Τρίτη, 29 Σεπτεμβρίου 2015

                   Μια ‘ανάγνωση’ στο μυθιστόρημα   
                       «Μου λείπεται ύπνος» 
                         της Τέτης Παγκάλου, 
                      από τις εκδόσεις «Ερμής».




Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση σ’ ένα μυθιστόρημα συχνά οδηγεί τον αναγνώστη στον εφησυχασμό όσον αφορά την τύχη του κεντρικού ήρωα, καθόσον του δημιουργεί τη σιγουριά ότι αυτός επέζησε μέσα από τις περιπέτειες που τον έβαλε ο συγγραφέας, έστω τόσο όσο να αφηγηθεί την ιστορία του. Αυτή η βεβαιότητα όμως καταργείται, αν η αφήγηση πάρει τη μορφή του ημερολογίου, μια που αυτό μπορεί να σταματήσει ξαφνικά και αναπάντεχα κατά τις βουλές της τύχης, η οποία με τις ανατροπές της βάζει την τελευταία λέξη σ’ αυτό. Έτσι η ημερολογιακή μορφή της αφήγησης συντηρεί στο μυαλό του αναγνώστη το ανυποψίαστο και του ίδιου του ήρωα.

Το ημερολόγιό της, λοιπόν, γράφει η ηρωίδα του μυθιστορήματος, η Τρισεύγενη ή Ήρα, όπως κατέληξαν όλοι να τη φωνάζουν δίνοντας και στην ίδια το όνομα του ξενοδοχείου της. Και η Ήρα γράφει ένα ημερολόγιο που λίγο μοιάζει με το τυπικό του είδους. Σαν να μη  νοιάζεται για την πιστή καθημερινή του τήρηση, όπως άλλωστε δηλώνει και το όνομά του, γράφει κάθε που έχει κάτι σημαντικό να πει από τα συμβαίνοντα στη ζωή της. Κυρίως, όμως, γράφει για όλα αυτά που θυμάται. Και εδώ είναι το ενδιαφέρον που αποκτά αυτή η ιστορία.

Θα δούμε μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της την προσωπική δική της ιστορία να μπερδεύεται με τις εξελίξεις στον ελληνικό αλλά και στον ευρύτερο χώρο, από τις αρχές του 20ου αιώνα (η ίδια γεννήθηκε το 1900) μέχρι το 1978, οπότε και αποφασίζει να σταματήσει τη γραφή. Το 1910, ο κομήτης του Χάλεϋ θα φέρει μέσα στην ουρά του όλες τις προλήψεις και τους φόβους, που για τη μικρή κοινωνία του χωριού της ορεινής Κορινθίας αποκτούν άλλη διάσταση προοιωνίζοντας την ολοκληρωτική καταστροφή. Δύο παγκόσμιοι πόλεμοι, η προσφυγιά του ’22, εμφύλιος, χούντα, μεταπολίτευση. Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν έχουμε τα ιστορικά γεγονότα σε πρώτο επίπεδο. Στην ουσία υπαινιγμό της ιστορίας έχουμε, η οποία κυλά στο φόντο, πίσω από το κεντρικό θέμα που κάθε φορά είναι η ζωή της ηρωίδας. Για τα πιο παλιά γεγονότα μόνο αχνές εικόνες μπορεί να αφηγηθεί, όσο έχουν αποτυπωθεί εικόνες στο παιδικό της μυαλό. Για τα κατοπινά ιστορικά γεγονότα θα μπορούσε να πει πολλά αλλά η προσωπική της ζωή έχει πια μονοπωλήσει το ενδιαφέρον της, και αυτήν στην πραγματικότητα θέλει να μας εξιστορήσει.



Θα πιάσει να γράψει στην ηλικία των 73 χρονών, σε ένα ‘καρνέ’ που της χάρισε ο Λυκούργος, ο άντρας της, την Πρωτοχρονιά. Και αναπάντεχα θα αποκτήσει ενδιαφέρον η μαραμένη της πια ζωή, σε σημείο να πει ότι της είναι απαραίτητο το γράψιμο. Χείμαρρος οι αναμνήσεις ξεπηδούν και αδυνατεί αν τις βάλει σε σειρά. Έτσι θα γράφει περισσότερο συνειρμικά, πηγαίνοντας μπρος πίσω την αφήγηση, πότε στο κοντινό της παρελθόν και πότε στο απώτερο. Θα μπορούσε να το ονομάσει κάποιος απομνημόνευμα όλο αυτό; Νομίζω πως όχι, γιατί δεν κρατά τη φυσική σειρά των γεγονότων ούτε την ενδιαφέρει οπωσδήποτε κανενός είδους υστεροφημία. Γράφει σαν να μην μπορεί να κάνει διαφορετικά. Η χαλαρή δομή του ημερολογίου, όπως αυτή το αντιλαμβάνεται έτσι άναρχο ως προς τη δομή και τη χρονική γραμμική πορεία, την εξυπηρετεί. Ξεδιπλώνει σκέψεις, σχολιάζει πρόσωπα και γεγονότα, αποτιμά τη ζωή της, τα λάθη της, τις αδικίες που βίωσε αλλά και αυτές που η ίδια έκανε απέναντι σε αγαπημένα πρόσωπα.

