Τρίτη, 8 Σεπτεμβρίου 2015

Η σωσίβια λέμβος της γραφής

Διαβάζω από τον Αχιλλέα Κυριακίδη:
 «Σε όλες τις έρευνες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας κατά καιρούς, κανένας συγγραφέας δεν τόλμησε να απαντήσει με ειλικρίνεια στην ερώτηση: ‘Γιατί γράφετε;’ Κακά τα ψέματα: γράφουμε για να μην τρελαθούμε»
(Σημειώσεις για μια ιδιωτική θεωρία της λογοτεχνίας, εκδόσεις Κίχλη)

Και με αφορμή τη εύστοχη παρατήρηση του Αχιλλέα Κυριακίδη σκέφτομαι:

 Ο αναγνώστης της λογοτεχνίας μπορεί να απαντήσει στην ερώτηση ‘γιατί διαβάζετε;’ πολύ πιο εύκολα. Διαβάζει, γιατί, ας πούμε, έτσι έμαθε από τη μικρή ηλικία να απασχολεί τον καιρό του και το μυαλό του. Ή γιατί αναγνωρίζει την αξία της κατάθεσης σε γραπτό λόγο μιας ιδέας, μιας ανάμνησης, κάποιας ενδόμυχης πτυχής του συγγραφέα που τόσο κοντά στα δικά του εσώτερα βρίσκεται (δεν θα ασχοληθώ φυσικά εδώ με αυτούς που ‘αδειάζουν το μυαλό τους’  με τα ποικίλα ευπώλητα παραλογοτεχνικά, γιατί αυτοί καμία σχέση δεν έχουν με το θέμα μας εδώ). Ο αναγνώστης της αληθινής λογοτεχνίας ξέρει να διασώζει τη σκέψη του και κατ’ επέκταση τη ζωή του μέσω των άλλων που επιχειρούν την προσωπική τους διάσωση γράφοντας, προσδένοντας, κατά παράδοξο και μη αναμενόμενο τρόπο, τον εαυτό του στην αλυσίδα της δημιουργίας. Κι ας μην του αναγνωρίζεται το δικαίωμα να θεωρεί το βιβλίο που διαβάζει ‘δικό του’, όχι βέβαια με την έννοια της ιδιοκτησίας αλλά με αυτήν της ιδιαίτερης σχέσης που αναπτύσσει με το περιεχόμενό του. Σχέση δύσκολη στην απόκτησή της, περίεργη στις απαιτήσεις της και εύκολα αμφισβητούμενη από τους άλλους, κυρίως από τον ίδιο τον δημιουργό. Είναι πρωτίστως αυτός που δεν δέχεται τον ‘παρείσακτο’, όπως τον θεωρεί, στα δικά του μονοπάτια, είναι αυτός που δεν αντιλαμβάνεται την εξάρτηση που έχει απ’ αυτόν, τον φυσικό αποδέκτη του έργου του, του οποίου την παρουσία αρνείται, την ώρα που δημιουργεί. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση έχουν οι περισσότεροι.

(Διώνη Δημητριάδου)