Τετάρτη, 30 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στην ποιητική συλλογή «Σωσίβιο φτερό» 
της Μαριάννας Παπουτσοπούλου, 
από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.





Το «σωσίβιο φτερό», η τελευταία ποιητική συλλογή της Μαριάννας Παπουτσοπούλου,  είναι μια ποίηση με βαθιά τα ίχνη της, για να μπορεί ο ιχνηλάτης να πατήσει πάνω τους, ώσπου να βρει το νήμα. Μια ποίηση αναμφίβολα γραμμένη από χέρι γυναικείο. Όχι γιατί τάχα ο ανθρώπινος πόνος διαφοροποιείται από το ένα φύλο στο άλλο.
 Ίδιος είναι και διάκριση δεν κάνει. Η βίωσή του, όμως, είναι που δίνει αυτό το ελάχιστο επιπλέον βάρος και αλλάζει την εικόνα. Μπορεί να ευθύνεται το θηλυκό γονίδιο, μπορεί η διαφορετική δομή του εγκεφάλου, μπορεί περισσότερο η δομή της κοινωνίας που δρομολογεί τη γυναίκα στην έκφραση των συναισθημάτων της χωρίς ενοχές αλλά ταυτόχρονα στη συνειδητοποίηση του ρόλου της. Πρέπει να αντέχει όχι μόνο το δικό της αλλά και το βάρος των άλλων. Όλο αυτό συχνά εκφράζεται με την ποιητική γραφή.
«Έχεις τόσο πένθος να κουβαλάς, για τρεις γυναίκες
πένθος, κι έπειτα σε φθονούν όσοι δεν ξέρουν τίποτε
από αυτά, σε πιστεύουν πλάσμα που διάγει ανέφελον
τον βίον, βάφει νύχια και χείλη κι αραδιάζει σκέψεις
στο κομμωτήριο, όμως εσύ με το πνευμόνι του νεκρού
στα χέρια σου, που ακόμη τρέμουν…»

Στην ποίηση της Μαριάννας, όλα ξεκινούν από τη γυναικεία ματιά στον έρωτα, έναν έρωτα που άλλοτε μοιάζει μια πλατειά, ανοιχτή αγκαλιά που λαχταρά να κλείσει μέσα της όχι μόνο το ένα πρόσωπο, αποδέκτη του αισθήματος, αλλά κάθε τι που αγγίζει την ψυχή της και γράφει ανεξίτηλα πάνω της:
«Ήρθε ο καλός μου, έφτασε
να πιω τον καιρό
απ’ το στόμα του
καιρό φοβερό που εμίσεψε»

αλλά και αυτή η ατόφια ιδέα της αγάπης:

«θα πρέπει να υπάρχει στο άπειρο, διάπλατο,
κι ανάλαφρα αναρριχτό στην σελίδα του τέλους, το πρότυπο,
η ιδέα αυτή, η ατόφια της αγάπης, η ιδέα ΑΓΑΠΗ,
η κορασίδα Αγάπη, η κίνηση αγάπη, η ανοησία αγάπη,
ο χορός αγάπη μου».
Με τα κεφαλαία γράμματα να παίρνουν λέξη τη λέξη το ανθρώπινο, κανονικό μέγεθός τους και, μικρά πια, να ολοκληρώνουν το πνεύμα της.
Κι αν όλα ξεκινούν από τον έρωτα, τότε το πεδίο είναι ανοιχτό για να φθάσουν παντού. Η ποίηση της Μαριάννας αντιμέτωπη με  όλα όσα νοσούν γύρω μας, κοινωνικά και πολιτικά. Πιο εσωτερική τώρα η φωνή της, με βιωμένη τη γνώση πως «και η ποίησις μια αγιοσύνη είναι» δίνει εδώ την πραγματική διάσταση των ποιητικών πραγμάτων. Γιατί ο χρόνος αλλάζει τον άνθρωπο, αλλάζει και τον τρόπο έκφρασής του. Ανοίγει ο στίχος και χωρά το βίωμα, κι εκεί που κάποτε, σε παλαιότερες ποιητικές της γραφές, μίλαγε για τον πόνο του ανθρώπου, τον αγώνα του για μια καλύτερη ζωή, έρχεται τώρα να συμπεριλάβει όλα αυτά μέσα στον προσωπικό πόνο. Έτσι είναι πια το βίωμα που απευθύνεται στον άνθρωπο εμπεριέχοντας μέσα στα δικά του πάθη και τον δικό του σπαραγμό.

Εδώ τα ποιήματα αποκτούν συχνά μανδύα αλληγορικό.
«Χορδές σα βελονιές
μπάλωμα κουρασμένου αγκώνα
κλειδιά στη ράχη μιας χελώνας
και το τραγούδι κλειδωνιά
να μπεις και να ‘ρθεις».


