Τετάρτη 26 Ιουλίου 2023

Ο θυρωρός των ημερών Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου εκδόσεις Κέδρος η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Ο θυρωρός των ημερών

Ευτυχία-Αλεξάνδρα Λουκίδου

 εκδόσεις Κέδρος

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Ο θυρωρός της ζωής μας • Fractal (fractalart.gr)

 

 


 

Ο θυρωρός της ζωής μας

 

 

Στο κοίλωμα του ύπνου ασχημάτιστος

 υποχωρεί κι ο θάνατος

 

Το παραπάνω δίστιχο, από την πρόσφατη ποιητική συλλογή της Ευτυχίας Αλεξάνδρας Λουκίδου, εκφράζει εν συντομία την ουσία όλων των ποιημάτων. Στην προηγούμενη συλλογή της έγραφε: Άντε παιδιά […] Όλοι μαζί και δυνατά…/ να υφάνουμε την απόδραση («Εμείς αυτοί», Αφόρετα θαύματα, Κέδρος, 2017), εκφράζοντας τον πόθο, την ελπίδα ίσως, μιας εξόδου από τη φθορά. Εδώ μοιάζει να επανέρχεται στο προσφιλές της μοτίβο του φόβου, του θανάτου, αλλά κυρίως του φόβου του θανάτου· άλλωστε, γνωστό αυτό, η οδύνη, η απώλεια, το πένθος και ο θάνατος ως επικρεμάμενη απειλή, ως κοινός «τόπος» για όλους, αποτελεί τη βασική θεματική όλης της ποίησης, όπου γης. Δεν γράφεται αλλιώς.

Η Λουκίδου,  θα διαχειρισθεί τη θεματική αυτή, εκκινώντας από τον προσωπικό βίο, και θα μας κάνει κοινωνούς των δικών της, το περισσότερο υπερρεαλιστικών σκηνικών, σε μια απόπειρα να αποδοθεί το απευκταίον με άλλες λέξεις, κάτι σαν ξόρκι ή (γιατί όχι;) σαν μια εξοικείωση μαζί του. Το ζητούμενο είναι να χάνει την εξουσία του επάνω μας ο θάνατος, με όποιον τρόπο βρεθεί πρόσφορος – και η ποίηση, σε αντίστιξη μαζί του, βάζει τα δυνατά της. Υπαρξιακό το θέμα, άλλωστε η ποίηση της Λουκίδου πάντα είχε αυτό τον χαρακτήρα, με τις ιδιωτικές αναφορές και με τις αναπόφευκτες γενικεύσεις, καθώς ξέρει, όπως κάθε καλή ποίηση, να εκκινεί από το ιδιωτικό τοπίο και μένει ανοιχτή  για τον αποδέκτη της, που θα συναντήσει, με τα δικά του βιώματα, τις ποιητικές αφορμές του δημιουργού. Το ερώτημα που γεννιέται είναι αν θα μπορούσε η ποίηση να νικήσει τον φόβο ή (καθώς συνιστά μια δημιουργία εν κινδύνω η ίδια) αν θα ενισχύσει τις μορφές του, καθώς στοχεύει διαρκώς στη σκοτεινή του όψη. Ξεγελιέται ο «θυρωρός» της ζωής μας, φεύγει για λίγο από το πόστο του; Αλλά, και πάλι, αρκεί αυτό το ελάχιστο για να ξεθαρρέψουμε πως εμείς ορίζουμε τον βίο μας;


Η ποίηση αυτή –μα και η κάθε ποίηση άλλωστε– δεν έχει τις απαντήσεις· η αξία της έγκειται στην ευστοχία της ως προς την ερώτηση: γιατί η ποίηση είναι κατακλυσμός/ – δεν είναι κιβωτός, καλέ μου Νώε –/ ένα ασημένιο κουταλάκι να μεταλάβεις/ όσα αντέχουν στη φωτιά.  («Μάταιη αναμέτρηση»). Μια ποίηση που τολμά να εκτίθεται, να εκθέτει σε κοινή αναγνωστική θέα τους φόβους της, να αναμετριέται μαζί τους με τις λέξεις της, να τις στενεύει με τον δισήμαντο λόγο ή, αλλού, να τις ανοίγει διάπλατα προσβάσιμες μακάρι σε όλους (έστω στους πιο εκλεκτούς αποδέκτες) δεν μπορεί παρά να εισηγείται μια «θύρα», ένα πέρασμα ικανό να καταργήσει τον φύλακα-θυρωρό της – κι αν αυτό θεωρηθεί ανέφικτο, τουλάχιστον να καταστήσει, κατά το δυνατόν, αδιάφορη ή αθέατη την παρουσία του. Ακόμα κι αν το θαύμα αυτό διαρκεί όσο και η ανάγνωση των ποιημάτων. Άλλωστε, ζωντανή η πίστη ότι: η γλώσσα/ την καλοσύνη των φτερών θα εγκαινιάσει/ κι οι μονομάχοι/ – νηφάλιοι και πρωινοί –/ με τα πνιγμένα βρέφη αγκαλιά/ απ’ την ασάλευτη σκιά/ μες στον ναό μιας τάξης σχολικής/ θα προχωρήσουν. («Και τι πιστεύει ο ποιητής;»).

