Δευτέρα, 21 Σεπτεμβρίου 2015

Φέτος η άνοιξη δεν θα έρθει

(διήγημα)
     
   


Τα ημερολόγια το έδειχναν καθαρά. Αμέσως μετά τον χειμώνα θα έπρεπε να περιμένουν την άλλη εποχή, το άνοιγμα του καιρού, άρα την άνοιξη. Ως τα τώρα ποτέ δεν είχε αθετήσει η τάξη του κόσμου την υπόσχεσή της. Πάντα με συνέπεια άλλαζε, από το διαπεραστικό κρύο, που τους έκλεινε όλους στα σπίτια τους, άνοιγε σταδιακά η μέρα, φώτιζε τον ουρανό ένας πιο ζωντανός ήλιος, και μαζί άλλαζε και η διάθεσή τους. Τι είχε συμβεί, λοιπόν, φέτος; Γιατί από πολλές μέρες τώρα το άκουγαν και το έβλεπαν παντού, σε εφημερίδες, στην τηλεόραση, σε ανακοινώσεις τοιχοκολλημένες στα δημόσια κτήρια ετοιμαστείτε φέτος για συνέχιση του χειμώνα. Αλλά και μεταξύ τους το σιγοψιθύριζαν, κάτι σαν ενδόμυχη ανησυχία, που δεν τους άφηνε να προσμένουν τίποτε πιο αισιόδοξο.
Εδώ και λίγες μέρες τα πράγματα έγιναν ακόμη πιο δυσοίωνα. Στον σταθμό του μετρό το πρωί έβλεπαν κάποιους περίεργους τύπους, με παλιομοδίτικο ντύσιμο και συντηρητική καθ’ όλα όψη να πλησιάζουν τον κόσμο και να του μοιράζουν φυλλάδια. Ούτε μίλαγαν ούτε νοιαζόντουσαν να εξηγήσουν την παρουσία τους εκεί. Μόνο μοίραζαν το έντυπό τους και έφευγαν βιαστικά. Το περιεχόμενο ήταν ακαταλαβίστικο. Κάτι ανάμεσα σε μελλοντολογικές αναγγελίες και σε εκφοβιστικά κηρύγματα. Κάποιοι ήδη, σε εμπιστευτικές συνομιλίες, αναφερόντουσαν χαμηλόφωνα σε θεωρίες συνωμοσίας που εξυφαίνονταν εναντίον του βολέματός τους. Δεν ήξεραν πώς να αντιδράσουν. Να ανησυχήσουν; Να αδιαφορήσουν;
Η αλήθεια είναι πως ο φετινός χειμώνας δεν ήταν και από τους πιο κρύους, ο θερμοκρασίες διατηρήθηκαν σε μάλλον μεσαίες αναλογικά τιμές, απόδειξη ότι τα ξύλα που είχαν μαζέψει στην αποθήκη στέκονταν ακόμη εκεί τα περισσότερα. Αλλά, όσο να το πεις, μια αλλαγή εποχής τη ζητούσε ο οργανισμός τους. Άλλωστε, τίποτε δεν φέρνει μεγαλύτερο φόβο από την αλλαγή στις συνήθειες.
Αλίμονο, όμως, τα πράγματα δεν έδειχναν ότι θα ερχόταν αυτή η ανανέωση του καιρού.
Η μέρα ξημέρωσε με μια υποψία βροχής, που ίσως και να μην ερχόταν ποτέ. Κάτι σαν νότισμα της ατμόσφαιρας που σου δημιουργεί την ανάγκη να μην κουνηθείς καθόλου από το σπίτι, να αδιαφορήσεις για όλες τις υποχρεώσεις της μέρας, να κουκουλωθείς στο κρεβάτι σου και να μείνεις εκεί μέχρι το μεσημέρι.
Επειδή, όμως, η συνήθεια είναι πάντοτε ισχυρότερη της βαθύτερης επιθυμίας, και σηκώθηκε, και ετοιμάστηκε, και βγήκε τελικά από το σπίτι. Ο δρόμος ήταν μάλλον έρημος, αν εξαιρέσεις κάποιους λίγους βιαστικούς, κουκουλωμένους όπως και αυτή, που έτρεχαν να προλάβουν το λεωφορείο. Κανονικά θα έπρεπε κι αυτή να κατευθυνθεί προς τη  στάση, να στηθεί να περιμένει το πρωινό δρομολόγιο, που ερχόταν πάντοτε γεμάτο, να φτάσει στη δουλειά εγκαίρως, και να κάμει ό,τι έκανε τα τελευταία χρόνια, άλλοτε με λίγη διάθεση και άλλοτε με ακόμη λιγότερη. Όσο περνούσαν μάλιστα τα χρόνια όλο και λιγόστευε αυτή η, κάποτε έντονη, επιθυμία της να βρεθεί με κόσμο, να εργαστεί και να δημιουργήσει.
Κανονικά. Γιατί αυτό το πρωί της ήρθε να τα κάνει όλα ανάποδα.
Όταν μετά από αρκετή ώρα σταμάτησε λίγο να ξαποστάσει, κατάλαβε ότι είχε απομακρυνθεί αρκετά, και αντί να κατηφορίσει προς τον κεντρικό δρόμο, εκεί όπου περνούσε το λεωφορείο, είχε πάρει την ανηφόρα που την οδηγούσε προς το βουνό. Από κει που στάθηκε μπορούσε να δει την πόλη να απλώνεται μέχρι πέρα μακριά, όσο έφτανε το μάτι. Μια ελαφριά πάχνη, ταιριαστή με τη νοτισμένη ατμόσφαιρα του χειμωνιάτικου πρωινού, δημιουργούσε μια αίσθηση μελαγχολίας. Μόνο που αυτός ο
χειμώνας σαν να είχε κρατήσει πολύ, και αυτή θα ήθελε έτσι μεμιάς να αλλάξει αυτό το σκηνικό, που ιδιαίτερα βαρύ της έπεφτε.

