Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’στο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη «Τριημερία», εκδόσεις Γαβριηλίδη.


Πώς γράφεται μια αστυνομική ιστορία; Ποια τα συστατικά της που την καθιστούν ευανάγνωστη και αγαπητή στο ευρύ κοινό; Εν τέλει πώς καταξιώνεται ένας συγγραφέας αστυνομικών βιβλίων; Σ’ αυτά τα ερωτήματα εύκολα, θαρρώ, μπορεί να απαντήσει ο μέσος αναγνώστης των βιβλίων του Πέτρου Μάρκαρη. Ο εθισμένος στον ιδιότυπο του αστυνόμου Χαρίτου, ο παρασυρμένος από την πλοκή των μυθιστορημάτων που, ενώ βρίθουν εγκλημάτων, συνάμα υπομνηματίζουν με εύστοχο σχολιασμό τη σύγχρονη ζωή και τα προβλήματά της.
Όσοι γνωρίσαμε τον Μάρκαρη ως θεατρικό συγγραφέα, μεταφραστή, διανοούμενο, ξέρουμε ότι αυτό που κυρίως τον ενδιαφέρει είναι η τοποθέτηση στα κοινωνικά προβλήματα. Μέσον γι’ αυτό προσφέρεται περίφημα η αστυνομική πλοκή.
Στο τελευταίο του βιβλίο «Τριημερία» συλλογή διηγημάτων που μας παρουσιάζει ο Πέτρος Μάρκαρης, όμως, η εξιχνίαση εγκλημάτων δεν είναι το κυρίαρχο θέμα, τουλάχιστον με τον συνηθισμένο τρόπο του συγγραφέα.  Άλλωστε θα συναντήσουμε τον αστυνόμο Χαρίτο μόνο σε δύο διηγήματα. Αλλά δεν είναι εκεί το θέμα. Ας δεχθούμε, λοιπόν, ότι μια καλογραμμένη αστυνομική ιστορία απαιτεί πλοκή, βήματα εξιχνιαστικά μέσα στο σκοτάδι της ανάγνωσης, αποκαλύψεις σε κάθε κεφάλαιο, ανατροπές και αιφνιδιασμούς. Μάστορας έχει αποδειχθεί ο συγγραφέας σε όλα αυτά. Εδώ θα μας ξαφνιάσει με την τέχνη του και στη μικρή φόρμα, στα περισσότερα μάλιστα διηγήματα στην εξαιρετικά ολιγόλογη. Άρα εδώ δεν μας ενδιαφέρει τόσο η ποικιλία των ανατροπών, που οπωσδήποτε δεν προφταίνουν να μπουν σε λίγες σελίδες, όσο η μία και μόνη, ως οδηγός της πλοκής προς την έξοδο του μυστηρίου. Θα το δούμε αυτό στα δύο διηγήματα με ήρωα-αστυνόμο τον Χαρίτο, “Η δολοφονία ενός αθανάτου” και “Poems and crimes”. Θα συναντήσουμε έναν Τούρκο αστυνομικό, εκτός των χωρικών του υδάτων, στη Γερμανία, να κατευθύνει την τοπική αστυνομία στα ίχνη ενός δολοφόνου, στο “Σε γνώριμα εδάφη”. Σε όλα τα υπόλοιπα διηγήματα θα βρούμε πάλι το έγκλημα, άλλοτε μεταμφιεσμένο, στο απροσδόκητο “Το πτώμα στο πηγάδι”, άλλοτε αναμενόμενο, ως προαναγγελθέν, στο τόσο τραγικά σύγχρονο “Το τόξο της Πομπήιας”, άλλοτε πάλι χαμένο στο παρελθόν μιας Γερμανίας – τιμωρού, το 1944 και τιμωρημένης το 1945 στην, εν είδει  Θείας Δίκης, “Καθυστερημένη απόπειρα”. Στα διηγήματα αυτά είναι εμφανής ο στόχος του συγγραφέα, πέρα από την αναφορά σε εγκλήματα, να εστιάσει πότε στον εσώτερο ρατσισμό του μέσου ανθρώπου, και όχι μόνο του θιασώτη του ακραίου αυτού ιδεολογήματος, πότε στον προβληματισμό του απλού Γερμανού της χιτλερικής εποχής, πότε στη ψυχολογία του Τούρκου (θα μπορούσε μια χαρά να είναι Έλληνας) μετανάστη  σε μια δεύτερη γερμανική πατρίδα, πότε στη λύτρωση που προσφέρει στον άστεγο (θύμα της πρόσφατης κρίσης, ενός εγκλήματος, όπως αναφέρει ο συγγραφέας, που μάλλον θα μπει στο αρχείο) ένας χορός στο μικρό μαγαζί, με τους ήχους ενός ζεϊμπέκικου τόσο ξεχωριστού.
Άφησα να σχολιάσω μαζί δύο διηγήματα του βιβλίου, τα οποία από μόνα τους θα μπορούσαν να εκδοθούν και η έκδοση να είναι πλήρης. Το πρώτο, και μεγαλύτερο σε έκταση από όλα τα διηγήματα του βιβλίου, είναι και αυτό που έδωσε τον τίτλο σε όλη τη συλλογή. “Τριημερία”, από τη φράση του δύσπιστου μπροστά στις πολιτικές εξαγγελίες Αρμένη Αντρανίκ  “μέγα θαύμα τρεις ημέρες”. Μας μεταφέρει στην Πόλη, τον Σεπτέμβρη του 1955, με δράση που εκτυλίσσεται μέσα σε λίγες, σημαδιακές μέρες, από τις 5 ως τις 8 του μήνα. Με ήρωες, φανερούς τον Βασίλη Σαμαρτζή και τη γυναίκα του Σωτηρία, δίπλα σε άλλους πολίτες, Τούρκους, Έλληνες και Αρμένιους, θύτες και θύματα μιας αδιέξοδης πολιτικής σε βάρος των λαών. “Οπουδήποτε απανταχού της Γης οι Έλληνες μπλέξουν σε κάτι, πληρώνουμε εμείς τη νύφη”, θα πει μοιρολατρικά ο Βασίλης, που διατηρούσε ως την αποφράδα ημέρα της 6ης Σεπτεμβρίου εμπορικό με υφάσματα και ραφείο, και δυστυχώς θα βγει σωστός. Στο πίσω μέρος της ιστορίας, στο πιο παλιό χρονικά στρώμα, παρουσιάζεται ο παππούς Πρόδρομος Σαμαρτζής, αινιγματικός για την υπόλοιπη οικογένεια. Θα μάθουμε γι’ αυτόν στην αρχή του διηγήματος και θα τον ξαναβρούμε ανέλπιστα με τη ευφυή έμπνευση του συγγραφέα στο τέλος.