 Χώρος ανατρεπτικός, ανοιχτός στα θαύματα. Αυτό εισηγείται η Λουκίδου με τον «θυρωρό» της. Στο εξαιρετικό στη σύλληψή του «Νανούρισμα για σιγανές αφυπνίσεις» θα είναι αποκαλυπτική για τις δυνατότητες του ποιητικού λόγου ως προς τη θαρραλέα αντιμετώπιση του σκοτεινού τοπίου, με την ταυτόχρονη επίγνωση των δυνητικών ορίων: […] Πότε ιδέα και πότε κείμενο/ πότε παγίδα και πότε δρόμος/ περιοχή ενδιάμεση/ λέξη που αντηχεί τα πένθη της/ ρίζα του χάους […] Αργός ο χρόνος και θολά μιλά τα δικαιώματά μου/ και δεν τα διακρίνω έτσι που τρέχουν ασαφή/ μες στην υπόσχεση του ποιήματος/ που όλο αθετείται./ Ο πρώτος θάνατος συμβαίνει μες στη γλώσσα./ Να ελευθερωθώ/ να καθαρίσει ο έρωτα από τον εφιάλτη του/ το «ανακάλεσέ με σωτήρ» έξω απ’ το ποίημα/ «… σε μετάξι επάνω» κι ενόσω ζω να το αρθρώσω/ «… σιγά».

 

 Διώνη Δημητριάδου

ΔΗΜΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ 36 ΑΓΧΟΝΕΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ΓΛΥΚΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ Αρμονική ποιητική συνύπαρξη Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας // * Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL

 

ΔΗΜΙΟΥ ΚΑΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ 

36 ΑΓΧΟΝΕΣ ΕΠΙ ΧΑΡΤΟΥ

ΚΩΣΤΑΣ Θ. ΡΙΖΑΚΗΣ
ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ: ΕΥΣΤΑΘΙΑ ΔΗΜΟΥ
ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ: ΓΛΥΚΑ ΔΙΟΝΥΣΟΠΟΥΛΟΥ


Αρμονική ποιητική συνύπαρξη

Γράφει ο Κωνσταντίνος Μπούρας // *

Η ΠΡΩΤΗ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΣΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ FRACTAL

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, Διώνη Δημητριάδου: «Δημίου και δημιουργού». 36 αγχόνες επί χάρτου, εκδόσεις Κουκκίδα, Αθήνα, Ιανουάριος 2023, σελ. 86

 

Επειδή η αρμονική ποιητική συνύπαρξη είναι και το ζητούμενο και το διακύβευμα, ας ξεκινήσουμε από την μακροδομή τού ανά χείρας ευσυνόπτου και καλαισθήτου, προσεκτικώς επιμελημένου τόμου, εγχειριδίου υποδειγματικής συν-γραφής:

 



Περιεχόμενα

 

Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΝΑ ΕΙΣΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ

ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΩΣ ΣΤΑΣΗ ΖΩΗΣ

ΤΟ ΑΛΓΟΣ ΩΣ ΑΝΑΛΓΗΤΙΚΟ

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

ΣΤΑΘΜΕΥΩΝ

ΣΕ Ο,ΤΙ ΑΝΤΙΣΤΑΘΜΙΣΑ

ΙΑΣΟΝΟΣ ΚΛΕΑΝΔΡΟΥ

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΟΨΕΙΣ ΟΙΜΩΓΗΣ

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΩΝ.

 

Η Ποίηση στον εικοστό πρώτο αιώνα έχει παραγκωνιστεί από την εικονική και δραματική εκδοχή της. Επομένως, εάν θέλει να επιβιώσει και να μακροημερεύσει θα πρέπει να γίνει διαδραστική, αρχής γενομένης από τους ομοτέχνους μας. Ο αιώνας τής ρομαντικής απομόνωσης στην «κορυφή» δεν υφίσταται πλέον για δύο κυρίως λόγους: πρώτον, δεν «παίζει» πλέον το Περί Ύψους τού Λογγίνου και δεύτερον, η αυτοσαρκαστική μαστίγωσις, απόρροια τής εγγενούς ειρωνείας, παραπλεύρου απωλείας (ή ωφελείας, αναλόγως) τής αποδομήσεως των πάντων, της καταργήσεως τού «Θεού» και τής βεβηλώσεως κάθε ιερού και όσιου από τους σύγχρονους διανοητές οδηγεί σε έναν εξ ορισμού αντιπνευματικό, τεχνοκρατικό, μηχανιστικό πολιτισμό, που δεν ευνοεί την καλλιέργεια τού τροπικού άνθους τής π-Οιήσεως για τρεις κυρίως λόγους: πρώτον είναι αντιεμπορικό, δεύτερον είναι δυσεύρετον και τρίτον είναι εύθραυστον, ευπαθές (όταν δεν είναι ΚΑΙ αυτοπαθές). Επομένως πώς μπορείς να συντηρήσεις, να καλλιεργήσεις, να εμπορευματοποιήσεις και να κερδίσεις από κάτι τόσον ασταθές κι αστάθμητο, σπάνιο και δυσεύρετο, ανεκτίμητο αλλά και άπιαστο… και το βασικότερο: όταν δεν έχει σταθερή αξία…

 



Διώνη Δημητριάδου

 

Είναι σαν το ελιξίριο τής αθανασίας, που υπό την μορφήν άνθους δρέπει ο επικός ήρως Γκιλγαμές κατεβαίνοντας στον Κάτω Κόσμο προκειμένου να αναστήσει τον κολλητό του γίγαντα Enkindu, όμως το παμπόνηρο και πανταχού καιροσκοπόν φίδι, του το αρπάζει από το χέρι και το χρησιμοποιεί δια ίδιον όφελος. Τα παραμύθια συμβολοποιούν τα πάντα. Ο Μύθος είναι παγιωμένη, κρυπτογραφημένη εμπειρία.

