποψίαστος στην ιστορία του. Σαν να λέμε, εδώ υπάρχει ένα σχέδιο, πάνω στα αδιόρατα ίχνη του οποίου θα πατήσουν  οι ήρωες, με μόνο αμυδρή γνώση από σημάδια δυσερμήνευτα, νομίζοντας πως μόνοι τους επιλέγουν, έχοντας όμως τις περισσότερες φορές άγνοια των επόμενων βημάτων τους. Ο αναγνώστης, ακολουθώντας τη γραφίδα του συγγραφέα, θα αντιληφθεί, έτσι, πως κάποιος άλλος κινεί τα νήματα και οδηγεί εκεί που αυτός θέλει, αλλά μόνον όταν κρίνει πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Πανάρχαιο αυτό το μοτίβο, η Μοίρα και ο άνθρωπος. Είναι τάχα η δική του ζωή που αυτός αποκλειστικά ορίζει ή μήπως πρόκειται μόνο για την υπακοή στις προσταγές ανώτερων δυνάμεων; Μοτίβο δουλεμένο και από τους τρεις μεγάλους τραγικούς ποιητές του αρχαίου δράματος, επανέρχεται εδώ στο σύγχρονο μυθιστόρημα για να δώσει κι αυτό το λιθαράκι του στη μακριά πορεία της επεξεργασίας του μύθου.

«Το ψέμα σώζει το ψέμα» (όπως διατυπώνει ο Ντοστογιέφσκι στο «Ημερολόγιο ενός συγγραφέα»), κι έτσι η μυθοπλασία της λογοτεχνίας διασώζει τη μαγεία του δικού της ψέματος, δηλαδή της εξαπάτησης του αναγνώστη μέσω της αληθοφάνειας των χαρακτήρων, χρησιμοποιώντας ακόμη πιο απόκοσμα στοιχεία.
Να επικαλεστώ εδώ τον Σταύρο Ζουμπουλάκη, που γράφει στο βιβλίο του «Υπό το φως του μυθιστορήματος»: «Η αλήθεια της λογοτεχνίας σώζεται όχι με την απαλλαγή της από το μυθοπλαστικό ψέμα αλλά με την επινόηση ακόμη μεγαλύτερου και υπερβολικότερου ψέματος· ο ρεαλισμός της κερδίζεται όχι με την εξάλειψη του φανταστικού αλλά με τη διόγκωσή του».
Και κάνω μνεία αυτών των λόγων, γιατί εδώ ακριβώς αυτό συντελείται.

Το ξετύλιγμα της ιστορίας γίνεται σε δύο επίπεδα, που απέχουν χρονικά μεταξύ τους κάποιες δεκαετίες. Κεφάλαιο παρά κεφάλαιο, ακούμε αλλά και ζούμε (γιατί η τέχνη του συγγραφέα είναι από τις πιο γλαφυρές, με σύμμαχο σ’ αυτό τη χρήση της τοπικής διαλέκτου, την οποία κατανοούμε εύκολα και όσοι δεν έχουμε επαφή με το κρητικό ιδίωμα) την ιστορία των ηρώων σήμερα αλλά και παρακολουθούμε τα ίχνη τους στο παρελθόν, σημαδιακά των κατοπινών εξελίξεων.

Το σημερινό σκηνικό μάς οδηγεί στη σύγχρονη μικροαστική Αθήνα, για να συναντήσουμε την Κλειώ και τον Αντώνη. Τόσο κοινή η τυπολογία στην αρχή, πόσο θα μας ξαφνιάσουν και οι δύο στην πορεία!  Αυτή είναι μια ένδειξη για το ταλέντο του συγγραφέα, να μπορεί δηλαδή μέσα από την εξέλιξη της πλοκής να απογειώνει τους χαρακτήρες και από το απλό, καθημερινό κέλυφος να ξεπηδούν άνθρωποι με προσωπικότητα ξεχωριστή, με ‘τσαγανό’, όπως θα λέγαμε.

Σε δεύτερο πλάνο, πιο μακρινό, μεταφερόμαστε στα Χανιά, σε μια Κρήτη παλλόμενη από ορμές, γεύσεις και ηδονές, όπου συναντάμε τους Αηδονάκηδες, τον Γιώργη και τη γυναίκα του Κωστούλα, τους γονείς της Κλειώς,  ξεχωριστή φαμίλια, με τη σφραγίδα της κατάρας να βαραίνει το ριζικό της. Σ’ αυτό το παρελθόν ανακαλύπτουμε το ‘δέσιμο’ του μύθου, για να χρησιμοποιήσω (όχι τυχαία λοιπόν) ορολογία του αρχαίου δράματος, καθόσον η ιστορία φέρει εμφανή τα σημάδια των αρχαίων τρόπων, με τους οποίους ‘δενόταν’ η πλοκή από την αρχική ‘ύβρη’ μέχρι τη ‘λύση’ και την ‘κάθαρση’. Η ‘ύβρις’, η συνειδητή ή όχι απόπειρα του ανθρώπου να ξεπεράσει τα θνητά όρια, να νιώσει παντοδύναμος, να ξεπεράσει τη Μοίρα του. Από αυτό το σημείο αρχίζει να ‘δένεται’ η πλοκή του μυθιστορήματος, από αυτό και αρχίζει να λειτουργεί η ‘άτη’ η συμφορά που θα νιώσουν οι ήρωες σαν σκιά που υπονομεύει τη ζωή τους. 

