Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ 
στην ποιητική συλλογή του Λουκά Κούσουλα 
«Εν παραβολαίς» 
από τις εκδόσεις «Τυπωθήτω»






Ποιος αναρωτιέμαι να είναι ο καταλληλότερος τρόπος εισαγωγής στον ποιητικό κόσμο του Λουκά Κούσουλα, ο οποίος καθόλου συνηθισμένος δεν λέγεται. Φυσικά, θα μπορούσε να αντιτείνει κάποιος γνώστης των ποιητικών πραγμάτων, αυτό ισχύει στην περίπτωση όλων των δημιουργών. Σωστή οπωσδήποτε η παρατήρηση. Κι όμως διαβάζοντας επί πολλά χρόνια τα γραφτά του Λουκά  Κούσουλα  διαπιστώνω πως γι’ αυτόν που θα θελήσει να εντρυφήσει στη σκέψη του ποιητή/διανοητή ανοίγεται δρόμος ξεχωριστός και ίσως ιδιόμορφος.
Υποστηρίζω -και δεν είμαι η μόνη- ότι ο Κούσουλας είναι ένας από τους σημαντικότερους διανοούμενους της εποχής μας, με διαρκή παρουσία στα γράμματα για πάνω από πενήντα χρόνια. Με διεισδυτική ματιά στην πολύμορφη πραγματικότητα, συχνά ανηλεής στον σχολιασμό καταστάσεων και προσώπων, με δηκτικό χιούμορ αλλά και ευαισθησία μοναδική. Μοιρασμένη η συγγραφική του δραστηριότητα ανάμεσα στην ποίηση και στη δοκιμιογραφία.
Όπως λέει ο ίδιος εισαγωγικά στην πρόσφατη συλλογή του «Τα περιλαμβανόμενα στην ενότητα ‘Εν παραβολαίς’ ποιήματα γράφτηκαν σε μια μακρά χρονική περίοδο (1965-2008) χωρίς κανένα προγραμματισμό˙ βρέθηκαν κατεσπαρμένα σε διάφορες συλλογές μου και είναι η πρώτη φορά τώρα που συγκεντρώνονται, χρονολογικώς πως στο παρόν σώμα. Ας το έχει παρακαλώ υπόψη του ο καλοπροαίρετος αναγνώστης».
Το ενδιαφέρον σε μια τέτοια περίπτωση, ας πούμε επανέκδοσης ποιημάτων, δεν έγκειται μόνο στη νέα εμπειρία που πάντοτε προσφέρει  μια εκ νέου ανάγνωση (φαντάζομαι ότι όσοι αποκτούν ιδιαίτερο δεσμό με τα βιβλία τώρα συγκατανεύουν στην αίσθηση αυτή) αλλά κυρίως στο γεγονός ότι παρακολουθούμε την πορεία του ποιητή μέσα στα χρόνια με βάση τα ποιήματα που ο ίδιος επέλεξε. Θα έλεγα, μάλιστα, πως και μόνη η επιλογή μπορεί να μας αποκαλύψει πολλά. Ταιριάζει εδώ, ως προς αυτό, η άποψη του Γκαίτε, ότι ακόμη και η απλή παράθεση χρονολογιών (δηλαδή και ασχολίαστη να είναι) καταδεικνύει την τοποθέτηση αυτού που τις επέλεξε.
Τα πρώτα επτά ποιήματα της συλλογής χρονολογούνται από το 1965 ως το 1975. Κάποιο ταξίδι με το τραίνο (Του τρένου Α΄, 1965) θα δώσει τη ευκαιρία για πικρό σχόλιο (πλην πρώιμο κάπως λόγω της ηλικίας του ποιητή) πάνω στον χρόνο που διατηρεί μεν τις μνήμες αλλά που διαφοροποιείται σε μια μόνο στιγμή. Μεταγενέστερα δυο ποιήματα (Του τρένου Β΄, Του τρένου Γ΄, 1973) θα αφήσουν πιο προσωπικά σχόλια
«…
κι ο έρωτας
ένα μετέωρο βάρος πίσω από το δέρμα…»
ή ακόμη εύστοχες παρατηρήσεις για τις εκπλήξεις της ζωής μέσα από άσχετες φαινομενικά εικόνες, που τόσο αγαπά ο ποιητής να διασώζει με τη φωτογραφική του μηχανή.
Αγαπά τα ταξίδια ο ποιητής μας, πότε με τραίνο, πότε με το αυτοκίνητό του, απομακρυνόμενος έτσι από την αγαπημένη του γενέθλια γη, τον Παρνασσό. Όλως απροόπτως πάντως θα συναπαντηθεί με το βουνό του, αναγνωρίζοντάς το σταδιακά, με εξαίρετο ποιητικά τρόπο, έστω από μακριά, ενώ βρίσκεται στην Αιδηψό (Απρόοπτο στην Αιδηψό, 1972)
«…
ανυποψίαστος στην αρχή,
αδιάφορος αφηρημένος,
κατάπληκτος σε λίγο,
συνεπαρμένος,
αναγνώρισα στον ορίζοντα,
ολοκάθαρο γειτονικό,
γνέφοντάς μου θαρρώ αδελφικά
-το φαντάζεστε λοιπόν ε!-
Τον Παρνασσό!
