Τετάρτη, 16 Σεπτεμβρίου 2015

Διαβάζοντας και σχολιάζοντας (περί χάους ατελεύτητου της γραφής)

Η ανάγνωση:
(από το βιβλίο του W.G. Sebald « οι δακτύλιοι του Κρόνου», εκδόσεις Άγρα)



«Η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τους αδιόρατους νόμους που κινούν τα νήματα της ύπαρξής μας δεν έπαψε να αποτελεί σε τελευταία ανάλυση ανεξιχνίαστο μυστήριο και για τον ίδιο το Τόμας Μπράουν, για τον οποίο ο κόσμος μας δεν ήταν παρά το σκιαγράφημα ενός άλλου κόσμου…
…Όπως οι υπόλοιποι Άγγλοι συγγραφείς του 17ου αιώνα, έτσι και ο Μπράουν διαφυλάσσει όλη του τη λογιότητα, αξιοποιώντας έναν αστείρευτο θησαυρό από παραθέματα και, ανατρέχοντας σε όλες τις προγενέστερες αυθεντίες, χρησιμοποιεί περίπλοκες μεταφορές και παρομοιώσεις, πλάθει δαιδαλώδη φραστικά σχήματα, ενίοτε έκτασης μίας ή δύο σελίδων, τόσο πληθωρικά σε εκφράσεις ώστε να φαντάζουν σαν λιτανείες ή νεκρώσιμες πομπές…
…όταν σκαρφαλώνει μαζί με το φορτίο του όλο και ψηλότερα μέσα από τις τροχιές που διαγράφει η πρόζα του, γλιστρώντας ανάλαφρα σαν πουλί στα θερμά ρεύματα της ατμόσφαιρας, τότε ακόμα και ο σημερινός αναγνώστης νιώθει να τον πλημμυρίζει ένα πρωτόγνωρο αίσθημα ανάτασης. Όσο αυξάνει η απόσταση τόσο πιο ξεκάθαρη γίνεται η θέα…
…Και ωστόσο, έλεγε ο Μπράουν, κάθε γνώση περιβάλλεται από αδιαπέραστο σκοτάδι. Δεν αντιλαμβανόμαστε παρά τις ξαφνικές λάμψεις στην άβυσσο της άγνοιας, στο οικοδόμημα του κόσμου που κλονίζεται από βαθείς ίσκιους. Μελετάμε την τάξη των πραγμάτων, δίχως όμως να συλλαμβάνουμε την εσωτερική της δομή.»

Και το σχόλιο:

Νομίζω θα συμφωνήσετε πως δεν προσθέτει ένας επιπλέον σχολιασμός κάτι παραπάνω στην αγωνιώδη, αλλά  ασαφή και απροσδιόριστη ως προς τα αποτελέσματα,  έρευνα του ανθρώπου ανέκαθεν να κατανοήσει τα της δομής του σύμπαντος. Ήταν, είναι και, κατά κοινό φόβο, θα παραμείνει άγνωστη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των περί χάους ασχολουμένων.
Ωστόσο, αποκτά ενδιαφέρον το παραπάνω απόσπασμα της σκέψης του Sebald για τους ασχολουμένους με τα της γραφής. Όντως η απόσταση από τα πεζά και καθημερινά γραφήματα (ας μου επιτραπεί εδώ η καταχρηστική χρήση του γραφήματος, ως περίπου τα όρια του οξύμωρου) κατά μια έννοια απογειώνει το κείμενο, έτσι όπως φέρει πια το βάρος των πολύπλοκων σχημάτων λόγου, των μεταφορών και της ευρύτατης χρήσης της αλληγορίας. Μοιάζει το κείμενο απόμακρο, σαν να προσπαθεί να πει περισσότερα από το αληθινό του νοηματικό περιεχόμενο. Άρα μεταλλάσσεται ξαφνικά σε σπουδαιότερο;

Εντούτοις, η σαφής παράθεση των τεχνημάτων του λόγου χωρίς κοσμητικές παραμέτρους ίσως να οδηγεί ασφαλέστερα, εκτός οπωσδήποτε από την κατανόηση, αλλά και στη θετική αξιολόγησή του. Ίσως ο καλύτερος τρόπος να παρουσιαστεί η αναπόφευκτη πολυπλοκότητα του κόσμου που μας περιβάλλει να είναι η απλή, λιτή αναφορά της ουσίας, με λιγότερη ποσοτικά τη φροντίδα του ‘περιτυλίγματος’. Μιλώ προφανώς για τη λογοτεχνία η οποία (απέχουσα του δοκιμιακού λόγου ως προς τα υλικά της εφόδια) μπορεί να εκτεθεί με μόνη σκευή τις λέξεις της, χωρίς περίβλημα περίτεχνο και πολύτεχνο. Έτσι ο αναγνώστης απογειώνει, αν φυσικά μπορεί, αυτό το περιεχόμενο με τη δική του πολύπλοκη, συνειρμική και εικονοπλαστική φαντασία. Μήπως είναι καλύτερα έτσι;

(Διώνη Δημητριάδου)