Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο μυθιστόρημα του Θεόδωρου Γρηγοριάδη «Ζωή μεθόρια», από τις εκδόσεις Πατάκη.



1982. Αρχή μιας περίεργης δεκαετίας, χρόνια της μεταπολίτευσης. Τίποτε αυτονόητο, όλα ακόμη δυνατά ως όραμα πιθανά υλοποιήσιμο. Μια νεολαία χωρίς την ‘ευλογία’ ακόμη της τεχνολογίας, να ψάχνει τις κινηματογραφικές αίθουσες, τα βιβλιοπωλεία, τα μουσικά στέκια. Να ανανεώνει διαρκώς τον τρόπο να αντιμετωπίζει τη θύελλα του πολιτικού σκηνικού, σε πλήρη ανανέωση κι αυτό.
Από μια τέτοια εικόνα θα ξεπηδήσει η ηρωίδα του νέου μυθιστορήματος του Θεόδωρου Γρηγοριάδη, η Ζωή. Αντισυμβατική, αναθεωρητική στις πεποιθήσεις της, καθηγήτρια Αγγλικών σε φροντιστήριο της Θεσσαλονίκης, θα βρεθεί να ταξιδεύει με προβληματικό λεωφορείο για τις εσχατιές της ελληνικής γης, προκειμένου να τοποθετηθεί σε σχολείο, αφού αποδέχθηκε τον διορισμό της.
Με αυτό το επεισοδιακό ταξίδι θα ξεκινήσει η ιστορία. Σε όσους έχουμε ζήσει ανάλογες καταστάσεις θα θυμίσει τα ανάμεικτα συναισθήματα αμηχανίας, φόβου και απορίας, που νιώθαμε προσεγγίζοντας τον νέο τόπο εγκατάστασης, σε μια άγνωστη επαρχία, η οποία χωρίς αμφιβολία έμοιαζε εχθρική, τουλάχιστον στην πρώτη επαφή. Μια ζωή στα όρια, στη μεθόριο. Ίσως η απαρχή για να φθάσει και η ίδια σε οριακό σημείο. Μαθημένη αλλιώς, θα πρέπει τώρα να υπολογίζει το κάθε της βήμα, να προσέχει τα πλάγια βλέμματα, να κλείνει τα αυτιά στις ‘κουβέντες’ που θα ακουστούν για την ‘ξένη’. Είναι το θέμα συζήτησης στον μικρόκοσμο της επαρχιακής πόλης, και θα πρέπει να συμβιβαστεί με αυτό. Πόσο περισσότερο που η τοποθέτησή της γίνεται στη μεθόρια περιοχή του Έβρου. Στο σύνορο. Σαν να είναι κι αυτή στον χώρο ανάμεσα, να πρέπει να επιλέξει. Καθόλου εύκολα πράγματα. Λίγο να λοξοδρομήσεις και έχεις φύγει από τα γνωστά εδάφη.
Από την αρχή θα δει το νέο περιβάλλον με την απόσταση που ταιριάζει σε τουρίστα, χωρίς φυσικά να έχει το προνόμιο της επιλογής ως προς την αναχώρηση. Απροσδιόριστος ο χρόνος παραμονής, όμως αυτή δεν θα επιλέξει τη λύση κάποιου σπιτιού αλλά του ξενοδοχείου. Δίνει, όσο να πεις, την αίσθηση του προσωρινού. Φιλίες λίγες, επαφές λιγότερες. Σχέσεις με μαθητές υποτυπώδεις. Στην πορεία, ωστόσο, θα επιλέξει τις πιο επισφαλείς (για την αποδοχή του ντόπιου πληθυσμού) παρέες. Περιθωριακές, ακραίες παρουσίες, που μόνο επιπλέον προβλήματα θα της φορτώσουν. Θα την ικανοποιούν όμως την ίδια πολύ. Συναντάει επιτέλους την αλήθεια των ανθρώπων, μια αλήθεια χαμένη πια στα χρόνια της μεταπολίτευσης, που «το ζητούμενο ήταν να ξοδευτεί χρήμα, να καταναλωθεί πολιτισμός, να φαίνεται σαν πολιτισμός».
Μπορούμε να καταλάβουμε την κατάσταση που βιώνει αλλά και την ψυχοσύνθεσή της. Ο συγγραφέας με συχνές αναδρομές μας έχει δώσει την εικόνα της. Αυτό το νέο κορίτσι με την έντονη δράση στο Πανεπιστήμιο, με τα ποικίλα ενδιαφέροντα και τις ζωηρές παρέες, ήρθε ως εδώ, στο χώρο του πουθενά κουβαλώντας και άλλες ‘αποσκευές’. Μια σχέση με συνομήλικο μαθητή της από τη Θεσσαλονίκη που θα εξελιχθεί, αφού θα βρεθεί κι εδώ μπροστά της.  Μια μητέρα ποιήτρια, που περισσότερο ενδιαφέρεται για την προσωπική της καταξίωση παρά για την κόρη της, ένας πατέρας στα πρόθυρα της άνοιας, μια αγαπημένη θεία, με την οποία νιώθει πιο κοντά αλλά που αναζητά λύσεις στα προβλήματά της με τη βοήθεια υπνωτισμού. Πίσω από όλα η Ζωή έχει και την υποψία ότι φέρει μέσα της -ανερμήνευτο συναίσθημα αλλά υπαρκτό- το κακό ως τάση καταστροφής των ανδρών που συνδέονται μαζί της. Πάνω στο πρόσωπό της, άλλωστε, έχει χαραχθεί το σημάδι από θανατηφόρο τροχαίο.
Ως επαλήθευση των μεταφυσικών της ανησυχιών θα βρεθεί μετά από ένα ατύχημα στο ενδιάμεσο διάστημα ζωής και θανάτου, χωρίς να μπορεί με σαφήνεια να διακρίνει τα όρια του υπαρκτού από το ανύπαρκτο, αλλά και θα επιβεβαιώσει με απανωτά χτυπήματα της μοίρας τους χειρότερους φόβους της για το στοιχείο της καταστροφής που διαβιοί εντός της. Μήπως πράγματι όποιος συνδεθεί μαζί της καταστρέφεται;