Υφάνθηκε, έτσι,  πόντο πόντο το πλέγμα που φυλάκισε τη ζωή τους με ισχυρή υποστήριξη παλιάς κατάρας. Η ‘αρά’ (κατάρα) έχει και αυτή δεσμευτικό χαρακτήρα, οφείλει να βρει τον δρόμο της και να επιτελέσει τον σκοπό του ανθρώπου που τη χρησιμοποίησε. Αυτή η κατάρα θα πρέπει να λυθεί τρεις φορές, για να ακολουθηθεί το αρχέγονο μοτίβο του ‘νόμου των τριών’, που συναντάμε σε θρύλους, τραγούδια και παραδόσεις, στέρεο υπόστρωμα και του συγκεκριμένου μυθιστορήματος.
Προχωρώντας στην πλοκή παρακολουθούμε τους ήρωες, άβουλα στην ουσία πιόνια -την ίδια ώρα που νομίζουν πως επαναστατούν και αλλάζουν τη ζωή τους- να πατούν ακριβώς πάνω στην πορεία που σχεδιάστηκε γι’ αυτούς, ερήμην τους. Αναπόφευκτα υλοποιούν όσα πρέπει, προκειμένου να φθάσουν ως το τέλος. Ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον όρο προαίρεσις προκειμένου να δείξει τον υψηλότερο βαθμό που μπορεί να φτάσει η συνειδητή πράξη ενός ανθρώπου. Είναι η αρχική εκλογή, η από τα πριν απόφαση, μια επιθυμία στηριγμένη στη λογική αλλά και στην ψυχή του ατόμου, και με κατεύθυνση τη συγκεκριμένη πράξη. Είναι μια δράση. Έτσι, όμως, ο ήρωας ριψοκινδυνεύει να βαδίσει σε χώρο που πολύ λίγο ορίζεται από την ανθρώπινη βούληση. Η ανθρώπινη υπόσταση δεν έχει απόλυτη ισχύ, δεν είναι ανεξάρτητη από την ανώτερη δύναμη, η οποία καθορίζει την πορεία της υποδεέστερης συνείδησης. Στον ήρωα, λοιπόν, συγκρούεται η προαίρεση (η προσωπική και πρωταρχική του απόφαση) με τη μοιραία αναγκαιότητα (του χρησμού). Έτσι αναδεικνύεται ανώτερη πάντων η Μοίρα, η οποία αξίζει να επισημάνουμε ότι ήταν για τον αρχαίο άνθρωπο ανώτερη και από τους θεούς. Φανταστείτε αυτή τη σκληρή δομή του αρχαίου σύμπαντος. Ο δύσμοιρος άνθρωπος να πορεύεται στη ζωή του με όλους τους θεούς πάνω από το κεφάλι του και με τη γνώση πως πάνω κι από αυτούς ακόμη επικρέμαται η Μοίρα. Ελπίδα διαφυγής γι’ αυτόν; Καμιά! Η τραγική φιγούρα του Γιώργη Αηδονάκη, καθώς και αυτή της γυναίκας του Κωστούλας, θεωρώ πως είναι από τις καλύτερα αφηγημένες στη σύγχρονη λογοτεχνία. Θα πασχίσουν να ζήσουν τη ζωή τους, την ίδια στιγμή που ξέρουν κι οι δυο πως κατεβαίνουν ένα προς ένα τα σκαλοπάτια που τους οδηγούν στον ιδιόμορφο άδη τους.

Εδώ θέλω να σταθώ στο εξώφυλλο του βιβλίου, το κατακόκκινο, που με ξάφνιασε αρχικά. Διαβάζοντας το βιβλίο, νομίζω πως δεν θα έβρισκα και εγώ καταλληλότερο. Η κοκκινοβαμμένη πόρτα με το μπρούτζινο χέρι. Αυτό το ψυχρό χέρι πάνω στο κόκκινο σαν αίμα πλαίσιο, που θυμίζει κάποια στιγμή στην Κλειώ το αληθινό χέρι της μάνας της, που δεν υπάρχει πια να την υποδεχθεί. Ηχεί, με τον ξερό και κοφτό του ήχο, ταιριαστά με το ανελέητο χτύπημα της μοίρας. Παράλληλα όμως μας θυμίζει και το παραδοσιακό καλωσόρισμα της οικογένειας Αηδονάκη, με την ανοιχτή πόρτα γι’ αυτόν που θα έφτανε μέχρι το κατώφλι.
 
