Τρίτη, 15 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στην «Ετυμηγορία» του Φραντς Κάφκα, σε μετάφραση του Κώστα Κουτσουρέλη, από τις εκδόσεις «Μελάνι».




Ο κόσμος του Κάφκα. Αποπνικτικός, απάνθρωπος, κόσμος της αλλοτρίωσης. Τι μας προσελκύει, λοιπόν να εισέλθουμε στα ζοφερά του κατατόπια;  Η γνώση (άλλοτε ενδόμυχα υποκρυπτόμενη και άλλοτε ερχόμενη στην επιφάνεια) ότι τα τείχη που μας περιβάλλουν είναι ανυπέρβλητα; Ή απλώς η ψευδαίσθηση ότι όλα αυτά ανήκουν στη λογοτεχνική πένα ενός οπωσδήποτε ευφάνταστου δημιουργού;
Το συγκεκριμένο διήγημα του Κάφκα, «Η ετυμηγορία», γράφτηκε το 1912, στις 22 Σεπτεμβρίου. Το επόμενο πρωί, στις 23 Σεπτεμβρίου, ξάγρυπνος, γράφει στο ημερολόγιό του (Tagebuch): «όλα μπορούν να ειπωθούν για όλα, μια μεγάλη φωτιά είναι πάντα έτοιμη για τις πιο περίεργες αναλαμπές της φαντασίας». Κάτω από αυτό το πρίσμα θα μπορούσε το μικρό διήγημα του Κάφκα να αποτελέσει μια ιδανική εισαγωγή του αμύητου αναγνώστη στον κόσμο του συγγραφέα, καθόσον μας δίνει όλες τις παραμέτρους του έργου του σε απαράμιλλη σύνοψη μόλις 26 σελίδων.

Ο ήρωας, Γκέοργκ Μπέντεμαν, ζει με τον πατέρα του σε μια ιδιότυπη αποξένωση,  σε χώρους τόσο διαφορετικούς μεταξύ τους όσο η μέρα με τη νύχτα κυριολεκτικά. Από τη μια το δωμάτιο του γιου όλο φως και  τάξη,  από την άλλη το δωμάτιο του πατέρα στο σκοτάδι, την ατημελησία, την αταξία. Η επικοινωνία προβληματική, όχι μόνο ανάμεσα στους δύο τους. Ο Γκέοργκ αλληλογραφεί με τον φίλο του, που βρίσκεται στην Αγία Πετρούπολη, αλλά και αυτή η απόπειρα μένει στα επιφανειακά μια σχέσης αδυνατώντας να αποτελέσει έστω ένα υποκατάστατο ανθρώπινης επαφής.
«Ο Γκέοργκ περιορίστηκε έτσι να μιλάει στο φίλο του μόνο για κάποια ασήμαντα συμβάντα, όπως αυτά που ανασύρονται άτακτα στη μνήμη ενός ανθρώπου μια ήσυχη Κυριακή. Το μόνο που ήθελε ήταν να μη διαλύει την εικόνα που πρέπει να είχε σχηματίσει  ο φίλος για την πόλη του όλο αυτό το μακρύ διάστημα και με την οποία είχε συνηθίσει να ζει. Συνέβη έτσι να του αναφέρει τρεις φορές σε γράμματά του που απείχαν μεταξύ τους χρονικά, τον αρραβώνα ενός αδιάφορου κυρίου με μια εξίσου αδιάφορη δεσποινίδα, ώσπου στο τέλος ο φίλος άρχισε να δείχνει ενδιαφέρον γι’ αυτή την παραδοξότητα».
Όταν επιτέλους θα αποφασίσει να τον κάνει μέτοχο της προσωπικής του ζωής αναφέροντας τον δικό του αρραβώνα, θα προσθέσει: «αντί για ένα φίλο τελείως συνηθισμένο, έχεις πλέον έναν φίλο ευτυχισμένο». Είναι όμως αληθινή αυτή η εκτίμηση που έχει για τον εαυτό του ή μήπως μια ακόμη απατηλή εικόνα;

