Σάββατο, 12 Σεπτεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' στο μυθιστόρημα της Ρέας Γαλανάκη «Η άκρα ταπείνωση», από τις εκδόσεις Καστανιώτη.



Διαβάζοντας το βιβλίο της Ρέας Γαλανάκη αντιλαμβάνεσαι τα διαφορετικά επίπεδα στα οποία λειτουργεί.
Θα λέγαμε σε ένα πρώτο επίπεδο ότι είναι ένα σύγχρονο μυθιστόρημα για την Αθήνα, στο οποίο ο αναγνώστης περιπλανιέται μαζί με τους ήρωες στους δρόμους του κέντρου, στις υποβαθμισμένες γειτονιές, συνομιλεί νοερά με  ‘όλες τις φυλές του Ισραήλ’, συστήνεται στη νέα ‘φυλή’ των αστέγων, με τους νόμους της και τις ιεραρχίες της. Έτσι, ανοίγεται μπροστά στα μάτια του αυτή η σκληρή πλευρά της ζωής, τόσο άγνωστη ακόμη σε πολλούς από μας. Με όποιο κόστος, φυσικά,  θα απαιτούσε μια τέτοια ανάγνωση.
Σε ένα άλλο επίπεδο θα ήταν σωστό να πούμε ότι η Ρέα Γαλανάκη έγραψε ένα μυθιστόρημα για την ενηλικίωση και τη γήρανση της γενιάς του Πολυτεχνείου, την αναμέτρηση με τις ενοχές που χρεώθηκε σύσσωμη -ασχέτως αν δεν αξίζει σε όλους μια τέτοια αποτίμηση- αλλά και με τη μετάλλαξη κάποιων από τους αλλοτινούς ήρωες σε πιστούς υπηρέτες ενός συστήματος, που κάποτε με περισσή θέρμη και αυτοθυσία πολεμούσαν.
Σε μια τρίτη εκδοχή, θα ανακαλύπταμε ότι πρόκειται για ένα βιβλίο που ψυχογραφεί τα δύσβατα μονοπάτια του μυαλού πολύ ξεχωριστών ηρώων, που αναμφισβήτητα χρήζουν ιατρικής βοήθειας αλλά που οδηγούνται σε μια ιδιόμορφη αυτοθεραπεία, αν οι ειδικοί ψυχοθεραπευτές επιτρέψουν μια τέτοια εκτίμηση από την πλευρά της λογοτεχνίας.
Το ενδιαφέρον με το βιβλίο της Γαλανάκη είναι ότι, μετά από λίγη σκέψη, δεν μπορείς παρά να εκτιμήσεις ότι όλα τα παραπάνω εμπεριέχονται σ’ αυτό, σχεδόν ίσοις όροις.
Οι δύο ηρωίδες της ιστορίας, η Νύμφη και η Τειρεσία, συνταξιούχες καθηγήτριες -τεχνικών η Νύμφη και φιλόλογος η Τειρεσία- διαταραγμένες προσωπικότητες, υπό ιατρική επίβλεψη περιορισμένες σε ειδικό ξενώνα, συμβιώνουν μαζί με την Κατερίνα (χήρα αστυνομικού από την Κρήτη, της οποίας ο γιος, ο Τάκης, έχει μπλέξει σε φιλοναζιστική οργάνωση) γυναίκα για όλες τις δουλειές (εσωτερικές και εξωτερικές) και με τον Βαλτάσαρ, τον γάτο. Την προστασία τους έχει αναλάβει ο ‘πατριάρχης’, γιατρός τους (με ύποπτες συναλλαγές και σκοτεινή παρουσία, μέχρι το τέλος του μυθιστορήματος) αλλά και προσωπικός φίλος του τέως συζύγου της Νύμφης, ο οποίος εξαργυρώνει τις αγωνιστικές περγαμηνές του παρελθόντος στο πολιτικό του παρόν. Σε πιο πίσω πλάνο συναντάμε την Αιγύπτια Γιασμίν με τον μικρό της Ισμαήλ, που όλοι το φωνάζουν ‘το Μαηλάκι’. Αυτή τελεί υπό την προστασία της Δάφνης, η οποία ως κοινωνική λειτουργός επισκέπτεται συχνά (μαζί με τη μικρή Σόνια, την κόρη της) το μικρό διαμέρισμα των δύο συνταξιούχων.
