Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στη νουβέλα του Θωμά Κοροβίνη
«Το πρώτο φιλί
Ένα απόγευμα του Γιωργάκη Βιζυηνού στο χαρέμι του Αμπντουλαζίζ»
 (εκδόσεις Άγρα)



Πού σταματά η αλήθεια και πού αρχίζει ο μύθος; Αν αυτό το αναρωτιόμαστε κάθε φορά που διαβάζουμε το διήγημα του Βιζυηνού «Το μόνο της ζωής του ταξείδιον», ας απολαύσουμε τη γραφή του Θωμά Κοροβίνη στο «Πρώτο φιλί». Γιατί εδώ το ερώτημα που θα βάλουμε στην ψυχή μας (και όχι στο μυαλό μας) είναι πού σταματά ο έτσι κι αλλιώς μαγικός διηγηματογράφος Βιζυηνός, και πού αρχίζει ο λόγος του άλλου σαγηνευτικού, του συγγραφέα μας εδώ.

Λες και πιάνει το νήμα εκεί που το άφησε ο θρακιώτης, ακριβώς στο σημείο που μας κάνει να βάλουμε μπρος τη φαντασία μας. Από εκείνο το σημείο ο Κοροβίνης θα ξετυλίξει τη δική του ονειροφαντασία. Μέσα στο χαρέμι που βρίσκεται ο μικρός Γιωργής, σε απαγόρευση να βλέπει. Να ακούει, όμως; Να φαντάζεται; Να αναπολεί τις ιστορίες του παππού του για τις έμορφες κλεισμένες στα άδυτα του χαρεμιού; Ορατές μόνο στα μάτια της ασπάιρουσας καρδιάς. Και της φαντασίας, που πλέκει και υφαίνει παιχνίδια απαγορευμένα. Μέσα σ’ ένα τέτοιο σκηνικό το μικρό ραφτόπουλο (όχι πια του παραμυθιού αλλά της αληθινής ιστορίας) θα τολμήσει να γευτεί το άπιαστο όραμα. Έστω και για λίγο. Ακούστε! «Κι έτσι, στο λεπτό, τον έλουσε με τη ματιά της του χάρισε το πιο όμορφο χαμόγελο του κόσμου, και, κάνοντας με το δεξί μια κίνηση παράφορη, του χάιδεψε τα σπαστά του μαλλιά και τέλος, σκύβοντας του ‘δωσε ξαφνικά βάζοντας όλη της τη χάρη ένα φιλί στην αριστερή άκρη των χειλιών του.»
Μόνο αυτό πήρε ο Γιωργής από την εκμαυλιστική ικμπάλ, την ευνοουμένη του σουλτάνου. Μα του ήταν αρκετό. Κι έχασε τον κόσμο από γύρω του. Δεν ήταν πια ο μικρός θρακιώτης που βρέθηκε μακριά από όλους, αδύναμος και πιο ταπεινός από όλους τους ραφτάδες στο χαρέμι. Λαγνεία, ηδονή, πληρότητα αλλά και ενοχή. Όλα μαζί. Δεν ήξερε «…πως κάποτε σμίγουνε τα σώματα, κάποτε σμίγουν κι οι ψυχές…»




Ο λόγος του Θωμά Κοροβίνη για άλλη μια φορά θα μας παρασύρει, σκόπιμα οπωσδήποτε, να αφεθούμε στο μικρό αυτό ταξίδι στα ανατολίτικα μονοπάτια. Τόσο μαγευτικά στον μυστικισμό τους, στα αδιόρατα αυτά νήματα που κρατούν την ψυχή μας αιωρούμενη ανάμεσα στο τώρα και στο τότε, στο εδώ και στο εκεί. Όπου κι αν τοποθετεί ο καθένας από τους αναγνώστες του τα όρια αυτά. Δεν έχει άλλωστε και τόση σημασία ο σαφής προσδιορισμός τους. Ίσως και εκεί ακόμη να κρύβεται η γοητεία του αφηγηματικού του λόγου.



(Διώνη Δημητριάδου)