«…Βρισκόμουν σε μια φάση μόνιμης κατάθλιψης και πανικού˙ απλώς άφηνα μικρές χαραμάδες να με αναζωογονήσουν. Το χειρότερο: αναγνώριζα τη  κατάστασή μου, την έλεγχα και με τον καιρό έρχονταν στιγμές που την απολάμβανα. Γινόμουν θαυμάστρια των ψυχώσεών μου. Αισθανόμουν ότι, όπως και στο πανεπιστήμιο πρωτοπορούσα ψάχνοντας νέες συμπεριφορές και τάσεις, τώρα δημιουργούσα το πορτρέτο μιας γυναίκας που η εποχή της την ήθελε έτσι: απροσδιόριστη, χαοτική, σε μόνιμο πανικό˙ χαμένη…»



Ένα μυθιστόρημα -αν όχι το καλύτερο του συγγραφέα πάντως μια πολύ καλή στιγμή της δημιουργικής του πένας- που εκτυλίσσεται κι αυτό στα όρια, ανάμεσα στο γκρίζο της αδιάφορης επαρχίας και στο κατακόκκινο του αίματος, ανάμεσα στο ρεαλισμό και στη μεταφυσική, με την κορύφωση της ιστορίας να αποτελεί το τελευταίο σκαλοπάτι στην κλίμακα από το λογικό στο παράλογο. Είναι αληθινά γεγονότα όλα αυτά; Είναι μόνο μυθοπλασία; Ο συγγραφέας θα αλλάξει τρεις φορές το πρόσωπο της αφήγησης. Αρχικά προτιμά την τριτοπρόσωπη αφήγηση με τη φωνή του αφηγητή/παντογνώστη, κατόπιν θα ακούμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Ζωής, μέσα από τα δικά της γραπτά, στο τέλος θα έχουμε πάλι σε πρώτο πρόσωπο την αφήγηση ενός τρίτου προσώπου, συναδέλφου της Ζωής, που άκουσε, έμαθε και μας μεταφέρει όσα γίναν από ένα σημείο κι έπειτα. Απόπειρα να αποδοθεί η αληθοφάνεια ή μήπως αληθινή ιστορία που μεταφέρθηκε με την απαραίτητη μεταμφίεση στο χαρτί; Όχι, δεν έχει και τόση σημασία εδώ η εύρεση της αλήθειας. Ας αφεθούμε στη γοητεία της πλοκής και στο συνειδητό ψεύδος της λογοτεχνίας. Έτσι κι αλλιώς η ζωή (και όχι μόνο η Ζωή της ιστορίας) αγγίζει συχνά κάποια όρια. Πώς θα μπορούσε η τέχνη του λόγου να το αποφύγει;

(Διώνη Δημητριάδου)