Η Ποίηση σήμερα καρκινοβατεί ανάμεσα στην πεζογραφία, την δοκιμιογραφία, την επιστημοσύνη και μόνον οι ταλαντούχοι δημιουργοί μπορούν να περάσουν μέσα από τις Συμπληγάδες Πέτρες χωρίς να στερηθούν (τουλάχιστον) την …ουρά τους. Υπάρχει βεβαίως και ο αισώπειος μύθος με την πονηράν αλώπεκα που πείθει όλες τις άλλες να κόψουν την ουρά τους γιατί είναι …μόδα. Από τέτοιες μόδες, φυλλομετρήσαμε πολλές στο διάβα των αιώνων κάθε που φυλλορροούσε ένας πολιτισμός. Το λάθε βιώσας ήταν η ενδεδειγμένη (κατά Δαρβίνον) τακτική επιβιώσεως δια της μεταλλάξεως.

Όλ’ αυτά τα λέγω βεβαίως γενικώς, γιατί οι δύο (οι τέσσερις συναυτουργοί – προστίθενται η Ευσταθία Δήμου με το εισαγωγικό πόνημα «Η τέχνη τού να είσαι ποιητής» και η Γλύκα Διονσυοπούλου στην εικαστική παρέμβαση)… γιατί οι τέσσερις εδώ συναυτουργοί ενώνουν τις δυνάμεις, τις φαρέτρες και τα αισθητικά τους αποθέματα προκειμένου ουχί να μας καταπλήξουν αλλά για να μας κατακλύσουν με ποιητικές αιχμές, όπως όταν ανοίγεις μια κακοφορμισμένη πληγή προκειμένου να την εκθέσεις στο εξιλαστήριον φως (αφού το καθαρτήριον …πυρ το υφιστάμεθα όλες και όλοι από τους «τα φαιά φορούντες» που διακτινίστηκαν από τον Μεσαίωνα και εποίκισαν το μεταβατικό σήμερα).

 

Κώστας Θ. Ριζάκης, (σχέδιο μολύβι / Γιάννης Δ. Στεφανάκις)

 

Εντιμότητα και καθαρή ματιά είναι τα χαρακτηριστικά αυτής τής πολυφωνικής συμφωνίας. Η αρμονία είναι το ζητούμενο για όλους/όλες/όλα εμάς που παροικούμε τον Παρνασσόν τής Ποιήσεως.

Όμως η πρόθεσις είναι σωτήριος (όπως καταδεικνύει η παραβολή τού καλόγνωμου ληστή στον Γολγοθά).

Και οι προθέσεις τού ιδιοφυούς, αναγεννησιακού και ρηξικέλευθου Κώστα Θ. Ριζάκη, της εμβριθεστάτης Διώνης Δημητριάδου, τής ευπρεπεστάτης κι αξιοπρεπούς Ευσταθίας Δήμου και τής διαπεραστικής ως προς την εικονοποιητική της βιτριολικότητα Γλύκας Διονυσοπούλου… όλες αυτές οι προθέσεις ΣΥΝΤΕΙΝΟΥΝ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΛΛΟΥΝ σε ένα ανισοβαρές μα ελκυστικό κουαρτέτο για ιδιότροπα δειλινά όπως περνάνε μέσα από την κουρτίνα και χτυπάνε τον απέναντι τοίχο. «Θέατρο δωματίου» θα χαρακτήριζα αυτό το συμφωνικό ποίημα, επίτευγμα ούτως ή άλλως και μόνον ένεκα τού προαπαιτουμένου θάρρους. Η έκθεσις τού χημικού φωτός (και τής ποιητικής ίριδας) στο «Φως που καίει» είναι ούτως ή άλλως επώδυνος.

Άγιοι και μάρτυρες μιας θρησκείας που δεν έχει παγιωθεί ακόμα.

ΥΠΕΡ ΠΟΙΗΣΕΩΣ, ΝΥΝ ΥΠΕΡ ΠΑΝΤΩΝ…

 

 

* Δρ Κωνσταντίνος Μπούρας (https://konstantinosbouras.gr)

Κυριακή 23 Ιουλίου 2023

Λία Σιώμου 3 Ποιήματα

 

Λία Σιώμου

3 Ποιήματα

 



Προορισμοί

 

Με κοχύλια συνάμα

                    σε μιαν έρημη ακτή

κάπως έτσι με άμμο

                     θαλάσσης να σμίξω.

Και μ’ αγέρι αντάμα

                   η στερνή μου πνοή

    στων αιώνων το διάβα

                     μια μνήμη ας μείνω.

 

Μη και ένιωσα άλλη

             γλυκιά πιο πολύ

       προσμονή μες στα στήθη

             και στου νου μου τη ζάλη

παρά μόνο τ’ ανέμου

             την αιώνια βοή

παρά μόνο της άμμου

                     αλμυρή την αγκάλη;

 

Με ακτίνες σελήνης

             θε να έρθω ξανά

και μ’ ασήμι φωτός

                    καλντερίμια να χρίσω.

Και τ’ απύθμενα, κρύα

         της λίμνης νερά

μ΄ αναμνήσεις παλιές

         και μ’ αστέρια να ντύσω.

 

Σαν τα όνειρα π’ έχουν

         στο χάος χαθεί

στου απείρου τους δρόμους

            κι ιστορίας αχνάρια

 κάπου εκεί θε να σβήσω

           αμυδρή φωταυγή

σε πελάγου ανάσα

            σε αλμύρας υφή.