Τα ονόματα των δύο ηρωίδων αποτελούν επιλογή τους, αφού όπως λεν, τα πραγματικά τους ονόματα τα πήραν σε ηλικία που δεν είχαν γνώμη ακόμη. Σημαδιακή, πάντως, η ώριμη ονοματοδοσία. Η Θεονύμφη αποκαλείται πλέον σκέτο Νύμφη, ως εσαεί αναμένουσα τον νυμφίο της, μια που έχει διαγράψει από τη ζωή της τον τέως. Έχει εντούτοις απομεινάρι του αποτυχημένου της γάμου τον Ορέστη, ο οποίος έχει κάνει τη δική του επιλογή σε αναρχική ομάδα και κρυφά από τους συντρόφους του επισκέπτεται τη μητέρα του, κάτι σαν κατάλοιπο μικροαστικής συνήθειας. Πιο ενδιαφέρουσα μοιάζει η επιλογή ονόματος της Θηρεσίας. Αυτή είναι πλέον η Τειρεσία, έχοντας μεταλλάξει το αρσενικό όνομα σε θηλυκό, υπενθυμίζοντας ωστόσο στον διαβασμένο αναγνώστη τη διττή φύση του αρχαίου μάντη. Η Τειρεσία άλλωστε είναι και η ίδια κάπως μάντισσα, μια που πιστεύει ότι προβλέπει τα μελλούμενα και ψυχανεμίζεται τα κρυφά του κόσμου τούτου. Ίσως γι’ αυτόν τον λόγο επικοινωνεί με τον άλλο μυστικοπαθή -εκ φύσεως- τον Βαλτάσαρ.
Αν η πρώτη τους επαναστατική πρωτοβουλία αφορούσε τα νέα τους ονόματα, τι έχουμε να πούμε για τη δεύτερη! Με πρωτοβουλία της πιο μαχητικής Τειρεσίας, θα αποδράσουν (μεταμφιεσμένες σχεδόν καρναβαλίστικα) από τον προστατευμένο χώρο που ζουν και θα κατέβουν στο κέντρο της Αθήνας, όπου ετοιμάζεται μεγάλη διαδήλωση. Βρισκόμαστε στο Σύνταγμα, στην κάτω πλατεία, και η ημερομηνία είναι 12 Φεβρουαρίου του 2012. Τα γνωστά γεγονότα της καταστροφικής μανίας με πυρπόληση καταστημάτων, κινηματογράφων, όχι έτσι όπως τα ζήσαμε αλλά ιδωμένα μέσα από τα έκπληκτα μάτια των δύο γυναικών. Ξεκίνησαν για να δουν λίγη από την  αληθινή ζωή, νιώσαν αρχικά την υπέροχη αίσθηση της ελευθερίας, στη συνέχεια, όμως, βρέθηκαν στο μάτι του κυκλώνα να μην έχουν τρόπο διαφυγής, να μην κατανοούν το σκηνικό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια τους. Θα καταλήξουν να συμβιώνουν με τους ανθρώπους του δρόμου, τους περιστασιακά ή μόνιμα πια αστέγους. Σε μια ευφυή έμπνευση της συγγραφέως δεν θα θυμούνται πια τον δρόμο επιστροφής στο προστατευτικό τους ‘καβούκι’. Θα ζουν, όπως και οι άλλοι, ανάμεσα σε κασόνια και χαρτόκουτα, με λερές κουβέρτες. Αλλά κι εκεί θα ξεχωρίζουν.