Στον σταθμό του μετρό η κίνηση ήταν η συνηθισμένη μιας εργάσιμης μέρας, σε ώρα μεσημεριάτικης αιχμής. Κόσμος βιαστικός έμπαινε και έβγαινε από τα βαγόνια, περίμενε στην αποβάθρα. Λιγομίλητοι, βαρείς με την έκφραση της ρουτίνας στα πρόσωπα, λίγη σημασία έδιναν στους δύο άντρες που μοίραζαν τα φυλλάδια, όπως κάθε πρωί τις τελευταίες μέρες. Αυτοί πλησίαζαν τον κόσμο, τους έτειναν το χέρι με το έντυπο και πιεστικά σχεδόν τους ανάγκαζαν να το πάρουν. Είχε καταντήσει πια ψυχαναγκασμός αυτή η διαδικασία. Τα είχαν διαβάσει πάλι και πάλι. Τι ήθελαν επιτέλους; Ας μην σώσει να έρθει η άνοιξη. Ας μείνει για πάντα αυτός ο μουντός καιρός, που σου χάλαγε αναμφίβολα τη διάθεση αλλά από την άλλη τον είχαν συνηθίσει. Αυτό που καθόλου δεν ήθελαν πια οι περισσότεροι ήταν να ανησυχήσουν και να αγριευτούν με τις θεωρίες που άκουγαν παντού γύρω τους. Ας τους άφηναν, λοιπόν, στην ησυχία τους.
Μέσα σ’ αυτό το σκηνικό λίγοι στην αρχή ήταν αυτοί που την πρόσεξαν. Είχε σταθεί λίγο πιο μπροστά από τις σκάλες, που οδηγούσαν έξω στον δρόμο, και έδινε  κάτι στο χέρι του καθενός που περνούσε από κει. Αυτοί κοντοστεκόντουσαν παραξενεμένοι στην αρχή, κοίταζαν την παλάμη τους και μετά κατευθυνόντουσαν στις σκάλες. Θα μπορούσε να διακρίνει κάποιος μια απορία αρχικά αλλά και ένα χαμόγελο κατόπιν στα πρόσωπά τους.
Την τρόμαξε η φωνή (αυτή ήρθε στ’ αυτιά της πρώτη) και πριν προλάβει να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί, ήρθε και το χτύπημα στην πλάτη. Έπεσε κάτω και απορημένη κοίταξε από πάνω της τους δύο άντρες με το συντηρητικό, παλιομοδίτικο ντύσιμο και τη σκληρή όψη, που τίποτε ανθρώπινο δεν θύμιζε. Αυτός, που την είχε ρίξει κάτω, τώρα της μιλούσε αγριεμένος. Δεν καταλάβαινε τι της έλεγε. Τα λόγια μπερδευόντουσαν με τον θόρυβο του κόσμου που είχε μαζευτεί γύρω. Όλοι κάτι της έλεγαν, και αυτή προσπαθούσε να ανασηκωθεί αλλά της ήταν αδύνατο. Σαν αστραπή πέρασαν από το μυαλό της σκηνές βίας που είχε κατά καιρούς αποθηκεύσει στο υποσυνείδητό της, θες από ακούσματα, θες από διαβάσματα, κάτι σαν αυτό που καλά το ξέρεις αλλά που ποτέ δεν περιμένεις να σου συμβεί εσένα. Και μάλιστα έτσι, κάτω από αυτές τις συνθήκες. Ο ένας από τους δύο άντρες της είχε πιάσει τα χέρια πίσω από την πλάτη και την είχε ακινητοποιήσει. Το μυαλό της ξαφνικά σταμάτησε, οι εικόνες διαλύθηκαν. Ήταν, όπως, φαινόταν, χαμένη.