 

                                 Οκτώβρης 2003

 

 

Requiem

 

Ζωές π’ ανθίσατε απλά

            σαν άνοιξης λουλούδια

σε κάμπους, λόφους και πλαγιές,

            σ’ ατέλειωτες στεριές

ζωές,  μ’ ανάσα πνεύματος,

            μ’ όνειρα, με τραγούδια

πώς και εσβήσατε άσημα

            σαν βράχου κυκλαμιές;

 

Αερικό και μάζεψε άρωμα

            από κάτι γιούλια

το 'φερε λίγο ολόγυρα

            και ζάλισε μ’ αυτό

ελπίδες που παράφορα

            ζητούσατε στα βούρλα

βάλτου θολού, ακύμαντου,

            με άχαρο βυθό.

 

Ζωές, δεν έμειν’ από σας

            ούτε μια κάποια μνήμη.

Μη νιάτα, μη οράματα,

            χαρίσματα, ομορφιά.

Κύμα λες τα 'συρε αργά

            και χάθηκαν σε δίνη

ωκεανού απέραντου,

            μακριά στα ανοικτά...

 

Ζωές που δε στερήθηκαν

            μη κλάμα μη και γέλιο,

Αγάπησαν, τραγούδησαν

            μια μάταιη ωδή,

Έσμιξαν μ’ ακατάληπτη,

            χρυσή τροχιά αστέρων

Εχάθηκαν, σαν Requiem,

            στης ζήσης την πομπή.

 

                                         19 Ιουλίου, 2000

 

 

Σκιές αμυδρές

 

Σκιές αμυδρές στου ήλιου το πέρασμα

            ζωές και φωνές κι αχνάρια παντού.

Φευγάτα στον άνεμο, την άγρια θύελλα

        φεγγάρια και ήλιοι και σκέψεις του νου.

 

Αστέρια και σβήνουν στο ρόδινο χάραμα.

            Μα πάλι τη νύχτα φεγγίζουν δειλά.

Θαρρείς δεν υπάρχουν στης γης το στερέωμα.

            Φοβάσαι πως σβήνουν για παντοτινά.

 

Κυλάνε τα χρόνια κι η ζήση μας χάνεται

            και μόνο στη σκέψη το όραμα ζει.

Τραγούδι του γκιώνη το κλάμα στο λιόγερμα

            και μήτ’ ένα αηδόνι για μας τραγουδεί.

 

 

Λία Σιώμου

(Σπονδή Ονείρου, συγκεντρωτική έκδοση Της ζωής και της αγάπης, Ελευθερουδάκης, 2022)

 


 

 

 

 

 

 


Η Λία Σιώμου ( Λία Αντωνοπούλου ) γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα.  Απεφοίτησε από το Χημικό τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών και μετέπειτα ήλθε στο Michigan State University (MSU) για μεταπτυχιακές σπουδές, Μαster of Science στην Βιοχημεία. Εργάσθηκε ως ερευνήτρια στο MSU και στο Northwestern University. Επίσης ως επιστήμων στο U.S Department of Energy στο Argonne National Laboratory. Έχει δημοσιεύσει επτά ποιητικές συλλογές. Τον Φεβρουάριο του 2022 εξεδόθη από τον οίκο Ελευθερουδάκη το συνολικό της έργο Της Ζωής και της Αγάπης, Ποίηση 1995-2011, με εξαιρετικά reviews από σημαίνοντα πρόσωπα στην Ελληνική λογοτεχνία ( Ανθούλα Δανιήλ, Τάσο Γαλάτη, Θανάση Νιάρχο, Γιώργο Βέη). Ποιήματα της έχουν μελοποιηθεί από τον συνθέτη Δρ. Αθανάσιο Ζέρβα, καθηγητή και κοσμήτορα στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, και έχουν παρουσιασθεί σε κονσέρτα στην Αμερική και Ελλάδα. Πρόσφατα ( 2022), ο Δρ. Ζέρβας έξέδωσε CD ( Lia's Songs) με δέκα τραγούδια πάνω σε ποιήματα της Λίας Σιώμου. σε συνεργασία με τη μέσο σοπράνο Αγγελική Καθαρίου,  τον Ρώσο πιανίστα Ιγκόρ  Πέτριν, και άλλους καθηγητές του Παν/μίου Μακεδονίας, Θεσσαλονίκη.  To Hellenic Heartbeat Media (TVRadioWeb) έχει παρουσιάσει στην Τηλεόραση συνδιαλέξεις με τη Λία Σιώμου σχετικές με την ποίησή της.  Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε έντυπα  και ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά  και σε ανθολογίες.

 

Συλλογές

Ερωδιού η Κατοικία (2001), Δωδώνη, Αλκυονίδες (2001), Δωδώνη, Μαγιοστέφανο (2003), Γαβριηλίδης, Σπονδή ονείρου (2006), Γαβριηλίδης, Εν γη ερήμω (2007), Γαβριηλίδης, Attica (2014), Γαβριηλίδης, Εις Μνήμην Ουτοπίας (2014), Γαβριηλίδης, Της ζωής και της αγάπης (2022), Ελευθερουδάκης


 

 

 

 

 

 

 

                       

 

 

                                  

 

 

 

Ακούω φωνές Διηγήματα Λουκία Δέρβη Εκδόσεις Μεταίχμιο η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

 

Ακούω φωνές

Διηγήματα

Λουκία Δέρβη

Εκδόσεις Μεταίχμιο

η πρώτη δημοσίευση στο diastixo.gr

Λουκία Δέρβη: «Ακούω φωνές» (diastixo.gr)



 

 