Λένε πως το πραγματικό νόημα μιας τοιχογραφίας μπορείς να το νιώσεις μόνο όταν απομακρυνθείς και την κοιτάξεις από απόσταση. Τότε κατανοείς όλες τις λεπτές ‘υφάνσεις’ και τα σχήματα που διαμορφώνονται. Έτσι και οι δύο γυναίκες, πρώτα θα βγουν από το μικρό διαμέρισμα , θα ανοιχτούν στον κόσμο, θα δουν τις διαφορετικές μορφές που συνθέτουν την εικόνα της πραγματικής ζωής, αποτελώντας πια κομμάτι του σύνθετου αυτού παζλ. Κάποια στιγμή, όμως, η πιο διακριτική παρουσία, η πιο αδύναμη, η Νύμφη, θα αντικρίσει μια αληθινή τοιχογραφία, πάνω στους τοίχους ενός σπιτιού, στα Εξάρχεια. Και τότε ξαφνικά θα ξαναμπεί το χρώμα στη στερημένη της ζωή. Όλα θα αλλάξουν από τη στιγμή εκείνη. Λες και τέθηκε σε κίνηση ένας άλλος μηχανισμός που θα απεγκλωβίσει τις άρρωστες συνειδήσεις, που τελούσαν εν υπνώσει, θα φέρει στο προσκήνιο τον άστεγο Περικλή, στον ρόλο του ‘από μηχανής θεού’ και θα οδηγήσει τα πράγματα στη φυσική τάξη του κόσμου.
Ο καθένας θα δείξει τον πραγματικό του εαυτό, η εσωτερική μετανάστις Κατερίνα θα αντιληφθεί πού είναι το δικό της σπίτι, η Γιασμίν, θα νιώσει την Αθήνα δικό της σπίτι, ο Ορέστης και ο Τάκης θα κάνουν την επιλογή τους. Όσο για τις δύο ηρωίδες θα αλλάξουν εν μέρει κι αυτές ρόλους.
Ίσως το μόνο που θα μείνει ανέπαφο να είναι το αντικρινό τους σπίτι-χάλασμα, με τα φαντάσματά του να βλέπουν και να σχολιάζουν τα τεκταινόμενα, αποδεικνύοντας πως τα σπίτια ‘ζουν’ και ενσωματώνουν στους τοίχους τους -ακόμη και όταν είναι ερειπωμένα και καταρρέοντα- όλες τις ψυχές των ενοίκων τους



Αξίζει να προσέξει ο αναγνώστης τη διαφοροποίηση που επιχειρεί η συγγραφέας ως προς τον τρόπο που αφηγείται. Εναλλάσσει την τριτοπρόσωπη αφήγηση, την κατ’ εξοχήν περιγραφική προσώπων, καταστάσεων και γεγονότων με μια κατά πρόσωπο ομιλία της ίδιας προς την Τειρεσία. Ευρηματικό αυτό, αν φέρουμε στο μυαλό μας τον συμβολισμό του ονόματος αλλά και τις ξεχωριστές ιδιότητες της ηρωίδας. Σαν να θέλει να μας υπενθυμίσει ότι εκείνη είναι που κατανοεί, εκείνη που προβλέπει, εκείνη εντούτοις που αποτυγχάνει συχνά στην εσωτερική θέαση των μελλουμένων.
Ένα μυθιστόρημα πολυεπίπεδο και σύνθετο με αντιθέσεις, επισημάνσεις, διαπιστώσεις πάνω στην πολύ πρόσφατη (ακόμη εν εξελίξει) ιστορία του τόπου. Με μνήμες και του πρόσφατου αλλά και του απώτερου παρελθόντος, με τους ηττημένους της ιστορίας και της ζωής -η περίπτωση της Τειρεσίας κυρίως, αφού αυτή φέρει μέσα της ενοχές, που άλλους θα έπρεπε να βαραίνουν- αλλά και τους νικητές που εξουσίαζαν και εξουσιάζουν διαχρονικά αυτόν τον τόπο, καθορίζοντας και ρυθμίζοντας τη ζωή των υπολοίπων.
Δεν είναι τυχαίο ότι η Ρέα Γαλανάκη, από την πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα, πάντα επέλεγε σύνθετα θέματα και απαιτητικά στη γραφή. Με τον χειρισμό της μυθοπλασίας και με την κριτική της ματιά στα θέματα αυτά δικαίωνε πάντοτε τον αναγνώστη που την ακολουθούσε. Το βιβλίο της «Η άκρα ταπείνωση», με τον εύστοχο τίτλο, τη σημασία του οποίου θα νιώσει ο αναγνώστης, αποτελεί το πιο πρόσφατο δείγμα.


(Διώνη Δημητριάδου)