Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Τι πάθος ατελείωτο και άλλες ιστορίες», από τις εκδόσεις Άγρα.



Μικρές  εσωτερικές αφηγήσεις  μαζεύονται στο βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη «Τι πάθος ατελείωτο και άλλες ιστορίες», που κυκλοφορεί από τις αγαπημένες εκδόσεις Άγρα. Περισσότερο θα μπορούσε κάποιος να χαρακτηρίσει τις ιστορίες αυτές προσωπικές καταθέσεις του συγγραφέα σε αγαπημένους ζώντες και τεθνεώτες. Πρόσωπα που του άφησαν βαθύ στίγμα στον ψυχισμό του. Στιγμές και βιώματα μαζί τους που φλέγεται από την επιθυμία να μοιραστεί με τον αναγνώστη του.
Με τον δικό του πάντα τρόπο γραφής, θα μας πάρει μαζί του σε μνήμες από τη Φλέρυ Νταντωνάκη, τον Κώστα Ταχτσή, τον Μανώλη Αναγνωστάκη, τον Παπάζογλου και τον Ρασούλη, τον Μάρκο και την Πόλυ Πάνου. Θα μας σεργιανίσει, έτσι όπως αυτός μοναδικά γνωρίζει, στις αγαπημένες του, Θεσσαλονίκη και Κωνσταντινούπολη, προσέχοντας πιο πολύ τα πρόσωπα που δένουν με τους χώρους αυτούς. Θα μιλήσει τέλος για φίλους ξεχωριστούς είτε με μνεία σε δικές τους κοινές στιγμές είτε με τη σύντομη αφιέρωση που φυλάει για τον καθένα στην αρχή κάποιας ιστορίας.
Κάτι ανάμεσα σε διήγημα και δοκίμιο, με προφανή τη στοχαστική διάθεση, οι ιστορίες αυτές μας αφήνουν κι εμάς να πλησιάσουμε πρόσωπα και καταστάσεις, αγαπημένους τόπους και μύχιες σκέψεις του συγγραφέα.
«Είμαι ένα απροστάτευτο κι ανυπεράσπιστο βουνό· ένας πανάρχαιος θεός που του έκλεψαν τη δύναμη. Εγώ, που δε με βούλιαξε ούτε ο πιο άγριος κατακλυσμός, δε με γκρέμισε ο πιο θυμωμένος σεισμός, δε μ’ έλιωσε η πιο καυτή ηλιαχτίδα, δε με πλάνεψε το πιο ωραίο φεγγάρι, πάντα κρατούσα βαθιά στα σωθικά μου κάποιο μυστικό αφανέρωτο: το χρυσάφι της γης, σ’ αδιάβατα μονοπάτια. Μα τα πατήσανε κι αυτά, έσκαψαν κι έφτασαν μέσα στα έγκατά μου και βάλθηκαν να ξεπατώσουν τη μαλαματένια μου μήτρα, ν’ αρπάξουν το χρυσάφι μου, που είναι για μένα ίδιο, όπως η λάσπη στον πυθμένα των ποταμών μου.» (απόσπασμα από το «Βουνό», με αφιέρωση ‘στον Γιάννη Μακριδάκη’).
Δεν πρόκειται για ολοκληρωμένες αφηγήσεις, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά μάλλον για σπαράγματα του μυαλού, καθώς θέλει να προλάβει να μιλήσει για τον καθένα και με κάτι σημαντικό μέσα σε λίγες σελίδες. Άλλωστε, μπορεί μεγαλύτερη αξία από τις εκτενείς αφηγήσεις να έχει εκείνο το ‘απόκομμα’ της σκέψης, το απομεινάρι της αγαπημένης εικόνας, που με θαυμαστή αυτονομία ξεπηδά από τους δρόμους του μυαλού και διεκδικεί τη προσοχή μας, για να μοιραστεί μαζί μας τη γοητεία που ασκεί στον ίδιο τον συγγραφέα.
Αυθόρμητη και συχνά πληθωρική γραφή (όποιος τον αγαπάει και τον διαβάζει θα αναγνωρίσει το ύφος του το ιδιαίτερο), κάτι σαν κουβέντα σε φίλο κοντινό.
«Είναι μια πληγή, μια προσευχή, ένα όνειρο. Ένας άνεμος κακοποιός μ’ έριξε σ’ αυτή την ξέρα, που δεν έχει όνομα, ούτε τέλος κι αρχή, ένας αέρας κακοήθης με πήρε και με πέταξε σ’ αυτή την άγνωστη άκρη.
Ξοδεύτηκα σε περιπλανήσεις ατέρμονες μήπως έρθω στα ίσια μου, δαπανήθηκα στα αγκαθωτά μονοπάτια του έρωτα, περπάτησα απ’ άκρου εις άκρον αναζητώντας τους δρόμους της Φιλίας που δεν είχαν μέχρι τότε ανιχνευτεί κι έφτασα ως το τέρμα ζητιανεύοντας ψυχία αγάπης περισσευάμενης, να ξεδιψάσω στη Σαχάρα των πόλεων –η ψυχή μου κολυμπούσε στην άβυσσο.» (απόσπασμα από το «Ξεδιψώντας στην έρημο-Φλέρυ», μνήμη Φλέρυς Νταντωνάκη).
Ξεχωριστή και η «ιστορία» του για τον Κώστα Ταχτσή. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα γράμμα που ήθελε να στείλει στον συγγραφέα που θαύμαζε και για το γράψιμό του αλλά και για τη στάση ζωής που πρέσβευε. Τον πρόλαβε ο αδόκητος χαμός του. Του γράφει, όμως, για να του πει αυτά που θέλει, ξέροντας ότι ο αέρας που αφήνει πίσω της η ψυχή, όταν αποχωρεί, ακούει και καταλαβαίνει. Και όπως θα του μίλαγε αν τον είχε δίπλα του, έτσι ξεκινά με το συνεσταλμένο ύφος
«Αγαπητέ Κώστα Ταχτσή,
Είναι περίπου δύο μήνες που είχα στο νου μου να βρω τη διεύθυνσή σας. Ήθελα κάτι να σας στείλω…»
 και σε πληθυντικό, για να προχωρήσει περίπου στα μισά σε οικείο ενικό
«ήσουν εραστής του ωραίου»
 και να καταλήξει σπαρακτικά με ένα
«Αντίο, αδελφέ μου, Κώστα Ταχτσή»
με το θάρρος που του έδωσε η οικεία ‘κουβέντα’ μαζί του.





Αυτός είναι ο Θωμάς Κοροβίνης, από την πρώτη φορά που μας συστήθηκε ως σήμερα. Αυθεντικός και αυθόρμητος, χωρίς αναστολές και ανούσιους φραγμούς. Ένα βιβλίο, που μπορεί να μη σου δίνει την αίσθηση του όλου (όπως, για παράδειγμα το «’55»)  αλλά οπωσδήποτε φέρει στις σελίδες του τον γνήσιο λυρισμό αλλά και την αλήθεια του συγγραφέα του.

(Διώνη Δημητριάδου)