Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015


Μια ‘ανάγνωση’ στο μυθιστόρημα «Έθιμα ταφής» της Hannah Kent, από τις εκδόσεις  Ίκαρος.



Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου παρατίθεται ένας χάρτης της Ισλανδίας με εντοπισμό της περιοχής, όπου διαδραματίζονται τα γεγονότα. Γίνεται αυτό συχνά σε μυθιστορήματα, τα οποία μεταφέρουν νοερά τον αναγνώστη σε πολλές τοποθεσίες, προκειμένου κι αυτός να μη χαθεί στη ‘γεωγραφία’ του συγγραφέα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση αρχικά τον αγνοείς, με τη σκέψη να επανέλθεις όσο θα προχωράει η πλοκή, αν φυσικά το κρίνεις απαραίτητο. Μόλις, όμως, μετά από κάποιες σελίδες νιώθεις την ανάγκη να περιπλανηθείς στο τοπίο της άγνωστης χώρας, σε μια προσπάθεια να συλλάβεις το σκηνικό αυτής της άγριας ιστορίας. Μα πάλι παραμένει ξένο, πάλι αντιστέκεται στο προσφιλή μας συνήθη.
Και δεν είναι μόνον ο χώρος, η βόρεια Ισλανδία. Είναι και η εποχή. Μόλις στο τέλος της τρίτης δεκαετίας του 19ου αιώνα, στα 1829. Έχει προηγηθεί η άγρια δολοφονία δύο ανδρών από τρία άτομα (δύο από αυτά γυναίκες), καθώς και η καταδίκη των ενόχων σε θάνατο με αποκεφαλισμό.
Θα παρακολουθήσουμε την πορεία προς το ικρίωμα μιας γυναίκας, της Άγκνες, η οποία θα μεταφερθεί σε ένα αγρόκτημα, προκειμένου να περάσει εκεί τους τελευταίους μήνες της ζωής της ως παραδουλεύτρα σε μια οικογένεια.
Σκληρός ο χειμώνας, κλειστό το τοπίο, παγωμένο και αφιλόξενο. Η οικογένεια θα νιώσει, σ’ αυτή την αναγκαστική συμβίωση με τη φόνισσα, τον ενδόμυχο φόβο για  το απρόβλεπτο του χαρακτήρα της και τα βίαια ένστικτά της (όπως θεωρούν) διογκωμένο αναπόφευκτα από τις υπερβολικές ιστορίες που τη συνοδεύουν στην κλειστοφοβική κοινωνία της απομονωμένης επαρχίας. Δεν κυκλοφορούν πολλά πρόσωπα στην ιστορία αυτή. Είναι, όμως, πολυπρόσωπος ο ‘θίασος’ γύρω από τους ήρωες. Είναι η περίεργη, για κάτι καινούργιο που θα σπάσει την ανία της, κοινωνία.  Που κρίνει, καταδικάζει, κυριαρχείται από δεισιδαιμονίες και προλήψεις, που τις ακολουθεί ακόμη κι όταν αυτές περίτρανα διαψεύδονται από τα γεγονότα.
Τη σωτηρία της ψυχής της και τη μεταμέλειά της (το άλλοθι της κρατικής μέριμνας που αβασάνιστα την καταδίκασε) θα το αναλάβει κατ’ επιλογή της ίδιας της καταδικασμένης ένας νεαρός ιεροδιάκονος εφημέριος, ο οποίος θα την επισκέπτεται συχνά και θα την καθοδηγεί πίσω στον δρόμο του θεού. Ή τουλάχιστον αυτό θα επιδιώξει αρχικά. Θα είναι ο πρώτος που θα ξαφνιαστεί με την προσωπικότητα της Άγκνες. Η γυναίκα είναι αποφασισμένη για το είδος της βοήθειας που χρειάζεται. Τον λόγο του θεού τον γνωρίζει (μνήμες παιδικές από αποστηθίσεις χωρίων της γραφής) και αμφιβάλλει κατά πόσο μπορεί πια να τη συντροφέψει. Να μιλήσει θέλει, να την ακούσει κάποιος. Ο εφημέριος Τότι θα νιώσει το έδαφος να φεύγει κάτω από τις βεβαιότητές του για την παντοδυναμία της θείας μεσολάβησης. Εδώ έχει να αντιμετωπίσει μια παρουσία ανθρώπινη τόσο ξεχωριστή από όλους τους άλλους ή και από αυτό που περίμενε να δει. Σε κάθε τους κουβέντα θα εκπλήσσεται περισσότερο και θα επιθυμεί να γνωρίσει σε βάθος τη γυναίκα αυτή. Θέλει να ακούσει την ιστορία της, όχι μόνο τη δική της αλήθεια  για τα γεγονότα αλλά και όσα έχουν προηγηθεί στη ζωή της.



