Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2015

                  Τέσσερα ερωτικά ποιήματα του                                                  Πάμπλο Νερούντα 

                                    

                      ( απόδοση: Διώνη Δημητριάδου)*

                                     




Βαρκαρόλα

Να μπορούσες μονάχα ν’ αγγίξεις την καρδιά μου,
μονάχα τα χείλη σου να βάλεις πάνω στην καρδιά μου,
το λεπτόσχημο στόμα σου, τα δόντια σου,
να έβαζες μονάχα τη γλώσσα σου σαν κατακόκκινο τόξο
εκεί που η ρυτιδωμένη μου καρδιά χτυπά,
αν φύσαγες πάνω απ’ την καρδιά μου, κλαίγοντας πλάι στο κύμα,
θ’ αντηχούσε μ’ ένα σκοτεινό ήχο
τον ήχο του τραίνου πάνω στις γραμμές,
τον ήχο από όνειρα, όπως το πήγαινε-έλα των κυμάτων,
ή το φθινόπωρο μέσα στα φύλλα, ή το αίμα,
μ’ ένα θόρυβο σαν τις υγρές φλόγες που καιν τον ουρανό,
με όνειρα σαν όνειρα ή σαν κλαδιά ή σαν άνεμο,
 ή σαν τις προβλήτες του λυπημένου λιμανιού,
αν φύσαγες πάνω στην καρδιά μου, πλάι στο κύμα
έτσι σαν λευκό φάντασμα στην άκρη της θάλασσας…

Η απουσία ξεχύθηκε σαν ξαφνική τυμπανοκρουσία,
η θάλασσα μοιράζεται τον ήχο της καρδιάς,
ενώ βρέχει και σουρουπώνει στην έρημη ακτή.
Η νύχτα πέφτει διαλύοντας τις ψευδαισθήσεις,
και το πένθιμο γαλάζιο χρώμα απ’ τα ναυαγισμένα της λάβαρα
γεμίζει απ’ τη σκληράδα των ασημένιων αστεριών.
Και η καρδιά ηχεί σαν δύσμορφο κοχύλι, φωνάζει:
Αχ! θάλασσα, αχ! κραυγή, αχ! φόβε διαλυμένε,
σκορπισμένε μέσα σε ναυάγια και διαλυμένα κύματα!
Η θάλασσα κατηγορεί τον ήχο για τις λεπτές σκιές του
και τις πράσινές του παπαρούνες.

Αν ξάφνου γινόταν να πάρεις σάρκα και οστά,
σε κάποια θλιμμένη ακτή, τριγυρισμένη απ’ τη νεκρή μέρα,
πρόσωπο με πρόσωπο με μια καινούργια νύχτα, γεμάτη κύματα,
κι αν φύσαγες πάνω στην κρύα και φοβισμένη μου καρδιά,
στο ερημικό της αίμα,
πάνω στις φλόγες της σαν ένα πέταγμα περιστεριών,
οι μαύρες ματωμένες συλλαβές της θα ηχούσαν,
τα άσβεστα κόκκινα νερά της θα φουσκώναν
και θα ηχούσε, και θα ηχούσε μέσα σε ίσκιους,
θα ηχούσε σαν τον ίδιο το θάνατο
σαν τον αυλό που είναι γεμάτος άνεμο, και θα έκλαιγε.
Έτσι είναι. Και η αστραπή θα γυάλιζε τις μπούκλες σου,
και η βροχή θα έμπαινε στ’ ανοιχτά σου μάτια
για να σκοτώσει το κλάμα που φώλιασε εκεί,
και τα μαύρα φτερά της θάλασσας θα σε τύλιγαν
με γαμψά νύχια και κρωξίματα.
Θα’ θελες να είσαι το μοναχικό φάντασμα πλάι στο κύμα,
που θα φυσάει το άστοχο και φοβισμένο όργανό του;
Μόνο αν μπορούσες να βρεις
τον τραβηγμένο του ήχο, το μοχθηρό του σφύριγμα,
τη μελωδία των πληγωμένων κυμάτων,
τότε ίσως κάποιος να ερχόταν,
κάποιος θα ερχόταν απ’ την κορώνα των νησιών,
από τα βάθη της θάλασσας κάποιος θα ερχόταν,
ναι πράγματι κάποιος θα ερχόταν.
Κάποιος θα ερχόταν φυσώντας με μανία σαν τη σειρήνα του σπασμένου καραβιού,
ή σαν το θρήνο, σαν χλιμίντρισμα ανάμεσα σε αίμα και νερό,
με μανιασμένα κύματα που σκάνε στην ακτή.