Ποια είναι η αληθινή φωνή των προσώπων που εγκλωβίζει μέσα της η μυθοπλασία; Είτε πρόκειται για υπαρκτά πρόσωπα, που η συγγραφική εκδοχή τα έντυσε με τον μανδύα του λογοτεχνικού «ψεύδους», είτε για συγγραφικές επινοήσεις, είτε (το συνηθέστερο) για μια ανάμειξη των δύο (με αδιόρατες τις ραφές μεταξύ τους), πόσο από το αυθεντικό κομμάτι του ήχου τους ανήκει στον ίδιο τον συγγραφέα; Είναι οι αλλότριες φωνές που διαμορφώνουν τις λογοτεχνικές περσόνες, που «καθοδηγούν» κατά κάποιο τρόπο τον συγγραφέα στη μυθοπλασία του, στην πλοκή, στην ιδιαιτερότητα του ύφους; Ή, μήπως η συγγραφική τέχνη είναι που, πλάθοντας αυτές τις φωνές, τους εμφυσά τη ζωή, τους δίνει το βήμα για να μιλήσουν, σε ένα παιχνίδι ανάμεσα στην αυθεντικότητα και την παραποίηση, την αλήθεια και την αναγνωστική «ξαπάτηση». Όπως και να το δούμε, αυτή είναι η γοητεία της λογοτεχνίας, αυτή και η τέχνη του δημιουργού των επινοημένων προσώπων, της επινοημένης πλοκής.

Η Λουκία Δέρβη, στο πρόσφατο βιβλίο της με διηγήματα Ακούω φωνές,  αφέθηκε να αφουγκραστεί τις φωνές των ηρώων της, διαμορφώνοντας μια ενδιαφέρουσα ποικιλία ηχοχρωμάτων. Οι ήρωές της, από την προβληματισμένη από τον «Λύκο» της στο πρώτο διήγημα («Πεντέμισι βδομάδες») μέχρι τον απολαυστικό στη μετρημένη του αγανάκτηση Ανέστη στο τελευταίο διήγημα «Δημήτρη με λένε», μιλούν με τον δικό του τρόπο ο καθένας, αποδεικνύοντας πως η Δέρβη έχει την ικανότητα να μεταποιεί το ύφος και τον λεκτικό τρόπο από ήρωα σε ήρωα, χωρίς να πέφτει στην παγίδα της ομοιομορφίας. Η Δέρβη δοκιμάζει αφηγηματικές τεχνικές, διαφοροποιώντας κάθε φορά τον αφηγητή, την οπτική γωνία, την εστίαση και τον ρυθμό της αφήγησης, και απογειώνει τη γραφή της στην ποικιλία των αφηγηματικών τρόπων, επιλέγοντας πότε την αφήγηση, πότε τον διάλογο, την περιγραφή, τον εμβόλιμο σχολιασμό και, αριστουργηματικά, τον μονόλογο. Σαν όλο το εγχείρημα να αποτελεί μια άσκηση συγγραφική, μια αναμέτρηση με όλες τις δυνατότητες που προσφέρει ο λόγος. Κάτι τέτοιο, φυσικά, απαιτεί ιδιαίτερες ικανότητες, και η Δέρβη αναμφισβήτητα τις έχει. 

 

Έχω προβάρει στο μυαλό μου ολωνών τις κηδείες. Της μάνας μου, των συναδέλφων μου, των φίλων μου, της Λίτσας και όλου του κομμωτηρίου, του Λύκου. Ειδικά του Λύκου. Αν πεθάνει, θα πεθάνω, το ξέρω. Κι αν πεθάνω πρώτη εγώ; Για μένα ποιος θα κλάψει; Ο Λύκος;  («Πεντέμισι βδομάδες», σ. 16).

 

Ξεχωρίζω δύο από τα διηγήματα, αν και πραγματικά δύσκολη η επιλογή.

Το πρώτο είναι η «Ελεύθερη πτώση», μια άσκηση ύφους, μια πρόκληση στις δυνατότητες της γλώσσας, σε ένα κείμενο που αναπτύσσεται ολοένα και περισσότερο με την προσθήκη, από παράγραφο σε παράγραφο, κάθε φορά μόνο μιας λέξης. Η αποθέωση της παντοδυναμίας της λέξης, που εδώ εμπεριέχει μεν το δικό της κωδικοποιημένο μήνυμα, αλλά προστιθέμενη με το ελάχιστο σώμα της στο υπόλοιπο κείμενο το διαφοροποιεί το μετασχηματίζει σε νόημα, του δίνει την ώθηση να ολοκληρωθεί.

Το δεύτερο είναι το «Δημήτρη με λένε», που συνιστά την ανησυχία ή το άγχος της κάθε συγγραφής: ποια είναι η σχέση που δημιουργείται με τον ήρωα της μυθοπλασίας, κυρίως τον επινοημένο; Αποκτά μια δική του «υλική» πλέον υπόσταση, και τότε ο δημιουργός του πρέπει να απολογηθεί; Πόσο αντέχει το «μαγικό ψεύδος» της λογοτεχνίας;  Η συγγραφέας εδώ απέναντι στον ήρωά της.


Τις φορές που η Δέρβη επιλέγει τον μονόλογο (όπως στις «Πεντέμισι βδομάδες», στο «Ο κήπος απέξω», «Η αλήθεια για τον Ντίνο» ή στο «Παναγιώτης Όπως νομίζεις»), δημιουργεί την αίσθηση μιας ιδιαίτερης ικανότητας να προσδίδει στους ήρωές της αληθινή υπόσταση, πραγματική φωνή, να τους κάνει περίοπτους, ορατούς από όλες τις διαστάσεις τους, να αναδεικνύει (ακόμα και στα πιο καθημερινά θέματα) το βάθος τους.