Αυτά που δύσκολα τα ομολογείς, τα πιο καλά φυλαγμένα, τα βάζει μέσα σε στίχους, τα ντύνει με την πρόσφορη κάθε φορά αλληγορία, κι έτσι προστατευμένα επαρκώς από τα άσχετα βλέμματα και τις επιπόλαιες αναγνώσεις τα αφήνει σίγουρα πλεούμενα στα ταραγμένα τα νερά. Τα περισσότερα βρίσκουν αποδέκτη, αλλά ακόμη κι αυτά που θα ξεμείνουν μοναχά κι αδιάβαστα θα επιστρέψουν στην αφετηρία τους, κι εκεί στην ποιήτρια που τα δημιούργησε, μεταμφιεσμένα σε μικρά θαύματα θα οδηγήσουν την προσωπική τραγωδία στην κάθαρση.
Είναι, λοιπόν, ο ποιητικός λόγος ικανός να οδηγήσει -πέρα από την αναμφισβήτητη αισθητική απόλαυση- και σε σωτηρία ψυχής, σε μια λύση προσωπικού δράματος; Ο αναγνώστης αυτής της εκλεκτής ποίησης θα βρει τον δρόμο μέσα από τους στίχους για να φτάσει σε μια θεώρηση του κόσμου, μέσα από την οπτική της ποιήτριας. Θα τον ικανοποιήσει αυτή η όψη των πραγμάτων; Αυτό πια εναπόκειται στον ίδιο.
Ήδη όμως έχουν δώσει στην ποιήτρια το βάλσαμο ψυχής που αναζητά με τη γραφή της. Ακόμη κι αν αυτή η συνειδητοποίηση δεν μπορεί παρά να σημαδέψει την ίδια αναπόφευκτα.
«με δάσος χαρακιές
ως γράφεται κάθε ψυχή
αυτές που έλαβε, αυτές που έδωσε…» (Χαρακιές)

Με πλούσιο λεξιλόγιο, προσεκτικά αντλημένο από το βάθος παιδείας της ποιήτριας αλλά και με αυθόρμητους φαινομενικά συνειρμούς, κρυφά καλά δουλεμένους κι αυτούς, θα μας οδηγήσει με τον δικό της ρυθμό και τη δική της πνοή στον προσωπικό της πόνο.
Γιατί αυτή η ποίηση, ακόμη κι όταν καλά μεταμφιέζεται σε πιο χαλαρό ύφος
 «…χάνεται η αγάπη εύκολα αν δεν προσέξεις, αν έχεις πολλές δουλειές, αν γράφεις, αν έχεις το φαγητό στη φωτιά…» (Συνεχίζεις…)

κρύβει όλο το πάθος και τον πόνο μιας ζωντανής γυναικείας φωνής που ξέρει να συνδιαλέγεται με τα μυστικά του κόσμου,
«…διυλίζω το σκληρό σου φως και λίγο στέλνω αντικρύ…» (Φεγγάρι)

να αποκομίζει τα μηνύματα από τον χώρο τον κρυφό στα γήινα πράγματα
 και να επιλέγει να μας μεταφέρει όλες τις συγκλονιστικές αλήθειες.

«…απλώθη τότε κυκλικός πλατύς ορίζοντας
στήνοντας τις σιωπές του καραούλι
στο κάθε πουλί
διαβατήριο μοιράζοντας το σωσίβιο φτερό του.
Μα δεν κρατάει πολύ το θαύμα
κι αν κρατεί, στου τραγουδιού τον πόνο ρίζωσε την πρώτη-πρώτη του έγνοια…» (Σωσίβιο φτερό)

Άλλοτε με λιτά εκφραστικά μέσα και άλλοτε με περισσότερο λυρική επιλογή, άλλοτε σε στίχο ποιητικό και άλλοτε σε πεζό ποίημα θα δώσει την προσωπική της μάχη με τον κόσμο στον οποίο βρίσκεται, τις επιλογές που η ίδια έκανε, τις συγκυρίες που αναπόφευκτα την σημάδεψαν. Θα βγάλει ιδιαίτερα στην πιο πεζή μορφή της ποίησής της όλη την εκφραστική δεινότητα που απαιτεί το συγκεκριμένο είδος, κι ας φαίνεται ευκολότερο του στιχουργήματος. Η ποιήτρια ξέρει πού ακριβώς θα σταματήσει η πεζή αφήγηση, ώστε να μην υπερβεί τα όρια του ποιήματος αλλά και πού πρέπει να υποχωρήσει ο λυρισμός για να χωρέσει η πεζή ρεαλιστική γραφή. Και το καταφέρνει θαυμάσια:
«…ποιος θα σταματήσει αυτό το τρέμουλο που κρατάει από τη κηδεία, και την καρδιά σου στο πιατάκι, και του αλλουνού την τρέλα, και του τρίτου την αδυναμία, που κόντεψε να τον σαρώσει  το αλκοόλ σαν ποταμός, περιμένεις το μετρό στη στάση, για να πας στην άλλη άκρη της πόλης, αντί για κάποιον από τους τρεις αυτούς, με την εξουσιοδότηση στη  τσάντα, με όλα τα έγγραφα…
Έρχονται έπειτα τα κύματα των δακρύων σου όλων των χρόνων σα μια μαύρη θάλασσα και αυτά, χωρίς ψάρια, και σκαρφαλώνουν τις κυλιόμενες σκάλες, κι ανάμεσα κολυμπάει και σώζεται εκείνος που αγαπούσες κι έχει πια χαθεί…»