Από κάποιο σημείο και μετά οι δύο διαφορετικές χρονικές αφηγήσεις ενώνονται σε μία, καθώς η βασική ηρωίδα, η Κλειώ Αηδονάκη, που πάνω της χτίστηκε όλο αυτό το άφευκτο οδυνηρό πλέγμα, οδηγείται βήμα βήμα στη ‘λύση’ του δράματος αλλά και στη δική μας ‘κάθαρση’, γιατί έχει συντελεστεί πια η μετάλλαξή μας από αναγνώστες ενός βιβλίου σε θεατές τραγωδίας. Και αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η ιδιαίτερη αξία αυτού του μυθιστορήματος. Καταφέρνει με μοναδικό τρόπο να  φέρει μπροστά στα μάτια μας, εν είδει θεατρικού δρώμενου, ολοζώντανη την ιστορία της οικογένειας Αηδονάκη, που αποτελεί, όπως μας πληροφορεί το σημείωμα στο οπισθόφυλλο, έναν ζωντανό θρύλο στα Χανιά. Με χαρακτήρες γνήσιους, χωρίς φτιασίδια και ψέματα.

Πλάι στους βασικούς ήρωες της ιστορίας θα συναντήσουμε τους ξεκάθαρα διαγραφόμενους χαρακτήρες της σημαδιακής και απόκοσμης Σταυροκατίνας, η οποία σαν μια σύγχρονη μάντισσα θα μεταφέρει τον χρησμό, δηλαδή την κατάρα στον σαστισμένο μπροστά στα θαύματα Γιώργη Αηδονάκη, αλλά και του παράξενου και αποσυνάγωγου Τυροθόδωρα, που κατανοεί και ερμηνεύει τις εξωανθρώπινες βουλές, συνάμα, όμως, και πιο γήινους ήρωες, οι οποίοι σαν σε ρόλο χορού σε τραγωδία, θα πλαισιώσουν το δράμα σχολιάζοντας και παρεμβαίνοντας, όποτε κρίνουν σωστό. Σαν όλα τα πρόσωπα να έχουν βρει ακριβώς τη θέση τους σ’ αυτό το παράδοξο δρώμενο, με σκοπό να οδηγήσουν το δράμα στη ‘λύση’ του, όσο οδυνηρή κι αν είναι αυτή. Τέλος η ‘Δίκη’ αναπόδραστα θα επέμβει για να αποκαταστήσει τη διασαλευθείσα τάξη του κόσμου, για να επανέλθει η αρμονία. Θα μπορούσα εδώ να σας πω με ποιον τρόπο αποκαθίσταται η διαταραγμένη εικόνα στην τάξη του κόσμου. Έτσι όμως θα αποκάλυπτα κάτι από το απρόσμενο τέλος της ιστορίας.

Ανατρεπτικό στην πλοκή του, με αμείωτο ενδιαφέρον ως την τελευταία αράδα του, ένα μυθιστόρημα που μας θυμίζει τους παλαιούς παραμυθάδες, τον τρόπο που έπλεκαν τα νήματα των ιστοριών τους για να μας θαμπώσουν και να βυθιστούμε στην ‘αλήθεια’ τους.

Ένα μυθιστόρημα για τη μοίρα των ανθρώπων, που θα αγωνιστούν ωστόσο να την υπερβούν. Ακόμη κι αν πρέπει γι’ αυτό να πατήσουν πάνω σε όλα ανεξαιρέτως τα χνάρια της. Ένα μυθιστόρημα γι’ αυτόν τον αναγνώστη που διαβάζοντας θέλει να φωτίσει τα μυστήρια της ζωής, να κατανοήσει τον κόσμο γύρω του και τον κόσμο μέσα του. Όσο κι αν έχει κατά βάση δίκιο ο Μίλαν Κούντερα, όταν στο δοκίμιό του «Η τέχνη του μυθιστορήματος» επισημαίνει: «Κάθε μυθιστόρημα λέει στον αναγνώστη “τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα από όσο νομίζεις” ».
Αυτή την περίπλοκη εκδοχή της ζωής καταθέτει και το συγκεκριμένο μυθιστόρημα, που μοιάζει με τη σειρά του να λέει στον αναγνώστη πως αξίζει να μπει στις σελίδες του, να περιπλανηθεί στις ανατροπές της πλοκής του, να ανακαλύψει τα μυστικά που έχει η ζωή των ηρώων του.
Διαβάζοντάς το θεωρείς πως αυτή η ιστορία είναι αληθινή. Ίσως από αυτές που καταλήγουν γενιά τη γενιά να αποκτούν τη γοητεία αλλά και το μυστικό βάθος ενός θρύλου.



(Διώνη Δημητριάδου)