Έτσι θα παρακολουθήσουμε κι εμείς όλη την πορεία αυτού του ‘αδέσποτου’ μικρού κοριτσιού, που η μοίρα το στιγμάτισε πριν ακόμη αρχίσει να κατανοεί τον κόσμο μέσα στον οποίο βρέθηκε. Μαζί με μας, όμως, την ιστορία της  θα ακούει και η οικογένεια, γιατί ο ενιαίος χώρος του σπιτιού δεν επιτρέπει κατ’ ιδίαν συνομιλίες. Με επιφύλαξη αρχικά, με απορία στη συνέχεια και με φρίκη στο τέλος θα αντιληφθούμε όλοι πως τα πράγματα ίσως να μην είναι όπως παρουσιάστηκαν στην επίσημη εκδοχή της ιστορίας. Εδώ, ωστόσο, υπάρχει ένα έγκλημα ειδεχθές, το οποίο ζητάει δικαίωση για το αίμα που χύθηκε. Ποιοι και πόσοι είναι μέτοχοι αυτής της πράξης; Πόσο η καταδικασμένη σε θάνατο ευθύνεται (κυρίως αυτή, όπως έκρινε το δικαστήριο) για το φονικό;
Η Μαργκρέτ, η μητέρα τα οικογένειας, θα κατανοήσει αρκετά από τα σκοτεινά σημεία της ιστορίας. Άλλωστε αυτή θα πάρει τη θέση του ακροατή, όταν για ένα διάστημα η αρρώστια θα κρατήσει μακριά τον εφημέριο από την Άγκνες. Ο άντρας της, ο Γιον, θα νιώσει λιγότερα. Από τις δύο κόρες, η μεγάλη, η Λάουντα αρνητική ως εχθρική σε όλη τη διάρκεια της συμβίωσης, θα καμφθεί στο τέλος. Η μικρή κόρη, η Στέινα, θα την πλησιάσει από την αρχή. Πόσο μπορούν να ωφελήσουν όλα αυτά;
Η τριτοπρόσωπη αφήγηση θα διακόπτεται κάθε τόσο από την προσωπική ‘κατάθεση’/εσωτερικό μονόλογο της Άγκνες.
«Είπαν ότι πρέπει να πεθάνω. Είπαν ότι έκλεψα την ανάσα άλλων ανθρώπων και τώρα πρέπει κι αυτοί να κλέψουν τη δική μου. Φαντάζομαι, λοιπόν, πως είμαστε όλοι φλόγες κεριών που φέγγουν θαμπά, τρεμοσβήνουν στο σκοτάδι και στο φύσημα του αέρα, και μέσα στην ησυχία της κάμαρας ακούω βήματα, βήματα τρομερά που έρχονται να με σβήσουν και να διώξουν τη ζωή μου μακριά από μένα σε μια γκρίζα τολύπα καπνού. Θα χαθώ, θα σκορπίσω στον αέρα και στη νύχτα. Θα μας σβήσουν όλους, τον έναν μετά τον άλλον, ώσπου να μείνει μόνο το δικό τους φως, και μ’ αυτό να βλέπουν τον εαυτό τους. Πού θα είμαι τότε εγώ;»
Θα ‘διαβάζουμε’ έτσι τη σκέψη του ανθρώπου που σε λίγο πρόκειται να χάσει τη ζωή του. Θλιβερό προνόμιο στ’ αλήθεια να γνωρίζεις το τέλος σου.
Παράλληλα θα σχολιάζεται και η συμπεριφορά όλων των άλλων από τη γυναίκα που εισπράττει μέρα τη μέρα την αλλαγή της στάσης τους απέναντί της.
Ταυτόχρονα η συγγραφέας θα μας παραθέτει διοικητικά έγγραφα της εποχής, μέσω των οποίων μαθαίνουμε αποφάσεις και αντιδράσεις, κυρίως όμως αποδεχόμαστε την αλήθεια των γεγονότων. Γιατί, βέβαια, η ιστορία είναι πραγματικό γεγονός, όσο φυσικά η πένα της συγγραφέως το επέτρεψε να είναι και πιστή καταγραφή του. Κι εδώ είναι να απορεί κανείς αν όχι να θαυμάζει. Πώς μια τόσο νεαρή συγγραφέας (κάπου εκεί στα 28 ή 29 χρόνια της θα το έγραψε) όπως η Hannah Kent (Αυστραλή στην καταγωγή) κατορθώνει να μας μεταφέρει σε τόσο διαφορετικό περιβάλλον, σε μια τόσο δύσκολη καθημερινή ζωή, σε μια τόσο άγρια σε σύλληψη και εκτέλεση ιστορία, σε τέτοιο χώρο και σε τέτοια εποχή, που οπωσδήποτε θα απαιτούσαν χρόνια ζωής, βιώματα και εμπειρίες, ώσπου να γίνουν λέξεις στο χαρτί; Η ουσία είναι ότι το καταφέρνει. Γράφει ένα βιβλίο που δύσκολα το αποχωρίζεσαι, που αγωνιάς και εκπλήττεσαι μαζί με τους ήρωές του, που συμμερίζεσαι την αγωνία της βασικής ηρωίδας ως το τέλος. Και που κλείνοντάς το μένεις να σκέφτεσαι: “ήταν άραγε αυτή που κράτησε στην πραγματικότητα το μαχαίρι;”

(Διώνη Δημητριάδου)