Η ποίηση εδώ είναι μια ώριμη καταγραφή ζωής. Όπως το λέει η ίδια:
«Είναι που, αν και παιδιά, έχουμε γερασμένη την ύλη που μετράει την πίεση, τους ιούς, και τις αιφνίδιες αλλαγές των καιρών.»

Στην ποίηση της Μαριάννας Παπουτσοπούλου φυσάει άνεμος πολύς ανάμεσα στους στίχους, κι έτσι φθάνει και σε μας η αύρα τους. Με κλιμακούμενη τη γνώση από τα πιο μακρινά και αόρατα στα πιο ασταθή και γήινα, τα ανθρώπινα. Εδώ δείτε το γύρισμα των στίχων με την εξαιρετική ανιούσα ή κατιούσα κλίμακα (εξαρτάται από την οπτική γωνία που αντέχει ο καθένας)
«…φορώντας ξανά και ξανά τη μάσκα
ενός σατύρου δίχως αύριο
ενός αγγέλου για μεθαύριο
δύο ασωμάτων αγίων
κι ενός ανθρώπου σημερινού.» (Θα πρέπει)


Η σχέση της ποιήτριας με το δημιούργημά της, μια σχέση αίματος. Σχέση και νοητική αλλά και σωματική. Το έργο προξενεί πόνο κατά τη γέννησή του. Γράφει, όμως, για να επιβιώσει στην  υπαρκτή ζωή γύρω της, να δηλώσει  ανυπάκουη σε κοινότοπες ρυθμίσεις, μένοντας πιστή στην  εσωτερική ζωή που πάλλεται μέσα της.


Και, θα μου πείτε, σώζεται; Ειλικρινά δεν το ξέρω αυτό. Πάντως η απόπειρα διάσωσης είναι ίσως η μόνη της πιθανότητα να πιαστεί από τη σωσίβια λέμβο, που η  ίδια οπωσδήποτε εφευρίσκει στη θάλασσα που βρίσκεται ριγμένη.
Αναζητά τη σωσίβια λέμβο, να μην πνιγεί στις χαρακιές και ανακαλύπτει πως το μόνο που κρατά είναι το «σωσίβιο φτερό». Πώς να σωθείς από το κράτημά του; Αλλά η ποίηση αυτό μπορεί να δώσει. Μόνο που όσοι πιάνονται από την άκρη του είναι κι οι εκλεκτοί που νιώθουν την ηδονή της πτήσης των πουλιών.
Όπως γράφει και η ίδια σε παλαιότερο πεζό της:
«…το ρεύμα της πνευματικότητας και της γραφής συγκλίνει ειρηνικά απ’ όλα τα ποτάμια της γης αφήνοντας πίσω τα ιζήματα, για να φτάσει στις πηγές του ξανά, επουλωτικό και σωτήριο.»
Ρεύμα σαρωτικό, στο διάβα του ισοπεδώνεται κάθε ευτέλεια, κάθε μικρότητα υποχωρεί. Μόνο που για να λειτουργήσει το επουλωτικό άγγιγμα πρέπει να βυθιστείς στο υδάτινο σώμα του αφήνοντας να σε παρασύρει μέσα από στενωπούς βραχώδεις, να αντέξεις πάνω σου τα πολλαπλά χτυπήματα και έτσι με όλες τις χαρακιές και τις ρωγμές να εισηγηθείς την ίαση. Η παραπάνω εικόνα, λοιπόν, καθόλου ειδυλλιακή δεν φαντάζει, ίσα-ίσα εξόχως απαιτητική και επώδυνη. Αλλιώς, όμως,  δεν γίνεται.
Η ποιήτρια το γνωρίζει αυτό και κάθε φορά που μας παρουσιάζεται με τις καινούργιες γραφές της μοιάζει να μας συστήνεται εκ νέου με τη νέα ποιητική της πρόταση, που αναπόφευκτα είναι και μια εύγλωττη ματιά στον κόσμο γύρω και μέσα μας. Μια ποίηση που μιλάει ανοιχτά, καθαρά και αληθινά σε όσους έχουν αυτήν ακριβώς τη σχέση με τα ποιητικά πράγματα. Δεν μεταμφιέζεται, δεν καλλωπίζεται. Έτσι λιτή και ουσιαστική προτείνει το ‘σωσίβιο φτερό’ της σε μας.





Διώνη Δημητριάδου