Όταν πια, δύο εικοσιτετράωρα μετά από εκείνο το εφιαλτικό μεσημέρι στο μετρό, την άφησαν να γυρίσει σπίτι της (προσωρινά, φυσικά, καθόσον η τακτική δικάσιμη θα έκρινε την τύχη της), η ταλαιπωρία ήταν εμφανής στο πρόσωπό της και στο σώμα της.
Μπήκε στο σπίτι και απόρησε που δεν ένιωσε εκείνο το γνώριμο συναίσθημα ότι επιστρέφει σε κάποιο χώρο ασφαλή. Σαν όλα να της ήταν ξένα και εχθρικά, σαν να επρόκειτο σε λίγο πάλι να βρεθεί σ’ εκείνο το ανακριτικό γραφείο, σαν να ήταν όλη της η ύπαρξη μέρος ενός σκηνικού που μόνο στα γραπτά του Κάφκα θυμόταν να το είχε συναντήσει.
Έγειρε στο κρεβάτι της και έκλεισε τα μάτια. Δεν ήθελε να κοιμηθεί. Να ξεχάσει ήθελε, να μην έχει μπροστά στα μάτια της τις εικόνες των τελευταίων ημερών. Να αφεθεί σ’ έναν ύπνο λυτρωτικό. Να σβήσει από τη μνήμη της ό,τι υπήρχε.

Όταν κατά το απόγευμα σηκώθηκε, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε έξω. Είχε αρχίσει μια ψιλή βροχή, βασανιστική και μονότονη. Στεκόταν, έτσι ακίνητη, αφημένη στη μουντή εικόνα και στον ρυθμικό ήχο. Σε λίγο δεν ήξερε πια να πει αν αυτό που άκουγε ήταν αυτή η βροχή που χτύπαγε τις στάλες της στον δρόμο ή τα δάκρυά της που έσταζαν στο πάτωμα.
Δεν έκλαιγε για την ταλαιπωρία που τράβηξε. Ούτε για την ταπείνωση. Ούτε για την αδιαφορία όλων αυτών που ανέχτηκαν τη βάναυση συμπεριφορά σε βάρος της στον σταθμό. Μόνο για τα λουλούδια της έκλαιγε. Για τα ταπεινά αυτά ανθάκια που μάζεψε στη ρίζα ενός πεύκου στο βουνό εκείνο το πρωί, που θέλησε να ξεφύγει από την κανονικότητα και την απόγνωση.  Για την ελπίδα που είχε ότι κάτι γινόταν εκεί έξω στη φύση, κάτι άλλαζε, παρά τις απαισιόδοξες προβλέψεις. Για τη διάθεσή της να μοιραστεί αυτόν τον προάγγελο της αλλαγής με τους άλλους. Πιο πολύ, όμως, γιατί όλα έδειχναν ότι η άνοιξη φέτος δεν θα ερχόταν. Και αυτό μάλλον ήταν αμετάκλητο.


Διώνη Δημητριάδου (από τη συλλογή διηγημάτων: "Τα κοινά και τα ιδιωτικά", εκδόσεις "Νοών")