Το δεύτερο, μικρότερο σε έκταση είναι το “Ο Οδυσσέας γηράσκει μόνος”. Ο ήρωας εδώ, κάπως σαν συνέχεια των ηρώων του προηγούμενου διηγήματος, κατοικεί μαζί με τις γάτες του σε μικρό σπιτάκι στην Κυψέλη. Με τον καημό να γυρίσει πίσω, στην Πόλη, στο πραγματικό του σπίτι από όπου αναγκάστηκε να φύγει το ’65. Δεν έχει σημασία αν πια το σπίτι δεν υπάρχει ή δεν μπορεί πια να το διεκδικήσει. Αυτός θέλει να πάει στο γηροκομείο στο Μπαλουκλί. “Θέλω να με θάψουν στον τόπο όπου είδα τα πρώτα μου όνειρα”. Και θα πραγματοποιήσει το όνειρό του. Μόνο που εκεί υπάρχουν ακόμη τέρατα του παρελθόντος να αντιμετωπίσει. Θα τα καταφέρει;
Δεν ξέρω αν θα θεωρηθεί το καλύτερο βιβλίο του Πέτρου Μάρκαρη. Ούτε νομίζω πως έχει σημασία πού θα το κατατάξουν οι κριτικές ή οι πωλήσεις. Εγώ συνάντησα μέσα από τις σελίδες του τον συγγραφέα που αγάπησα στα μακρινά χρόνια, στην “Ιστορία του Αλή Ρέτζο”, στα σενάρια στις ταινίες του Αγγελόπουλου, ακόμη στο σχετικά πρόσφατο μικρό βιβλιαράκι του “Η Αθήνα της μιας διαδρομής”. Ακόμη και ο Χαρίτος στα διηγήματα της “Τριημερίας”, νομίζω διαβάζεται αλλιώς. Περισσότερο αποστασιοποιημένος, σαν να θέλει να αφήσει χώρο ελεύθερο για τις σκέψεις του δημιουργού του. Που δεν σχετίζονται μόνο με εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου αλλά και με άλλα πιο καθημερινά, πιο σκληρά, που δεν βρίσκουν τη δικαίωση ποτέ.

(Διώνη Δημητριάδου)