Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στη συλλογή διηγημάτων «14 ζωές στη Σαλονίκη» της Βίκυς Κλεφτογιάννη, από τις εκδόσεις Κέδρος.



Αυτή η αγαπημένη πόλη σε αιχμαλωτίζει με την προσωπικότητα της. Σε δένει με τα μαγικά της. Εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, γεύσεις, αγγίγματα, όλα επιστρατεύονται για να σε κάνουν να μην την ξεχάσεις ποτέ, κι ας μη ζεις πια στην αγκαλιά της.
Κάτι ανάλογο θα πρέπει να συνέβη και με τη συγγραφέα μας εδώ για να αφιερώσει το πρώτο της προσωπικό βιβλίο (μας έχει συστηθεί και με μια συμμετοχή σε συλλογικό έργο) στην πόλη αυτή που αποτέλεσε το σκηνικό ζωής της για τα χρόνια των σπουδών της.
Δεκατέσσερα μικρά σε έκταση διηγήματα που άλλοτε μιλούν ξεκάθαρα για τη Θεσσαλονίκη άλλοτε σε αφήνουν διακριτικά να την εννοήσεις πίσω από τις λέξεις τους.
Λιτός ο τρόπος της αφήγησης επιτρέπει στον αναγνώστη να χτίσει εκείνος αυτά που υπονοούνται χωρίς να φορτώνεται με περιττά στολίδια λόγου, που έτσι κι αλλιώς στα σπουδαία έργα της λογοτεχνίας δεν είναι καθόλου απαραίτητα.
Οι ήρωες νιώθεις πως ξεπηδούν αβίαστα από το περιβάλλον, απόλυτα δεμένοι με τις γωνιές της πόλης, τους δρόμους, τα αγαπημένα στέκια. Και μιλούν με γλώσσα καθημερινή για όσα βιώνουν, βλέπουν, αντιλαμβάνονται. Σκηνές ζωής μέσα σε μια πόλη που είναι πάντα ζωντανή και ξέρει να γεύεται και τα όμορφα και τα άσχημα που της συμβαίνουν.
Θα δούμε έτσι τις μικρές ιστορίες (θραύσματα ζωής) ανθρώπων απλών αλλά και διακριτών, μέσα σ’ έναν Σεπτέμβρη κοινό για όλους ως προς τη σύμπτωση του χρόνου, διαφορετικό, ωστόσο, ως προς την οπτική από την οποία βλέπουν τα γύρω διαδραματιζόμενα αλλά και τις εσωτερικές ανακατατάξεις.
Ξεχώρισα την ιστορία «Αντικριστά», για τη βαθύτατη εισχώρηση στον κόσμο των απομάχων της ζωής με τον πιο απλό λογοτεχνικό τρόπο, με τις ελάχιστες εύστοχες λέξεις, που ήταν απαραίτητες για να περιγράψουν τη μοναξιά που επιμένει χρόνια, όσα επίσης και η φιλία των δύο ηρώων. Πόσο να γεμίσει το κενό η γειτνίαση από τα αντικριστά μπαλκόνια; Αλλά και η επαφή κάθε Τετάρτη απόγευμα «χωρίς την αγωνία της απόστασης»;



Προσωπικά, μου έμεινε μια αίσθηση βιωμένης μοναξιάς σε όλα τα διηγήματα, σε άλλα πιο καθαρή σε άλλα πιο συσκοτισμένη, καλυμμένη πίσω από μια αβέβαιη στη σταθερότητά της πολυκοσμία. Οι ήρωες μπορεί να επιλέγουν την απομόνωσή τους, μπορεί και να αφήνονται  στη μοναξιά που τους επιβάλλουν οι άλλοι, εκόντες άκοντες. Ανακαλύπτουν μικρές χαρές, όπως ο άστεγος «Νεφοσκεπής», επιδιώκουν ίσως μάταιες επαφές, όπως ο άνδρας στο «Για καφέ» ή ακολουθούν απρόσμενες παρέες, όπως η γυναίκα στη «Συναυλία», από τα καλύτερα της συλλογής ακριβώς για τη θεματική έμπνευση.
Και βέβαια να μην παραλειφθεί και η επιλογή των πρωταγωνιστών, με την προσωπική τους παρουσία, μοναχική ως επί το πλείστον, χωρίς να μπορούν να αποδείξουν όλοι την ανθρώπινη υπόστασή τους. Ένα δέντρο, μια γάτα, ένα άγαλμα, δίπλα στους ανθρώπους, έχουν κι αυτά μερίδιο σ’ αυτή την πόλη.
Τέλος ένας μοναχικός ποδηλάτης που θα διατρέξει τους δρόμους της πόλης και με το βλέμμα του θα μας δείξει όλα τα σημεία που οι άλλοι ήρωες άφησαν το στίγμα τους, ίσως νομίζοντας πως κανείς δεν τους πρόσεξε. Αυτός, όμως, αιχμαλώτισε για μας κάτι από την παρουσία τους. Τόσο λίγο, όσο μπορεί να ‘φωτογραφίσει’ ένα γρήγορο πέρασμα ενός ποδηλάτου. Άλλωστε αυτός θα μπορούσε να είναι και ο πραγματικός συγγραφέας, που πιάνει στιγμές της ζωής στην πόλη βγαίνοντας  κάθε μέρα για την ποδηλατάδα του. «Πείνασε. Ανέβηκε τη Βενιζέλου, πέρασε το Μπιτ Παζάρ και από την Αγίου Δημητρίου πήρε το δρόμο για το σπίτι. Το απόγευμα θα κατέβει πάλι. Για μια βόλτα στις ζωές της πόλης».

(Διώνη Δημητριάδου)