 

Έχω καλό προαίσθημα για την Αντιγόνη. Πάω στοίχημα πως είναι ξανθιά. Και διαβάζει και βιβλία, αυτό πού το πας; Θα έχουμε κάτι να λέμε, να συζητάμε, να πούμε. Αυτά τα λίγα που ξέρω για τους Έλληνες συγγραφείς θα της τα πω όλα, και για τα βιβλία που έχω διαβάσει θα της πω, και για την αρχαία μας ιστορία θα της πω, και αν είναι ανοιχτό μυαλό, να πούμε, θα της πω πως πάω και σχολείο, και για τη ζωή μου θα της πω, δεν τραβάω ζόρι, η άλλη πρέπει να ξέρει με τι φρούτο μπλέκει, το σωστό να λέγεται. («Παναγιώτης Όπως νομίζεις», σ. 117).

 

Αναμφισβήτητα μία από τις πιο ενδιαφέρουσες συλλογές διηγημάτων, πολύμορφη στους τρόπους της, συχνά ευρηματική.  Σκέφτομαι, ταυτόχρονα,  πόσο ακόμα πιο ενδιαφέρον θα ήταν να δοκιμάσει η Λουκία Δέρβη τον αφηγηματικό τρόπο του μονολόγου στη μεγάλη αφήγηση, δηλαδή το μυθιστόρημα.

 

Διώνη Δημητριάδου

 

 

Με λένε Εύα Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη εκδόσεις Μανδραγόρας η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Με λένε Εύα

Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη

 εκδόσεις Μανδραγόρας

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Αναβάπτιση μέσα στο ποίημα • Fractal (fractalart.gr)


 

 

Αναβάπτιση μέσα στο ποίημα

 

είμαι η ανθός τού Εσύ του Εμείς η ρίζα

είμαι εγώ η Άνθρωπος

 

Μία εκτενής ποιητική σύνθεση που ερευνά τη γέννηση του κόσμου, παραμερίζοντας όμως συνειδητά τις στερεότυπες εκδοχές της κυριαρχίας του αρσενικού (σε ανθρώπινη ή θεϊκή μορφή), αλλάζοντας την οπτική και εστιάζοντας στην άλλη όχθη, της αρχέγονης θηλυκής παρουσίας. Γι’ αυτή την «Εύα», ως αρχετυπική μορφή που εμπεριέχει  κάθε θηλυκή ύπαρξη, κάθε μορφή καταπίεσης, υποβάθμισης, αλλά και κάθε αγώνα διαφοροποίησης μέσα στους αιώνες, μιλάει η Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη στην πρόσφατη ποιητική της κατάθεση. Ένα τόσο φιλόδοξο εγχείρημα βρίσκει το κατάλληλο πεδίο έκφρασης στον ποιητικό λόγο, που ξέρει από ποικιλότροπες εναλλαγές στη γλώσσα και στο ύφος, ξέρει όμως ταυτόχρονα πως μπορεί να επικαλεστεί την αρωγή τόσο του έργου των ομοτέχνων όσο και των μυθικών μορφών, προκειμένου να στοιχειοθετήσει λόγο στιβαρό, θέση ξεκάθαρη – απαραίτητες προϋποθέσεις για να ειπωθεί ο «αντίλογος» σε ό,τι η κυρίαρχη ιδεολογία έχει καταστήσει ακλόνητο. Αν «εν αρχή ην ο Λόγος», μια συνθήκη που κατασκευάζει αναλογίες, ψευδείς ισότητες και ανισότητες, σε μια κοινωνία που το πρόσωπο του θεού της είναι αρσενικό, που όλα τα μετράει στο μέγεθος του αρσενικού άρθρου (ας μη μας διαφεύγει η εκφορά του λόγου με την καθοδήγηση μιας γραμματικής που προτάσσει πάντα το αρσενικό πρόσωπο), εδώ η Καϊτατζή λέει: εν αρχή ην το θήλυ, η μήτρα της ζωής, και καλύτερα ακόμη: εν αρχή ην ο/η Άνθρωπος (κατά την εύστοχη επιλογή της Ζωής Καρέλη).

Στην ποίηση της Καϊτατζή θα δούμε τον Ηράκλειτο, που με τον δικό του εμβληματικό λόγο «Εδιζησάμην εμεωυτόν», μοιάζει να προλογίζει τη συλλογή, δείχνοντας τον δρόμο που επιλέγει η ποιήτρια, να ερευνήσει τον εαυτό, να αποδώσει μέσω της ποίησης μια άλλη εικόνα, βαθύτερη και ορθότερη του/της Ανθρώπου. Θα δούμε την Περσεφόνη, την Πηνελόπη, την «έγκλειστη» Έμιλυ Ντίκινσον (υφαίνω και ξεϋφαίνω Πηνελόπη/ ανέραστη/ Έμιλυ αποζητώ την έκσταση στις λέξεις/ έγκλειστη), την Αφροδίτη με τα κομμένα χέρια, τον σκοτεινό εαυτό της Μήδειας, τη Σαπφώ (τις νύχτες γίνομαι Σαπφώ/ συνουσιάζομαι με τις λέξεις/ γεννώ νοήματα). Αλλά και αρσενικές μορφές άλλοτε να απεκδύονται το φύλο τους για να εκφράσουν  και τα δύο φύλα ομοίως, όπως ο Σίσυφος, αιώνιο σύμβολο της εναγώνιας διαρκούς υπέρβασης εαυτού, άλλοτε να αισθάνονται την αυτοπαγίδευσή τους μέσα στον κόσμο που οι ίδιοι κατασκεύασαν για να εδραιώσουν μια επισφαλή κυριαρχία (ο Δίας πιασμένος στο δικό του δόκανο/ Μινώταυρος σε λαβύρινθο μισαλλοδοξίας).



