Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο βιβλίο του Θοδωρή Γκόνη «Ο ύπνος της Αδριανουπόλεως – κείμενα της θητείας του βορρά», από τις εκδόσεις Άγρα.




Οι γνήσιοι βιβλιόφιλοι (και καθόλου περιστασιακοί αναγνώστες) θα με καταλάβουν. Συμβαίνει καμιά φορά να μη θέλεις να αποχωριστείς ένα βιβλίο που έχεις διαβάσει. Να μη θέλεις να φύγεις από τις σελίδες του, έτσι εύκολα να αποχωριστείς το ψέμα του και την αλήθεια του. Το βάζεις, λοιπόν, κάπου  κοντά σου, να το έχεις ‘πρόχειρο’ και κάθε τόσο το ανοίγεις και ‘μιλάς’ μαζί του. Κι αυτό σου απαντά μέσα από τα γραφόμενά του αλλά και μέσα από τα δικά σου σημειώματα που του εμπιστεύθηκες, εκεί στο περιθώριο των σελίδων του.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει και με τα κείμενα του Θοδωρή Γκόνη. Διάσπαρτο το βιβλίο από σκέψεις, κυρίως συνειρμικές, που ‘δένουν’ σαν σχόλια στα δικά του. Και αναπόφευκτα διαβάζονται πια μαζί.
Ο συγγραφέας έδωσε ο ίδιος τον χαρακτηρισμό του βιβλίου του: «κείμενα της θητείας του βορρά». Δεν ξέρω πώς μπορώ αλλιώς να  ονομάσω αυτά τα μικρά σε έκταση 72 κείμενα. Πολλά από αυτά είχαν δει μια πρώτη δημοσίευση με μορφή επιφυλλίδας σε εφημερίδα. Αλλά επιφυλλίδες, τουλάχιστον με τη στενή και ακριβή σημασία του όρου, δεν τα λες. Μικρά πεζά ίσως; Προσωπικά θα δεχόμουν μια χαρά να μου τα πρότεινε σαν ποιήματα, σε πεζόμορφη έστω εκδοχή. Είναι, ας πούμε,  κείμενα πεζής μορφής αλλά ποιητικής πνοής, και οπωσδήποτε αποκυήματα ανήσυχου ύπνου, ταραγμένου σαν τον ύπνο της Αδριανουπόλεως, που τα τιτλοφορεί ευφυώς πιστεύω. Τον ύπνο τον ταραγμένο του Πορθητή, που αγνάντευε από απέναντι την ποθητή πόλη και δεν ησύχαζε «σε στρώμα χαλασμένο».
Άκουγε, ο συγγραφέας, σημάδευε στο μυαλό του και μετά τα έφερνε όλα αυτά στο χαρτί και του προέκυψαν αυτά τα μικρά κείμενα που σχολιάζουν τον μέσα και τον έξω χώρο του. Διαβάζοντάς τα σιγά σιγά φτιάχνεις την εικόνα, κομμάτι με το κομμάτι, και έτσι αρχίζεις να αναγνωρίζεις τον κόσμο του. Αυτόν που βλέπει γύρω του, σ’ αυτή τη θητεία στο βορρά, στα βορινά μέρη της Ελλάδας που βρέθηκε για κάποια χρόνια. Αλλά ταυτόχρονα τον κόσμο που ανασυνθέτει γυρνώντας στα πίσω χρόνια, στις μνήμες, στις ενοχές, στα αγαπημένα πρόσωπα, στις απώλειες αλλά και στα κερδισμένα της ζωής του. Υπαρξιακή αναζήτηση, ερωτήματα που μένουν αναπάντητα, προς τους άλλους αλλά και προς εαυτόν.
«…Να είσαι μόνος μέσα στο αυτοκίνητο και να ταξιδεύεις με όλους τους δικούς σου πλάι σου. Να συζητάς, να τραγουδάς, να τραγουδάτε τα τραγούδια σας, να γελάτε τα αστεία σας, να σιωπάς, να μιλάς, να θυμώνεις, να μαλώνεις, να ζητάς, να ανοίγεις τεφτέρια, διαθήκες, λογαριασμούς παλιούς, να ρωτάς, να ρωτάς επίμονα, να ζητάς εξηγήσεις για τους ανθρώπους σας που χάθηκαν, περιουσίες, σπίτια, έρωτες, γάμοι, αρρώστιες, προδοσίες, θάνατοι, ταξίδια, ξενιτιές…
Να ανοίγεις πόρτες κι αγκαλιές, να αλλάζεις ταχύτητες σαν τον τρελό κι αυτός να σε συμβουλεύει: ‘Πιο σιγά, πιο σιγά. Θα προλάβουμε. Εσύ θα προλάβεις…’
Πώς γίνεται να βλέπεις, να έρχεσαι πάνω στον ώμο του γελώντας, χαχανίζοντας, κι αυτός να είναι δίπλα σου αδύναμος στον πυρετό, στο παραμιλητό…»
Μέσα από τις σελίδες του συναντάς γνώριμα πράγματα μέσα από παλιά διαβάσματα. Θυμάσαι τον Καβάφη και το παιχνίδι της μοίρας στη ‘Διορία του Νέρωνος’, όταν εδώ διαβάζεις:
«Σκοπιές νυχτερινές. Οριστικές: Ο Γάλβας στην Ισπανία ακούει, συναθροίζει τα στρατεύματά του. Ο γέροντας ο εβδομηντατριώ χρονώ. Αυτά ο Νέρων.»
Ή αλλού, πώς να μη φέρεις στο νου σου εκείνη την έρμη τη μάνα του Βιζυηνού, όταν διαβάζεις:





«Πού τους ξεχάσαμε, πού τους αφήσαμε τους δικούς μας τους ανθρώπους; Σε ποια πρακτορεία, ποιες στάσεις, ποιες πλατείες, ποια παγκάκια, ποιους σταθμούς; Μας περιμένουν ξεχασμένοι, ξεπαγιασμένοι, πεινασμένοι, αγριεμένοι. Ρωτάνε περαστικούς διαβάτες, ξένους αν μας είδανε. Έχουνε βγει στα σταυροδρόμια του κόσμου. Ρωτάνε αν άκουσαν, αν έμαθαν κάτι για μας. Αν ζούμε ή αν πεθάναμε.  Αν είναι αλήθεα όλα αυτά που ακούγονται. Καλά και άσχημα μαζί. Από ρουφιάνους, φίλους, συγγενείς.»
Θα συναπαντηθείς διαβάζοντας με το φίδι, που κρυμμένο παραμόνευε να ‘φαρμακώσει’ τα γραμμένα. Με τα άψυχα, όπως οι πόρτες, που κρατούν στη μνήμη τους την προδοσία του φευγιού και είναι εκεί να τρίζουν και να σε γεμίζουν ενοχές για τις παλιές σου αποφάσεις. Με τους ανθρώπους που διατηρεί στη μνήμη ο συγγραφέας ή που συναναστρέφεται στον νέο τόπο, αγαπημένους φίλους, έρωτες, συγγενείς. Θα δεις τους δρόμους που οδηγούν σε αγαπημένους τόπους, που την έλλειψή τους βιώνει καθώς γράφει. Τέλος τη θάλασσα, τον πλέον προσφιλή τόπο, είτε βυθίζεται μέσα της είτε την αγναντεύει από βουνίσια μέρη.
«Θα ’ρθω, ξεκίνησα ήδη, μαζεύω τα πράγματά μου τα ελάχιστα και έρχομαι. Δεν θα ’ρθω με τα πόδια τελικά, λέω να ’ρθω από τη θάλασσα. Με το πανί, με τα πανιά, με το πανάκι, με μηχανή σβηστή. Ήσυχα, αθόρυβα, σιγά σιγά. Θα κάτσω στο φλόκο, με τα πόδια κρεμασμένα στα νερά.»
Ένα βιβλίο που το αγαπάς με το πρώτο συναπάντημα. Που το αφήνεις για λίγο χωρίς να βάλεις σημάδι στη σελίδα του. Δεν έχει σημασία να ψάξεις πάλι το σημείο. Θα σε βρει εκείνο για να σε πάρει πάλι από το χέρι και να σου δείξει τη συνέχεια. Σαν καλός φίλος. Οικεία πράγματα.

(Διώνη Δημητριάδου)