Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο μυθιστόρημα «Η κρύπτη των καπουτσίνων», του Joseph Roth από τις εκδόσεις Άγρα.



«…αποκαλύφθηκε επιτέλους ο Γιόζεφ Ροτ ως αυτός που πραγματικά ήταν: ο αληθινός ποιητής, ο θαυμαστής διαύγειας παρατηρητής της εποχής του και ταυτόχρονα ο κριτής της – μα ένας κριτής με επιείκεια, καλοσύνη, κατανόηση», γράφει ο Stefan Zweig, δίνοντας τα τρία κορυφαία χαρακτηριστικά του συγγραφέα.
Γιατί στην πραγματικότητα ο Joseph Roth είναι ένας μάστορας του λόγου, χωρίς περιττό λυρισμό αλλά με την αλληγορική ματιά και την ευαισθησία ενός ποιητή. Είναι ταυτόχρονα ο οξυδερκής παρατηρητής μιας ζωής που με ταχύτητα αλλάζει τα πρόσωπά της. Αλλά και ο κριτής αυτών των αλλαγών, που καταργούν τη ζωή, όπως την ήξεραν και κυρίως όπως την ήθελαν οι σύγχρονοί του άνθρωποι, καταδικασμένοι να μείνουν απλοί παρατηρητές των εξελίξεων.
Η «Κρύπτη των καπουτσίνων» μπορεί να θεωρηθεί φυσική συνέχεια του εμβληματικού βιβλίου του συγγραφέα «Εμβατήριο Ραντέτσκυ», καθόσον και η πλοκή χρονικά ακολουθεί αλλά και ο ήρωας είναι από την ίδια οικογένεια, Φον Τρόττα, όπως και ο ήρωας του Εμβατηρίου. Μόνο που οι ομοιότητες σταματούν εδώ, γιατί το περιβάλλον της «Κρύπτης», οι σκέψεις των ηρώων, η στάση τους αλλά και η ηθική τους διαφοροποιούνται.
Θα συναντήσουμε τον ήρωα το 1913, λίγο πριν το ξέσπασμα του Μεγάλου Πολέμου, δηλαδή του Α΄ παγκοσμίου πολέμου και θα τον παρακολουθήσουμε μέχρι το 1938, οπότε και έχουν γίνει εμφανή τα σημάδια της επερχόμενης ναζιστικής λαίλαπας.
Η πρωτοπρόσωπη αφήγηση θα επιτρέψει στον συγγραφέα να εκφράσει με τον καλύτερο τρόπο τις ενδόμυχες σκέψεις του ήρωα και θα δώσει σε μας την ευκαιρία να δούμε μπροστά μας ολοζώντανες τις φιγούρες της ιστορίας. Δείτε εδώ μια εκπληκτική περιγραφή:
«Ήταν κάτι το απίστευτα μαύρο και το απίστευτα τεράστιο. Θα ήταν λάθος να πει κανείς ότι η γενειάδα του, η κατάμαυρη κορακάτη γενειάδα του, πλαισίωνε το μελαψό, σκληρό, οστεώδες πρόσωπό του. Όχι. Το πρόσωπο ήταν που φύτρωνε κατευθείαν μέσα από τη γενειάδα, λες κι η γενειάδα υπήρχε εκεί πριν από το πρόσωπο και περίμενε χρόνια να το πλαισιώσει και να φουντώσει γύρω του….
…Τον παρακάλεσα να καθίσει, αλλά αρνήθηκε μ’ ένα ντροπαλό νεύμα των χεριών του˙ κι η άρνησή του μου φάνηκε ακόμα πιο ντροπαλή, επειδή τη δήλωσε με μια χειρονομία ακριβώς αυτών των χεριών, που το καθένα τους ήταν από μόνο του ικανό να συντρίψει εμένα, το παράθυρο, το μαρμάρινο τραπεζάκι, την κρεμάστρα για τα ρούχα και μαζί ό,τι άλλο υπήρχε στο χωλ».
Μια περιγραφή (ευτύχησε, πρέπει να πούμε, και στη μετάφραση το κείμενο του Roth) που μας φέρνει στο μυαλό ανάλογης δύναμης εικόνες αποτυπωμένες στο χαρτί των πιο σπουδαίων Ρώσων συγγραφέων. Άλλωστε γενικότερα δεν απέχει πολύ ο Roth από τη δική τους ματιά, γεννημένος στην ανατολική Γαλικία, στα σύνορα με τη Ρωσία.
Η χρήση του πρώτου προσώπου αναπόφευκτα θα οδηγήσει τον αναγνώστη και σε μια ταύτιση ήρωα-συγγραφέα, κάτι που δεν απέχει και πολύ από τη αλήθεια, όχι τόσο ως προς τα γεγονότα όσο ως προς τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο γύρω του και τις συνακόλουθες ηθικές ανακατατάξεις:
 «Γιατί εγώ πίστευα εδώ και καιρό, από τότε ακόμα που γύρισα από τον πόλεμο, ότι κακώς ανήκα στον κόσμο των ζωντανών. Είχα συνηθίσει από παλαιά να παρατηρώ όλα εκείνα τα γεγονότα που οι εφημερίδες ονόμαζαν «ιστορικά», με το δίκαιο βλέμμα κάποιου που δεν ανήκει πια σ’ αυτό τον κόσμο! Εδώ και κάμποσο καιρό δεν ήμουν παρά κάποιος που ο θάνατος του είχε δώσει απεριόριστη άδεια! Και αυτός ο θάνατος μπορούσε κάθε στιγμή να διακόψει την άδειά μου. Τι με ενδιέφεραν, λοιπόν, οι υποθέσεις αυτού του κόσμου;».
Πώς νιώθει ο στρατιώτης, όταν επιστρέφει από το μέτωπο του θανάτου ζωντανός (οπωσδήποτε από εύνοια της τύχης) πίσω σε μια ηττημένη Βιέννη που λίγο θυμίζει την πατρίδα που άφησε, σε καθεστώς που πια δεν έχει την αίγλη που του άξιζε (για τα μάτια αυτού του αριστοκράτη Φον Τρόττα), σε μια οικογένεια αποστασιοποιημένη απ’ αυτόν;
«Μόνος και γέρος, μακρινός και κατά κάποιο τρόπο απολιθωμένος, ωστόσο κοντά σε όλους μας και πάντα παρών στο μεγάλο πολύχρωμο βασίλειο ζούσε και βασίλευε ο γέρος Κάιζερ Φραγκίσκος Ιωσήφ. Ίσως στ’ απόκρυφα βάθη των ψυχών μας να κοιμόνταν εκείνες οι βεβαιότητες, που ο κόσμος ονομάζει προαισθήματα, και πάνω απ’ όλα η βεβαιότητα πως ο γέρος Κάιζερ με κάθε μέρα που ζούσε πλησίαζε ακόμα περισσότερο το θάνατο και μαζί μ’ αυτόν και η μοναρχία, όχι τόσο η πατρίδα μας, όσο το βασίλειό μας, κάτι πιο μεγάλο, πιο πλατύ και ανώτερο από μιαν απλή πατρίδα»