Η Εύα, παντού παρούσα, να μιλά με διαφορετικές φωνές, να ενδύεται άλλα προσωπεία, να γίνεται ακόμη και δαντική Θεία Κωμωδία στο εξαιρετικό ποίημα που συνοψίζει νοηματικά ίσως όλα τα υπόλοιπα: γίνομαι Θεία Κωμωδία/ σαρκάζω την αγιοποίηση της ανίερης επιβολής/ οικτίρω το όσιο παραλήρημα/ κατέρχομαι την αιώνια κόλαση/ για να κατανοήσω την επίγεια/ μιλώ υπαινικτικά ντύνομαι αλληγορία/ όχι αλήθειες συγκαλυμμένες μυθεύματα/ κουκουλώνω το κουκούτσι κι αγγίζω το άφατο.

Και δύο ποιήματα εικονοποιημένα, σχηματοποιημένα σε ωοειδή μορφή (καθόλου τυχαία, το ένα αρχίζει τη σύνθεση και το άλλο την ολοκληρώνει), με ένα λόγο χειμαρρώδη, χωρίς τα περιττά εδώ σημεία στίξης, δύο ποιήματα–κραυγή (σπάω το κέλυφος της προαιώνιας κρύπτης/ έρχομαι ή πάω Πουνέντες ή Σιρόκος/ κάτοπτρο είδωλο ή αντανάκλαση/ πώς λάμπει άυλη η υφή μου/ ωοειδές κάτι ή τίποτα/  αέναος κύκλος/ τι είμαι).

Στην πιο ώριμη ποιητική της ώρα η Καϊτατζή έρχεται με την Εύα της να ταράξει λιμνάζοντα ύδατα, να διαφοροποιηθεί από ποικίλες επαναλήψεις μιας «γυναικοκεντρικής» ποίησης,  θηλυκής στη θεματική της. Πέρα από τις βαρετές, ξεπερασμένες και οπωσδήποτε αδιέξοδες αντιπαραθέσεις του αρσενικού με το θηλυκό, εδώ υμνείται η έννοια του Ανθρώπου με τη διπλή του φύση, ταυτόχρονα αρσενική και θηλυκή, που για να την εννοήσουμε πρέπει να διαβούμε το τείχος, να δούμε και να ακούσουμε και τη θηλυκή φωνή του. Αυτό που επιχειρείται εδώ είναι μια αναβάπτιση της έννοιας του/της Ανθρώπου εν ποιητικώ λόγω. Ανδρόγυνος πλέον δίχως έμφυλα προσωπεία/πλάσμα αυτάρεσκο αυτοερωτικό/ τέρμα οι απαρνημένοι πνιγμοί/ θέλω αγκαλιά αγκαλιάζομαι […] εντάξει θέλει κότσια η μοναξιά της ελευθερίας. Πράγματι, η Εύα της Καϊτατζή, πέρα από μια σπουδαία ποιητική κατάθεση,  έχει και το τίμημα μιας τόσο ιδιαίτερης θεματικής. Το λέει και η ίδια: θέλει κότσια η μοναξιά της ελευθερίας. Το ίδιο και μια τόσο θαρραλέα, ξεχωριστή γραφή.

Στο εξώφυλλο της εξαιρετικής αισθητικά έκδοσης έργο του Γιώργου Ξένου,  θηλυκή μορφή με κυρίαρχο το κόκκινο χρώμα, δηλωτικό της πάσχουσας ύπαρξης (λεπτομέρεια, Χωρίς τίτλο, ακρυλικό σε χαρτί, 2001). 

 

 

 Διώνη Δημητριάδου

 

 

Σάββατο 22 Ιουλίου 2023

Δυο χρόνια στην κόλαση Φιλοσοφία Φώτης Θαλασσινός Κέντρο γραφικών τεχνών η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

 

Δυο χρόνια στην κόλαση

Φιλοσοφία

Φώτης Θαλασσινός

 Κέντρο γραφικών τεχνών

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal 

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500 ΛΕΞΕΙΣ: Μια φωνή από την κόλαση • Fractal (fractalart.gr)



 

 

 

 

Μια φωνή από την κόλαση

 

Πρώτα υπήρξε το σκοτάδι και μετά εγώ σαν σκοτεινός άνθρωπος και καλλιτέχνης. (σ. 7). Ξεκάθαρη, ευθύβολη η αποτίμηση της θέσης στον κόσμο, ένας σύντομος, μόνο με δώδεκα λέξεις, προσδιορισμός εαυτού. Ο Φώτης Θαλασσινός, όμως, μας έχει συνηθίσει σε γραφές με εξομολογητικό τόνο, χωρίς σκιάσεις, χωρίς υπεκφυγές και αποκρύψεις. Και αυτή είναι η αξία της γραφής του, ιδιαίτερης και ξεχωριστής, ήδη διακριτής στον χώρο της λογοτεχνίας για όποιον ψάχνει πέρα από τη βαρετή επανάληψη και τις συγγραφικές ευκολίες. Εδώ, στο πρόσφατο βιβλίο του, Δυο χρόνια στην κόλαση, καταγράφει εν είδει ιδιόμορφου ημερολογίου, τα δύο χρόνια του αναγκαστικού εγκλεισμού, μια κατάσταση που δεν την επιδίωξε, ωστόσο, σε μια σκοτεινή συμπόρευση με το έσω σκοτάδι, του έδωσε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τις σκέψεις του· θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί δοκίμιο φιλοσοφικού στοχασμού, αφού και  ο ίδιος επιλέγει να χαρακτηρίσει ως «Φιλοσοφία» το έργο του στον υπότιτλο; Ίσως περισσότερο να είναι μια ψυχική περιπλάνηση, που εμπεριέχει τις προηγούμενες μορφές. Σε κάθε περίπτωση, ενδιαφέρον το εγχείρημα, ειδικά για όποιον παρακολουθεί τη γραφή του Θαλασσινού, εκτιμώντας το άγριο (συχνά) ξέσπασμά του. Δεν συναντάμε πολλές τόσο καθαρές ψυχικές αποτυπώσεις.