Στην εποχή της θάλασσας
ένα κοχύλι των ίσκιων
ελίσσεται σαν κραυγή.
Τα θαλασσοπούλια με δυσπιστία το κοιτούν και φεύγουν.
Τα κουρέλια του ήχου του,
τα κάγκελα της αθλιότητάς του
υψώνονται στις ακτές του ερημικού ωκεανού…



                                    
                                   Απόψε μπορώ να γράψω



Απόψε θαρρώ μπορώ να γράψω τους πιο λυπητερούς μου στίχους.
Να γράψω ας πούμε
«η νύχτα έγινε χίλια κομμάτια
και τα θλιμμένα αστέρια τρεμοσβήνουν πέρα μακριά».

Ο άνεμος της νύχτας φέρνει βόλτες στον ουρανό και τραγουδά.
Απόψε θαρρώ μπορώ να γράψω τους πιο λυπητερούς μου στίχους.
Την αγαπούσα, πότε πότε μ’ αγάπαγε κι αυτή.
Κάτι νύχτες σαν και τούτη εδώ την κράταγα στην αγκαλιά μου,
την φίλαγα ξανά και ξανά κάτω απ’ τον ατέλειωτο ουρανό.                                                                   

Μ’ αγάπαγε, πότε πότε κι εγώ την αγαπούσα.
Μπορούσε τάχα κανείς 
να μην έχει αγαπήσει
τα μεγάλα 
κι ακίνητά της μάτια!                                                          

Απόψε θαρρώ μπορώ να γράψω τους πιο λυπητερούς μου στίχους
Να σκέφτομαι ότι δεν την έχω πια. Να νιώθω ότι την έχω χάσει.
Ν’ ακούω την αχανή νύχτα, ακόμα πιο αχανή χωρίς αυτήν.
Και ο στίχος να πέφτει στην ψυχή μου
σαν πρωινή δροσιά που ραίνει τη βοσκή.
Ποια σημασία έχει αλήθεια που η αγάπη μου δεν μπόρεσε να την κρατήσει…
Η νύχτα έχει γίνει χίλια κομμάτια κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.
Αυτό είναι όλο.
Κάποιος πέρα μακριά τραγουδάει.
Πέρα μακριά…
Η ψυχή μου λυπάται που την έχασε.
Τα μάτια μου την ψάχνουν για να πάνε κοντά της.
Η καρδιά μου την ψάχνει κι αυτή δεν είναι πια μαζί μου.
Η ίδια νύχτα λευκαίνει τα δέντρα τα ίδια,
Μα εμείς δεν είμαστε πια έτσι όπως τότε …
Δεν την αγαπάω πια, αυτό είναι αλήθεια.
Όμως πόσο την αγαπούσα…
Η φωνή μου έψαχνε να βρει τον ήχο που θ’ άγγιζε τ’ αυτιά της.
Αλλουνού. Θ’ ανήκει σ’ άλλον.
Σαν στα φιλιά μου κάποτε.
Η φωνή της, το λευκό της σώμα, τ’ απέραντά της μάτια…
Δεν την αγαπάω πια, αυτό είναι αλήθεια.
Μα ίσως και να την αγαπώ.
Η αγάπη είναι τόση δα μικρή, μα η λησμονιά τόσο μεγάλη.
Πού να βρει χαρά η ψυχή μου στο χαμό της;
Νύχτες σαν κι αυτήν εδώ την κράταγα στην αγκαλιά μου.

Κι αυτός μπορεί και να είναι ο στερνός πόνος που περνάω γι αυτήν
κι αυτοί οι στίχοι οι τελευταίοι που της γράφω…



Κάθε μέρα παίζεις

Κάθε μέρα παίζεις με το φως του κόσμου.
Ισχνή μου παρουσία, φτάνεις στο λουλούδι και στο νερό.
Είσαι κάτι περισσότερο απ’ το λευκό αυτό κεφάλι
που βαστώ σφιχτά σα μια αγκαλιά λουλούδια, κάθε μέρα μες στα δυο μου χέρια.
Με κανένα δε μοιάζεις μια και σ’ αγαπώ. Άσε με να σε απλώσω πάνω σε χρυσές γιρλάντες. Ποιος γράφει τ’ όνομά σου με γράμματα καπνού μέσα στ’ αστέρια του νότου;
Αχ ! άσε με να σε θυμάμαι όπως ήσουν όταν δεν υπήρχες.
Ξάφνου ο άνεμος ουρλιάζει και χτυπά
το σφαλιστό παράθυρό μου.

                                                                                                    


Ο ουρανός είναι ένα δίχτυ γεμάτο με σκιερά ψάρια.