Στην Αιδηψό!
…»
Ο ποιητής εκτός από τα ταξίδια αγαπά και τα ύψη, τουλάχιστον στον συμβολισμό τους. Μένει εκστατικός στη θέα του χιονιού, όποτε το συναντήσει (Υψομετρικά σύνδρομα, 1973) συνταιριάζοντάς το με το ύψος που του αρμόζει αλλά και που ο ίδιος αναζητά
«…
Τι μεθύσι είναι αυτό τι νίκη τι ύψος!
…»
υψωμένος μαζί του σε ουρανούς ευτυχίας.
Από το 1975 ως το 1995 ο ποιητής θα σιγήσει. Διακόπτει τη σιωπή του και ξανασυναντά την ποίηση
«…
-είκοσι χρόνια αφότου
έχω κόψει μαζί της-
…»
για να μας μεταφέρει κάτι απρόοπτο και εξαίσιο από τα ‘mirabilia’, όπως λέει, της ζωής του. Θα μπορούσε νομίζω κάποιος μελετητής του έργου του Κούσουλα να αφιερώσει ένα δοκίμιό του μόνο στο θέμα των αετών, που πετώντας στα ύψη επισκέπτονται τις ποιητικές του σελίδες. Στη συλλογή αυτή θα βρούμε δύο σχετικά ποιήματα, με διαφορά είκοσι επτά χρόνων μεταξύ τους. Το σκηνικό στο πρώτο είναι στον Παρνασσό (Παρνασσός, ανάβαση, 1968) και στο δεύτερο στην Κρήτη, στο Λιβυκό πέλαγος (Έκτακτο παράρτημα, 3 Απριλίου 1995). Οι αετοί αυτοί, παρά την αμφισβήτηση των άλλων παρισταμένων ως προς την ταυτότητά τους (τους εξέλαβαν ως γύπες) επιβιώνουν υπερήφανοι στα δύο αυτά ποιήματα εκστασιάζοντας τον ποιητή με την υψιπετή τους παρουσία αλλά και δημιουργώντας ποικίλες ερμηνείες ως προς τον συμβολισμό τους. Ειδικότερα το πρώτο, ακόμη στην εποχή που πρωτοδημοσιεύτηκε αλλά και αργότερα, δημιούργησε σε κάποιους την εντύπωση πως ο ποιητής υπονοεί τους αντάρτες, που ιδεατά ακόμη τριγυρνούν στα βουνά, ηττημένοι μεν αλλά περήφανοι στο ιδεολογικό τους ύψος, παρά τις αμφιλεγόμενες απόψεις. Αναμφισβήτητα μια ερμηνεία ικανή να σηκώσει το βάρος τους αλλά και συνάδουσα με την πολιτική διάσταση, που δίνει στον ποιητικό λόγο η γενιά του Λουκά Κούσουλα. Ίσως από την άλλη να μην είναι τίποτε περισσότερο από άλλη μια αποθέωση του ύψους από την πλευρά του ποιητή, με τις απαραίτητες ωστόσο συμβολικές διαστάσεις ή τέλος μια καθαρά αισθητική απόλαυση που του γεννά η θέαση τους. Δεν είναι άλλωστε και μικρό πράγμα η συνάντηση μαζί τους. Οπωσδήποτε ο ίδιος στο δεύτερο ποίημά του θα τους καταγράψει ως οιωνούς, που με το θαύμα τους τον ενθαρρύνουν και του αμφισβητούν την ως τότε κατασταλαγμένη άποψη
«…
είναι αργά πια για όλα;
…»



Πάντως, μετά από αυτή την έκτακτη παρέκκλιση,  θα επιστρέψει πάλι στη σιωπή του μέχρι το 2000. Στα ποιήματα αυτής της χρονικής ενότητας (2000-2007) παρατηρείται μια στροφή στον τρόπο που αναμετριέται με την ποίηση. Ο λόγος του έχει μεγαλύτερη περιπλοκή, κάνει παρεκβάσεις επεξηγηματικές ως ότου φθάσει στο κέντρο του νοήματος, δίνοντας περισσότερο χώρο στον αγαπητό του δοκιμιακό λόγο, ο οποίος κρύπτεται, κατά τη γνώμη μου, σε όλα ανεξαιρέτως τα ποιήματά του, ιδίως όμως σ’ αυτά των τελευταίων χρόνων αποκαλύπτεται σε όλη του τη διάσταση. Θεωρώ ότι ο Λουκάς Κούσουλας είναι κατ’ εξοχήν δοκιμιογράφος, ακόμη και όταν αφήνεται να τον παρασύρει ο ποιητικός λόγος. Άρα, περισσότερο σχολιάζει, και σχολιάζοντας δημιουργεί την ιδιάζουσα ποίησή του. Προσεγγίζει, έτσι, ποιητικώ τω τρόπω, τον Άμλετ (ως πρόσωπο και όχι ως έργο),  τον Παρμενίσκο (ευφυώς επισημαίνοντας τη σχέση του ανθρώπου με τους διακονούντες την εκάστοτε θεία δύναμη), φυσικά τον Πλούταρχο, (τον οποίο ματαίως αναζητά στη σύγχρονη Χαιρώνεια). Ας ικανοποιείται ότι τον τελευταίο τον συναντά τουλάχιστον στα δικά του γραφτά, καθόσον ο ποιητής μας με τη φιλολογική του ιδιότητα έχει ασχοληθεί εκτενώς μαζί του.