Ο εγκλεισμός ως έννοια δεσπόζει στο έργο αυτό. Και δεν εννοώ μόνο τον εγκλεισμό, στον οποίο όλοι υποβληθήκαμε λόγω πανδημίας. Αυτή είναι μια κατάσταση, η οποία πυροδοτεί τους άλλους διαχρονικούς «εγκλεισμούς», τους οποίους ο Θαλασσινός έχει αποδεχθεί, ως δομικά πλέον χαρακτηριστικά του εαυτού του, είτε η αρχή τους βρίσκεται στους τέσσερις τοίχους ενός σπιτιού, είτε στην κλειστή κοινωνία του γενέθλιου τόπου του, στην ίδια του την οικογένεια, στην προσωπική του συμφιλίωση  με το σώμα του και τις επιλογές του (πόσο όμως ο περίγυρος τις αποδέχεται;), αλλά και τις περιοριστικές δικλίδες ασφαλείας για μια συγγραφή επίσης αποδεκτή. Αυτή η πανδημία είναι γεννήτρια επαναληπτικής αναπαραγωγής των βιωμάτων μου μέσα στη μέρα. (σ. 106). Αντέχονται όλα αυτά; Ο Θαλασσινός για μια ακόμη φορά (το έχουμε δει και σε άλλα βιβλία του, όπως στο Περιπλανώμενος-Ο μονόλογος ενός συγγραφέα, Οδός Πανός, 2020) αφήνεται σε συγκλονιστικό μονόλογο με αποδέκτες όλους εμάς τους προστατευμένους μέσα στις κοινωνικά αποδεκτές συμπεριφορές μας. Σαν άλλος Αρθούρος Ρεμπώ, χωρίς όμως τον ποιητικό λόγο εκείνου, θα αφηγηθεί με τον τρόπο του τη δική του «εποχή στην Κόλαση». Πόσο έτοιμοι είμαστε να την ακούσουμε;

Δεν ξέρω αν η γραφή-κραυγή του Θαλασσινού εμπεριέχει ψήγματα ενοχικής συνείδησης (πόσο αλήθεια μα ευθύνεται ο ίδιος;)  ή αν, αντιθέτως, αποτελεί μια ευθεία καταδίκη του κόσμου, όπως τον έχουμε δομήσει, αποκλείοντας τη διαφορετικότητα, την ευαισθησία, το θάρρος τελικά να ξεστομίζονται τέτοιες αλήθειες. Ο συγγραφέας που εξοστρακίζεται απ’ το προσκήνιο της ζωής, από περιθωριοποίηση, κάποια στιγμή παύει να κοιτά προς την εξωτερική χορεία των συμβάντων και των στιγμιότυπων από τους βίους των άλλων. Καταφεύγει στον μύχιο εαυτό του αναζητώντας νάματα έμπνευσης από παλιές καταγραφές βιωμάτων του. (σ. 21). Η γραφή πλέον αποτελεί γι’ αυτόν τη σωστική λέμβο, λίγο πριν τον πνιγμό. Σαν να μην βρίσκομαι ανάμεσά σας, αόρατος σε κάθε μου πλευρά. […] Θαρρώ θα μείνω στη γωνιά μου μέχρι και να πεθάνω. (σ. 212).

Ένας άνθρωπος μόνος του, από ανάγκη και από επιλογή τελικά, φέρνει εδώ μνήμες από τη ζωή του, παρατηρεί και καταγράφει όσα έγκλειστος ζει, φωνές που ακούει, εικόνες που φαντάζεται, επιθυμίες και αποστροφές. Μιλά για όλα και για όλους, με σκέψη στοχαστική με πολιτική ωριμότητα, με ανάγκη να καταδικάσει όλα όσα εμποδίζουν την ελεύθερη βούληση, τις προσωπικές επιλογές. Και καταλήγει (στην εκατοστή τρίτη ημερολογιακή καταγραφή): Τώρα που τα σκέφτομαι και τα ξαναδιαβάζω όλα, ήταν σίγουρα μια εποχή στην κόλασή μου. Δεν γίνεται κάποιος να είναι κολασμένος, η κατάθλιψή του, κατάθλιψη ψυχωσικού τύπου με στιγμές εντελώς παρανοϊκές, ένα ανηλεές εσωτερικό γδάρσιμο. (σ. 239). Δεν ξέρω αν ο Θαλασσινός ξέφυγε από την κόλαση, από το σκοτάδι που έχει μέσα του, γράφοντας αυτό το βιβλίο. Ή αν η λύτρωση (αν ήρθε) ήταν σύντομη και τον άφησε πάλι στη μέση της  αφρισμένης, άγριας θάλασσας.  Έτσι κι αλλιώς η γραφή έχει το αντίτιμό της, ζητά αίμα ψυχής, και ο Θαλασσινός έχει αποδείξει πως γράφει αιμορραγώντας.

Διώνη Δημητριάδου