Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στις 

«Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της 

λογοτεχνίας» 

του Αχιλλέα Κυριακίδη, 

από τις εκδόσεις Κίχλη.





Με το που έπιασα στα χέρια μου το μικρό (αριθμεί λιγότερες από  πενήντα σελίδες) βιβλίο του Αχιλλέα Κυριακίδη, μου ήρθε συνειρμικά στον νου το εγχείρημα του Οδυσσέα Ελύτη να εκδώσει σε έναν μόλις τόμο όλο το ποιητικό του έργο με το αφοπλιστικό επιχείρημα: ‘για να χωρά στο σακίδιο μιας φοιτήτριας’.
Εδώ, λοιπόν, έχουμε -σε πείσμα όλων των πολυσέλιδων ακόμη και πολύτομων πονημάτων για τη θεωρία της λογοτεχνίας από Έλληνες αλλά και ξένους- μια μίνιμαλ εκδοχή. Ένα εγχειρίδιο κυριολεκτικά, να το πάρεις στο χέρι σου, να το βάλεις στην τσάντα σου, ώστε να το έχεις εύκολα διαθέσιμο σε πρώτη χρεία. Για αναζήτηση και γόνιμη σκέψη.
Βεβαίως, από τον τίτλο ακόμη, ο συγγραφέας προϊδεάζει τον αναγνώστη του. Πρόκειται για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας. Κατανοεί, έτσι, ο φίλος της ‘εν λόγω τέχνης’ ότι θα διαβάσει την προσωπική θεώρηση του συγγραφέα (και αναγνώστη χωρίς αμφιβολία) πάνω στα γραμμένα θαύματα. Αυτό, δηλαδή, που όλοι οι ρέκτες του είδους φτιάχνουν στο μυαλό τους σχετικά με τα διαβάσματά τους, που ενδόμυχα έχουν ως οδηγό για τις επιλογές τους: την προσωπική τους εκδοχή για τον γραμμένο λόγο.



Εδώ βρίσκονται εν είδει αποφθεγματικών ρήσεων όλες οι θέσεις (ή και οι απορίες προς έρευνα) σχετικά με μια εν συνόλω θεώρηση της τέχνης του λόγου. Από τη σχέση της λογοτεχνίας με την πραγματικότητα, τη σχέση ανάμεσα στον συγγραφέα και στον αναγνώστη, το δισυπόστατο του συγγραφέα-αναγνώστη σε ένα και το αυτό πρόσωπο (αφού ο ίδιος ο γράφων είναι και ο ‘λαθραναγνώστης’ του κειμένου) ως τα βασικά θέματα προβληματισμού, όπως την αφετηριακή ιδέα της μυθοπλασίας («Κάθε μυθοπλασία…μια απάντηση-συνέχιση του ευλογημένα εκκρεμούς ερωτήματος: ‘Κι αν…;’), τα προσωπεία του συγγραφέα μέσα στους ήρωές του, τη δυνατότητα μετάφρασης της ποίησης, τέλος την κινητήρια αρχή της δημιουργίας (γιατί γράφουμε;).
«Σε όλες τις έρευνες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας κατά καιρούς, κανένας συγγραφέας δεν τόλμησε να απαντήσει με ειλικρίνεια στην ερώτηση: ‘Γιατί γράφετε;’ Κακά τα ψέματα: γράφουμε για να μην τρελαθούμε», θα πει ο Αχιλλέας Κυριακίδης. Και είναι πολύ εύστοχος.
Αυτό το μικρό βιβλίο λειτουργεί με δύο τρόπους: Ο ένας είναι να το διαβάσεις και να συλλάβεις την ουσία, όλο αυτό που συνιστά μια θεώρηση των λογοτεχνικών πραγμάτων, μια θέαση του θαύματος που επιτελείται πάνω σε λευκό χαρτί. Ο άλλος είναι να ανατρέχεις σ’ αυτό κάθε φορά που χρειάζεσαι μια κουβέντα από κάποιον που, όπως κι εσύ, αγαπά και σέβεται τον κοινό σας φίλο, τη λογοτεχνία. Με λίγες λέξεις, καίριες και εύστοχες να σου επισημαίνει όσα κι εσύ θέλησες κάποτε να πεις.
Ένα βιβλίο για τους λάτρεις της τέχνης του λόγου, που σίγουρα θα τους κλείσει το μάτι σε χαμηλόφωνη συνεννόηση, όπως άλλωστε και η ίδια η λογοτεχνία «…χωρίς να κλείνει τα μάτια στην πραγματικότητα, κλείνει το μάτι στην πραγματικότητα».  Άλλωστε κατ’ εξοχήν η λογοτεχνία είναι ένα παιχνίδι. Γιατί αν δεν είναι «την έχουμε όλοι πολύ άσχημα».
Και όλα αυτά σε μια έκδοση μινιατούρα κι αυτή, σε αγαστή συμφωνία με το ολιγοσέλιδο περιεχόμενο, από τις πιο καλαίσθητες που κυκλοφορούν. Ένα κομψοτέχνημα στο χώρο των βιβλίων.

(Διώνη Δημητριάδου)