Στο δωμάτιο του πατέρα του ο Γκέοργκ έχει να πατήσει μήνες, τονίζοντας έτσι την απόσταση που διατηρεί ο ένας από τον μικρόκοσμο του άλλου. Άλλωστε «…έβλεπε τον πατέρα του καθημερινά στη δουλειά και τα μεσημέρια  γευμάτιζαν μαζί στο εστιατόριο. Τα βράδια έκανε ο καθένας ό,τι ήθελε, συνήθως όμως -όταν ο Γκέοργκ, όπερ και το συχνότερο, δεν έβγαινε με φίλους του ή δεν επισκεπτόταν όπως τώρα τη μνηστή του- περνούσαν λίγη ώρα μαζί, καθένας με την εφημερίδα του, στο κοινό τους σαλόνι». Το δωμάτιο, όμως, σηματοδοτεί το ‘άβατον’ σε πολύ προσωπική περιοχή.
Με το που πηγαίνει στο δωμάτιο του πατέρα του μετά από τόσο καιρό, θα ξεκινήσει ένας διάλογος, συμβατικός αρχικά αλλά στην κλιμάκωσή του αυθεντικά παράλογος, που θα φέρει στη μνήμη του μυημένου αναγνώστη όλα τα γνωστά καφκικά κείμενα. Ο πατέρας θα αμφισβητήσει την ύπαρξη του φίλου, με τον  οποίο ο Γκέοργκ αλληλογραφεί, λίγο μετά θα παραδεχθεί πως τον θυμάται. Η ανατροπή στην παράλογη μεν αλλά οπωσδήποτε ήρεμη κουβέντα τους θα έρθει αναπάντεχα για τον έκπληκτο γιο που βλέπει έναν άλλο πατέρα μπροστά του, να τον κατηγορεί, να τον κοροϊδεύει, να τον ‘δικάζει’ για όσα έχει πράξει απέναντί στον ίδιο και στη μητέρα του αλλά και αναπόφευκτα να τον καθιστά υπόλογο στον εαυτό του για τη ζωή που επέλεξε. Δεν είναι πια ο αδύναμος γέρος: «Μεταξύ μας ο ισχυρότερος είμαι ακόμα εγώ». Βαριά η συνειδητοποίηση για τον γιο: «Ώστε, λοιπόν, μου την είχες στημένη!», θα αναφωνήσει  ο Γκέοργκ.
Όπως φυσικά συμβαίνει σε κάθε δίκη, έτσι κι εδώ η ετυμηγορία (φαινομενικά αλληγορική αλλά κυριολεκτικά αποδεκτή από τον κρινόμενο)  είναι αναμενόμενη, και θα έρθει από τον πατέρα για τον γιο, που μετέχει πλέον απολύτως ενοχικά στον διάλογο.
Ο γιος δεν μπορεί πια να ξεφύγει. Αυτός άλλωστε θέλησε να συμφιλιωθεί με τα πράγματα. Συχνά, όμως, αυτή η αποδοχή της πραγματικότητας οδηγεί στη φυγή. Από όλους και από όλα.



Εδώ είμαστε πλέον σίγουροι. Ο Κάφκα είδε μέσα σ’ αυτό το διήγημα  πολλά από τα μεταγενέστερα έργα του, αν όχι όλα. Τα βασικά μοτίβα  εδώ: όλα ξεκινούν από μια εσωτερική σύγκρουση, η οποία οδηγεί σε μια  σχέση με τον πατέρα να ισορροπεί σε αμφίβολα σχοινιά (αγάπη, ανάγκη αποδοχής, αποτυχία επικοινωνίας), στη συνέχεια ο γάμος σαν μια ανολοκλήρωτη διαρκώς επιθυμητή ευτυχία, αλλά και ο θάνατος ως βαθιά επιθυμία εν είδει λύτρωσης, που κλιμακώνεται στο ‘άφευκτον’ της υποταγής σε ισχυρότερες δυνάμεις. Τέλος ως επιστέγασμα όλων αυτών η αλλοτρίωση  να καλύπτει με το βάρος της (το απροσδιόριστο πάντοτε) κάθε κίνηση του ανθρώπου, ο οποίος, ακόμη κι όταν τη συνειδητοποιεί, αδυνατεί να βρει τρόπο να την προσπελάσει. «Ο Κάφκα δεν γυρεύει ούτε να αντιγράψει τον κόσμο ούτε να τον εξηγήσει, αλλά να τον αναπλάσει με τη μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα για να φωτίσει την ανεπάρκειά του. Ο Κάφκα μάς οδήγησε μέχρι τα σύνορα της αλλοτρίωσης. Επιτέθηκε πολλές φορές αλλά δεν κατάφερε ποτέ να τα περάσει.», θα γράψει ο Ροζέ Γκαρωντύ στη μελέτη του για τον Κάφκα «Για ένα ρεαλισμό χωρίς όρια».

Η κατάληξη δεν μπορεί παρά να είναι η ‘παράλογη’ (με τα μέτρα της κοινής λογικής)  πράξη του Γκέοργκ, στην τελευταία σκηνή του διηγήματος. Ένα παράλογο τέλος ως απόληξη της ανατροπής του εσωτερικού του κόσμου. Μια εύγλωττη αντίθεση ανάμεσα στη σιωπηλή εσωτερική κραυγή του ήρωα και στον θορυβώδη κόσμο από τον οποίο αποχωρεί θεαματικά.
Είναι άραγε ο Γκέοργκ του διηγήματος ο ίδιος ο Κάφκα; Θα μπορούσε να είναι, όπως ωστόσο και ο καθένας από μας. Στα όρια ακριβώς που ο μυθικός κόσμος του συγγραφέα ταυτίζεται με τον πραγματικό κλοιό γύρω μας. Όπως γράφει και ο ίδιος «η τέχνη είναι ένας καθρέφτης που προχωρεί όπως ένα ρολόι». Πώς να ξεφύγεις από την αλήθεια της;

Η καλαίσθητη έκδοση από το «Μελάνι», η προσεγμένη μετάφραση από τον Κώστα Κουτσουρέλη και το κατατοπιστικό επίμετρο από την Καρολίνα Μέρμηγκα ας συνυπολογιστούν στα θετικά του συγκεκριμένου βιβλίου.


(Διώνη Δημητριάδου)