Από τη μια η θλίψη για τα χαμένα μεγαλεία της πατρίδας του αλλά και του μικρόκοσμου της οικογένειας, από την άλλη η αβεβαιότητα για το μέλλον και η υποψία ότι αυτό θα φέρει μεγαλύτερες ακόμη συμφορές. Την άνοδο άλλωστε του ναζισμού την είχε δει και ο ίδιος ο συγγραφέας  και την ανασφάλεια για τη ζωή του την είχε κατανοήσει, οπότε και κατέφυγε στο Παρίσι. Αυτή τη διέξοδο, ωστόσο, δεν την επιφυλάσσει και για τον ήρωά του.
 «Περπάτησα στους άδειους δρόμους, μ' ένα ξένο σκυλί πίσω μου, να μ' ακολουθεί πεισματικά. Για πού, δεν ήξερε. Δεν το ήξερα ούτε κι εγώ. Η Κρύπτη των Καπουτσίνων, όπου οι αυτοκράτορές μου αναπαύονται εν ειρήνη, θαμμένοι σε πέτρινες σαρκοφάγους, ήταν κλειστή. Ο καλόγερος που μου άνοιξε ρώτησε "τι θα θέλατε"; "Θέλω να μπω, να επισκεφθώ τον τάφο του αυτοκράτορά μου, του Φραγκίσκου Ιωσήφ" απάντησα. "Ο θεός να σας ευλογεί" είπε ο καλόγερος και, σηκώνοντας το χέρι του, με σταύρωσε. "Ζήτω ο..." φώναξα. "Σσστ" είπε ο καλόγερος. Πού να πάω τώρα εγώ, ένας Τρόττα;...».
Θεωρείται ότι το μυθιστόρημα αυτό ο Joseph Roth το έγραψε βιαστικά και κάπως απρόσεχτα (ως προς κάποιες λεπτομέρειες) λόγω της πίεσης που του ασκούσε ο εκδότης του. Γνωρίζουμε από την άλλη την κατάσταση στην οποία βρισκόταν κατά τη διάρκεια της συγγραφής του. Ένα δυνατό μυαλό που αργοπέθαινε από το αλκοόλ, συνειδητά και απελπισμένα. Ίσως να μην είναι άστοχο να πούμε ότι το τέλος της «Κρύπτης» δεν ήταν μόνο αναπόφευκτο λόγω της πίεσης που αισθανόταν. Μας σώζεται και η πληροφορία ότι είχε δώσει ένα τέλος ολόιδιο με αυτό άλλου βιβλίου του, χωρίς ίσως να το αντιληφθεί, και το άλλαξε βιαστικά, όταν ο εκδότης του το επεσήμανε. Εντούτοις το αδιέξοδο του ήρωά του, την αδυναμία του να ζήσει πλέον κάτω από τις υπάρχουσες συνθήκες, μάλλον το βίωνε και ο  ίδιος, οπότε δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάζει η κατάληξη της πλοκής.
Η «Κρύπτη των καπουτσίνων» πιστεύω ότι πρέπει να αναμετρηθεί ίσοις όροις με τα σπουδαιότερα έργα του, αυτά που σε σύγκριση με το συγκεκριμένο θεωρούνται ότι βρίσκονται σε περισσότερο πλεονεκτική θέση ως προς τη δομή του υλικού  και την προσοχή στις λεπτομέρειες. Ετούτο το πολύτιμο, όμως, από τα τελευταία του (όπως και το, κατά τη γνώμη μου, καλύτερό του ο «Ιώβ») μας δίνει την ευκαιρία να γνωρίσουμε το πιο ευαίσθητο πρόσωπο του συγγραφέα μέσα από την προσωπική του οδύνη, η οποία αποτυπώνεται στη σκέψη και τη στάση του ήρωά του. Ο στενός του φίλος, Stefan Zweig, σωστά τον περιέγραψε. Ποιητής, παρατηρητής, κριτής. Τελικά και του ίδιου του εαυτού του.

(Διώνη Δημητριάδου)