Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στην ποιητική συλλογή «Άψινθος» του Μιχάλη Γκανά, από τις εκδόσεις «Μελάνι».



Άψινθος, αψίνθι, αψιθιά, αψέντι. Όπου κι αν σε παραπέμπει η λέξη αυτή, το βέβαιο είναι πως έχει στοιχειώσει μέσα μας από εκείνα τα παλιά χρόνια η μοναδική χρήση της στο κείμενο της Αποκάλυψης.
«Και ο τρίτος άγγελος εσάλπισε, και  εκ του ουρανού αστήρ μέγας καιόμενος ως λαμπάς, και έπεσεν επί το τρίτον των ποταμών και επί τας πηγάς των υδάτων, και το όνομα του αστέ­ρος λέγεται  Άψινθος. Και εγένετο το τρίτον των υδάτων εις άψινθον, και πολλοί των ανθρώ­πων απέθανον εκ των υδάτων, ότι επικράνθησαν»
(Αποκ. 8,10-11).

Είναι μ’ αυτό το εμβληματικό κείμενο που ο ποιητής μας εδώ ‘συνομιλεί’. Εύκολο εγχείρημα; Οπωσδήποτε όχι. Αλλά η γλώσσα η ποιητική, όπως ξέρουμε, αντέχει σε πολλαπλές ‘καταδύσεις’, έτσι όπως αφήνεται να στοχαστεί και να ανοίξει διάλογο με αυτό το σφαλιστό (σε επιπόλαιες αναγνώσεις) πολύτιμο κληροδότημα.

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής αυτής και ακολουθώντας τις ‘οδηγίες’ του ποιητή με τις αναφορές του στο ‘αποκαλυπτικό’ κείμενο,  μπαίνουμε κι εμείς σε αρχέγονο δρόμο, χαραγμένο από οραματική ενδοσκόπηση. Οι φράσεις της ‘Αποκάλυψης’ έτσι τοποθετημένες στις αριστερές σελίδες αναμένουν την αντίδραση του ποιητή στις αντικριστές δεξιές σελίδες.

Είναι σημαδιακή η αρχική επιλογή φράσης ‘Ο γαρ καιρός εγγύς’ (η φράση επανέρχεται με μικρή διαφοροποίηση ‘Ο καιρός εγγύς εστίν’, Ότι χρόνος ουκέτι έσται’), αφού μας εισάγει όχι μόνο στον κόσμο του αποκαλυπτικού οράματος αλλά -κι αυτό μας ενδιαφέρει εν προκειμένω- στην αγωνία του ποιητή για τον απειλούμενο κόσμο.
Ο άνθρωπος απέναντι στον Θεό, σε σπαρακτική επίκληση για βοήθεια

«…
πάρε το φόβο
να περάσει η νύχτα.
…»

μέσα σε μια νύχτα που λειτουργεί σαν αφορμή για να εισέλθει ο ποιητής στα σκοτάδια του μυαλού

«…
Νύχτα, ω σκοτεινέ βατήρα της ψυχής μου.
…»

με το ‘προνόμιο’ αυτός μόνο από όλα τα όντα να έχει τη συνείδηση του επερχόμενου τέλους,

«…
Κοινή τροφή κοινός ο τρόμος
κι ο θάνατος μονάχα να σε ξεχωρίζει.
…»

‘Εγένετο σιγή εν τω ουρανώ…’ γράφει ο Ιωάννης, με τον ποιητή να μας μεταφέρει στις αντικριστές σελίδες στον έρημο τόπο από όπου χαθήκαν τα πουλιά (επιστρατεύει εδώ τους στίχους του Γιώργη Παυλόπουλου για συνεπικουρία) και στη φυσική θέση των πραγμάτων βρίσκεται ο τεχνητός ‘κήπος της Εδέμ’, ο σύγχρονος πολιτισμός-καταστροφέας των πάντων

«…
προσφάτως τεχνητή βροχή
εσχάτως όξινη βροχή
προσεχώς κα-τα-κλυ-σμός.
…»