Οπωσδήποτε αυτό το είδος επέλεξε η συγγραφέας Τέτη Παγκάλου γιατί εξυπηρετούσε το χαλαρό του στήσιμο και τη δική της ανάγκη να μιλήσει για τη ζωή σ’ αυτόν τον ορεινό τόπο της Ελλάδας, μεταφέροντας σε μας και κάποια προσωπικά βιώματα δικά της, φυσικά αλλοιωμένα όπως απαιτεί η μυθοπλασία. Και το έκανε επιτυχημένα, με μια πλούσια γλώσσα μέσω της οποίας μας διασώζει την ιδιόλεκτο της περιοχής (στο τέλος του βιβλίου παραθέτει γλωσσάρι), τα έθιμα και τη νοοτροπία των κατοίκων, τον τύπο των γυναικών διαμορφωμένο μέσα στην κατεξοχήν αντρική κοινωνία, τις μικρές επαναστάσεις των πιο τολμηρών από αυτές. Όλα αυτά με συγκρατημένο το συναίσθημα (στο μεγαλύτερο μέρος της γραφής της), αφήνοντας την ηρωίδα να κατευθύνει το θυμικό της μόνο μέχρι τα όρια του επιτρεπτού, χωρίς εξάρσεις, με δόσεις χιούμορ και αυτοσαρκασμού.
«…ήθελα να παντρευτώ στην Πρωτεύουσα, γι’ αυτό και δε δεχόμουνα. Όλα αυτά γενήκανε πάνω κάτω την εποχή που δάγκωσε τον Βασιλιά Αλέξανδρο η μαϊμού, ευτυχώς για μένα δεν τον είχα ερωτευτεί κι έτσι γλίτωσα από εκείνο το πένθος.»

 Ξεχωρίζω την ικανότητα της συγγραφέως να περιγράφει όχι μόνο στατικές εικόνες αλλά κυρίως καταστάσεις και πρόσωπα, δίνοντας με σαφήνεια την πινακοθήκη των χαρακτήρων που περιβάλλουν την ηρωίδα.
«Ήθελε η δόλια να είναι σαν αόρατη γιατί πίστευε ότι επιβάρυνε, ήταν σαν να ντρεπότανε που ζούσε και όσο για δουλειά έφτανε ν’ αλλάζει περπατησιά από την κούραση. Στη σχόλη της έπαιρνε το σκαμνάκι της και βούζωνε κοντά στο τζάκι, έδενε τα χέρια και γύριζε τα μεγάλα δάχτυλα το ένα με το άλλο προς τα μέσα, κάποτε τα γύριζε κι απ’ την ανάποδη, μας κοίταζε με τις ώρες»
θα μας δώσει εδώ με λίγα λόγια, τα απαραίτητα, την εικόνα της καταπίεσης που βιώνει η ‘κυρούλα’ της, η γιαγιά της.


Η Τρισεύγενη-Ήρα γράφει για όλα αυτά που δεν έχει πει ως τώρα, ακόμη γράφει γιατί τώρα σ’ αυτή την ηλικία έχει καταλάβει τι συνέβη στη ζωή της, σαν να έχει βάλει απέναντι τον πίνακα των πεπραγμένων της και ξέρει πια τι πρέπει να κρατήσει και τι να διαγράψει, ποια πρόσωπα να συγχωρήσει και ποια να καταδικάσει για τις πράξεις τους. Στην ουσία γράφει για να ολοκληρώσει στο χαρτί όλα τα ατελή της ζωής της, επιθυμίες που θάφτηκαν, σχέσεις που απογυμνώθηκαν από το ψέμα τους, φράσεις που κάποτε μείναν μισές μπροστά στα αδιέξοδα που η ζωή δημιούργησε.
«Νομίζω όμως ότι τώρα που μεγάλωσα και ξακρίζω, κάτι μέσα μου φωτίζεται, νοιώθω πως η μυστική, η εσωτερική ζωή μου είναι αυτή που με κατέχει και με κυβερνάει, αυτή και είναι ολότελα δική μου, αμετακίνητη εντός μου και απαράλλακτη ό,τι και να συμβαίνει.»

Η αφήγηση σταματά στο 1978. Άραγε είχε κι άλλα να πει η Ήρα στο ιδιότυπο ημερολόγιό της; Πάντως, όπως η ίδια κάπου γράφει:
«…πάντα θέλω ένα λόγο να τρώω τις σάρκες μου, δεν το καταλαβαίνω αυτό το περίεργο αίσθημα που με πιέζει μα και με ηδονίζει»
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι με τη γραφή της αυτό έκανε κατά κάποιο περίεργο τρόπο. Η γραφή δεν είναι πάντοτε λυτρωτική, ιδίως αν κάποιος καταθέτει εκεί το βαθύτερο ‘είναι’ του, τη ζωή του. 

(Διώνη Δημητριάδου)