Το τελευταίο κομμάτι της συλλογής το αφιερώνει στη «δεύτερη πατρίδα» του, όπως λέει, την Αγία Παρασκευή, με τρία ποιήματα γραμμένα από το 2005 μέχρι το 2008. Εκεί θα συναντήσουμε τον ποιητή πιο στοχαστικό πάνω σε καθημερινές -πλην ιδιαίτερες- εικόνες, στην αγαπημένη του πλατεία του Άι-Γιάννη, ή στο μπαλκόνι του ανησυχώντας για τα ετήσια ταξίδια των κοτσυφιών (Τα κοτσύφια της Αγίας Παρασκευής, 2006), τα οποία θεωρεί
«…
Μια πολύ πολύ προσωπική υπόθεση!
…»
Και τα οποία θα του δώσουν το δικαίωμα να πει
«…
όλα θα πάνε καλά,
και κάθε λογής πράγμα
καλά θα πάει˙ τα κοτσύφια,
όσο τουλάχιστον το κατ’ αυτά,
το εγγυώνται.»


Τέλος θαυμάζοντας το φεγγάρι του Υμηττού. Σ’ αυτό το τελευταίο (Το φεγγάρι του Υμηττού, 2005), από τα ωραιότερα της συλλογής, θα συνδέσει το φεγγάρι με μια σχεδόν επισκόπηση της ζωής του, από τα εφηβικά ερωτοχτυπήματα ως
«…
τη μοιραία ώρα του˙ που έσβησε,
χάθηκε από τον ουρανό μου
…»
Νομίζω έχει γίνει ήδη φανερό γιατί ο ποιητής επέλεξε τον τίτλο ‘Εν παραβολαίς’ για τη συλλογή του. Θέλοντας να μιλήσει για τον ποιητικό του δρόμο, συνδέοντάς τον αναπόφευκτα με τις διαδρομές της ζωής του, της πολυκύμαντης, δεν βρήκε καλύτερο τρόπο από το να μιλήσει με παραβολές. Αντιπαραβάλλει έτσι το πραγματικό με το σχεδιασμένο ποιητικά, την αλήθεια με την ισχυρότερη αλήθεια της παραβολής, για όποιους είναι μυημένοι στα μυστικά του λόγου. Άλλωστε ο ίδιος θυμάται τον στίχο του Σεφέρη
«κι α σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές
είναι γιατί τ’ ακούς γλυκότερα»
αλλά και το παλαιότερο του Πλάτωνα
«Τον ποιητήν δέοι, είπερ μέλλοι ποιητής είναι, ποιείν μύθους αλλ’ ου λόγους».
Μέσα από αυτόν, λοιπόν, τον παραβολικό τρόπο θα μας ξεδιπλώσει τον  λόγο του, θα μας αφήσει να εννοήσουμε το δεύτερο, συχνά και το τρίτο, επίπεδο στις εικόνες που μας μεταφέρει, να ‘διαβάσουμε’ πίσω από τις λέξεις τη γνήσια έκπληξή του για τα θαύματα αυτού του κόσμου αλλά και τη θλίψη, τον πόνο που γεννά η ζωή με τις ανατροπές της, βίαιες πολλές φορές.
Με τη συλλογή ‘Εν παραβολαίς’ ο αναγνώστης θα συναπαντηθεί με τον ποιητή και μέσα από την ποιότητα του ποιητικού του λόγου αλλά και την ενάργεια της σκέψης του θα αποκομίσει τη γνήσια ηδονή που προσφέρει η ποίηση, όταν φυσικά (όπως εδώ) απομακρυνόμενη από τα περιττά στολίδια, παρουσιάζεται λιτή και ουσιαστική.

(Διώνη Δημητριάδου)