με τονισμένες έτσι τις συλλαβές μήπως και ακουστεί η φωνή του ποιητή-βοώντος εν τη ερήμω, γιατί ήδη φάνηκε ‘ο έχων την ρομφαίαν την δίστομον την οξείαν’. Και πια όλα τα γήινα αμφισβητούνται, με πρώτη την ψευδαίσθηση αιωνιότητας

«…
ανακυκλώσιμοι αιωνίως.
Αιωνίως;»

Πώς να σωθούν  τώρα οι άνθρωποι που

«…
δεν ξέρουν δεν αγαπούν
ξέρουνε μόνο ν’ απαιτούν
…»

πώς να αποφύγουν τον χαμό;

«…
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
…»

θα πει, κάνοντας ‘πρόσκληση’ εδώ στην αδελφή ποιητική ψυχή της (πάντα ψυχανεμιζόμενης τα μυστικά περάσματα) Ζυράννας Ζατέλη.



Κι ο ίδιος; Μόνο σε διαρκή ανησυχία απέναντι στη ζοφερή αυτή εικόνα της αποκαλυπτικής, όπως του προέκυψε, ανάγνωσης του ευαγγελικού κειμένου;


Θεωρώ ότι ο Μιχάλης Γκανάς είναι ένας κατ’ εξοχήν ‘γήινος’ ποιητής, με στέρεα στηρίγματα και στο τώρα που τον περιβάλλει αλλά και στο παρελθόν που τον καθόρισε. Πώς βρίσκει, λοιπόν, τον δρόμο του μέσα στα αμφιλεγόμενα, στα δυσερμήνευτα αυτά αρχαία κιτάπια; Πώς επιστρέφει στο ποιητικό του παρόν, για να ανοίξει ‘παράθυρο’ ανθρώπινης ελπίδας; Μέσα από την εικόνα του επαπειλούμενου χάους βυθίζεται στα θολά νερά και σαν τον αλιέα μαργαριταριών φέρνει στην επιφάνεια το δικό του σωτήριο εύρημα

«Αν είναι να μιλήσει κάποιος
ας πει για την αγάπη

Με αυτούς τους στίχους αρχίζει το δεύτερο κομμάτι του βιβλίου. Σ’ αυτό θα μας δείξει τη σωσίβια λέμβο της αγάπης των φίλων (σπαρακτική η φωνή του προς τον Νάσο Θεοφίλου, που ήδη έχει γνωρίσει τα μυστήρια του κόσμου), της μητέρας αλλά και της συντρόφου. Όσο κι αν η αγάπη σ’ αυτές τις μορφές της είναι περισσότερο μια φωνή  που εναγωνίως ζητά τη συμπαράσταση, και που ποτέ δεν μπορεί να διεκδικήσει την αιωνιότητα. Δεν έχει, όμως, κάτι άλλο πρόσφορο ο ποιητής.

Μοιάζει τώρα να τα έχει πει όλα. Είναι έτσι;
Θα έρθει στο τελευταίο ποίημα της συλλογής να μας δώσει σαν υστερόγραφο (ύστερη σκέψη;) γραμμένο «με τον τρόπο της Κ.Δ.» το έναυσμα για σκέψη

«…
Άκου – τίποτε τόσο αμίλητο
όσο το μιλημένο
…»

και να μας φέρει μπροστά στη διπλή αμφισβήτηση της αλήθειας, από τη μια του παλαιού κειμένου, του θεόσταλτου, και από την άλλη -αναπόφευκτα- του δικού του ποιητικού, που πήρε ώθηση από τα σκοτεινά θεϊκά του πρώτου για να φωτίσει τα δικά του άφεγγα ανθρώπινα μυστήρια.
Ο ποιητής μίλησε. Η ανάγνωση ανοιχτή σε όλους για πολλαπλές ερμηνείες. Στο κάτω κάτω  της γραφής (και κυριολεκτικά πια εδώ) όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά μια απόπειρα προσωπικής προσέγγισης σ’ αυτά που φέρει η ποίηση. Απρόσμενες συναντήσεις και απροσδόκητες. Εξαίσιες, ωστόσο.


(Διώνη Δημητριάδου)