 

Εδώ όλοι οι άνεμοι αφήνονται, όλοι αργά ή γρήγορα.
Η βροχή είναι ολόγυμνη.
Τα πουλιά πετούν και φεύγουν.
Ο άνεμος, ο άνεμος.
Εγώ μονάχος μπορώ ν’ αγωνίζομαι ενάντια στη δύναμη των ανθρώπων.
Η καταιγίδα στροβιλίζει σκοτεινά φύλλα
και λευτερώνει όλα τα πλοία που χτες βράδυ αράξανε στον ουρανό.
Εσύ είσαι εδώ. Αχ! όχι μη φεύγεις.
Εσύ θ’ απαντήσεις στη στερνή κραυγή μου.
Τυλίξου γύρω μου σα να ‘σουν φοβισμένη.
Ακόμη κι έτσι, μια φορά κάποια παράξενη σκιά πέρασε μέσα στα μάτια σου.
Να, και τώρα δα μικρό μου, μου φέρνεις αγιόκλημα.
Και έχεις ακόμα στα στήθια σου τη μυρωδιά του.
Καθώς ο άνεμος περνά και σφάζει τις πεταλούδες σ’ αγαπώ
και η ευτυχία μου δαγκώνει το δαμάσκηνο που έχεις στα χείλη.
Αλήθεια, πόσο θα πόνεσες που με συνήθισες τόσο πολύ,
την άγρια κι ερημική ψυχή μου,
τ’ όνομά μου που τους τρομάζει όλους.
Πόσες φορές δεν είδαμε το πρώτο αστέρι της αυγής να καίγεται,
φιλώντας τα μάτια μας,
και πάνω απ’ τα κεφάλια μας το γκρίζο φως
                                    να ξεδιπλώνεται σα μια βεντάλια.
Οι λέξεις μου σε λούσαν και σε πόνεσαν.
Πολύ καιρό αγάπησα το ηλιόλουστο μαργαριτάρι του κορμιού σου.
Μέχρι που θαρρώ πως κρατάς στα χέρια σου το σύμπαν.
Θα σου φέρω λουλούδια της χαράς απ’ τα βουνά,
καμπανούλες, φουντούκια
και πλεχτά καλάθια με φιλιά.

Όπως η άνοιξη ανθίζει τις κερασιές
έτσι θέλω να σ’ αγγίζω.


                             Δεν υπάρχει λησμονιά



Αν  με ρωτήσεις πού ήμουν όλο τούτο τον καιρό,
θα σου πω «συμβαίνουν αυτά».

Εγώ πρέπει να ζω πάνω στις πέτρες που σκουραίνουνε την όψη της γης,
Πάνω στο ποτάμι που στέρεψε καθώς κυλούσε…
Ξέρω καλά πως τίποτε δε μένει απ’ ό,τι χάσαν τα πουλιά,
τη θάλασσα που άφησα πίσω μου
ή τα δάκρυα της αδελφής μου.
Γιατί τόσα μέρη;
Γιατί η μια μέρα να’ ναι δεμένη με την άλλη;

                Γιατί να πίνουμε άπληστα τη σκοτεινή τη νύχτα;
   
Και γιατί οι νεκροί;

Αν με ρωτήσεις από πού έρχομαι,
πρέπει να σου μιλήσω με σπασμένα πράγματα,
με εργαλεία που φέρνουν πόνο,
με μεγάλα θηρία που γίναν σκόνη,
και με τη θλιμμένη μου καρδιά.
Αυτά δεν είναι μνήμες που περάσανε η μια μετά την άλλη,
δεν είναι το δειλό περιστέρι που κοιμάται μες στη λήθη μας.
Είναι δακρυσμένες μορφές και δάχτυλα που μας πνίγουν στο λαιμό˙
τα φύλλα παρασύρουν στο χώμα ό,τι μπλέχτηκε μαζί τους˙
το σκοτάδι μιας μέρας που πέρασε,
μιας μέρας που αντριώθηκε μαζί με το λυπημένο μας αίμα.
Να οι βιολέτες, να και τα χελιδόνια,
όλα τα πράγματα που αγαπάμε και μας φέρνουν γλυκά μηνύματα στη σειρά,
μέσα τους περνά ο χρόνος κι η γλυκύτητα.
Να, και μεις δεν πάμε μακριά, πέρα απ’ αυτά τα δόντια…
Γιατί να χάνουμε καιρό ροκανίζοντας το κέλυφος της σιωπής;
Δεν ξέρω τι ν’ αποκριθώ.

Είναι τόσο πολλοί οι νεκροί,
τόσο πολλά τα χαρακώματα που θρυμμάτισε ο κόκκινος ήλιος,
τόσο πολλά τα κεφάλια που σπάσαν τους φλοιούς
τόσο πολλά τα χέρια που κλείσαν πάνω απ’ τα φιλιά,
τόσο πολλά που θέλω να ξεχάσω…


 * Η απόδοση στα Ελληνικά βασίστηκε στην αγγλική μετάφραση του κειμένου (από τον Άντονυ Κέρριγκαν), με σεβασμό στο ισπανικό πρωτότυπο.

Διώνη Δημητριάδου