Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ 
στη νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη «Κωμωδία», 

από τις εκδόσεις Πόλις





Μου συμβαίνει να γυρνάω σε παλαιότερα αναγνώσματα  συχνά για να θυμηθώ κάτι ή -πιο σπάνια- για να επανεκτιμήσω το περιεχόμενό τους. Αυτό συνέβη και με τη νουβέλα του Αχιλλέα Κυριακίδη. Κάποια λίγα χρόνια πριν το είχα διαβάσει αλλά, ίσως γιατί το μυαλό έχει δικούς του νόμους και επιλέγει τι του ταιριάζει τη δεδομένη στιγμή κάθε φορά, το είχα τότε αφήσει ασχολίαστο. Και να, που επανέρχεται απαιτώντας τη θέση που του αξίζει στα προτιμητέα βιβλία.
Και ξεκινώ ανορθόδοξα κάπως. Γνωρίζουν οι ‘παροικούντες την Ιερουσαλήμ’ των βιβλίων ότι από την ‘Ποιητική’ του Αριστοτέλη σώζεται το πρώτο βιβλίο με όλα τα πολύτιμα για την τραγωδία, δεν σώζεται όμως παρά μόνο μία φράση από το δεύτερο «Για τους ιάμβους και την κωμωδία…», αν και μας έχει προϊδεάσει για την ενασχόλησή του με το αντικείμενο αυτό «…περί κωμωδίας ύστερον ερούμεν», ήδη στο 6ο κεφάλαιο.
Οι επιλεκτικοί αντιγραφείς, σε σκοτεινές εποχές, απωθήθηκαν από τα σχετικά με την κωμωδία φοβούμενοι προσωπικές ‘επαναστάσεις’ και απομακρύνσεις από τον μοναδικά ορθό δρόμο. Και ό,τι δεν έτυχε αντιγραφής, απλώς δεν διεσώθη. Η έννοια του κωμικού αξίζει, ωστόσο, την προσοχή μας.
Ο κωμικός τρόπος έκφρασης εμπεριέχει ελευθερία αλλά και την απαραίτητη ελευθεριότητα, ως πρόσφορους δρόμους επαφής με τον θεατή (στο θέατρο), με τον αναγνώστη εν προκειμένω. Φυσικά απαιτεί και αίσθηση του χιούμορ αλλά και αρχική διάθεση διακωμώδησης καταστάσεων. Ίσως ακόμη σαρκασμό και οπωσδήποτε αυτοσαρκασμό. Όλα αυτά, όμως, είναι αρκούντως επικίνδυνα. Σκεφθείτε την ετυμολογία της λέξης ‘αστείο’. Εκ του άστεως, φυσικά. Αρμόζει να αστειεύεται κάποιος, ως ανεκτή συνθήκη, αρκεί να το δηλώνει (στο θέατρο, ας πούμε) προς αποφυγήν παρεξηγήσεων, ή αρκεί να ‘παίζει’ με αυτό, όσο είναι παιδί. Μεγαλώνοντας, όμως, παύουν τα αστεία. Επικρατεί η λογική, εδώ είναι σοβαρά τα πράγματα, δεν ‘αστειευόμαστε’. Ταιριάζει, λοιπόν, στην προσποίηση των αστών, στο ‘κοινωνικό τους συμβόλαιο’ χάριν της ομαλής και απρόσκοπτης συμβίωσης, στη συμφωνημένη και αποδεκτή υποκρισία.
Κι εδώ ακριβώς έρχεται αυτή η νουβέλα, αυτό το ελάχιστο σε έκταση κείμενο, να παίξει με τον αναγνώστη, αλλά όχι μόνον με αυτόν. Και ανοίγει το παιχνίδι αυτό χωρίς την απαραίτητη προειδοποίηση –εκτός φυσικά από τη σαφήνεια του τίτλου, για όποιον τον προσέξει και τον πάρει τοις μετρητοίς.
Ο ήρωας ο Δ.Χ. (ερμηνεία των αρχικών αυτών ανοιχτή στον κάθε αναγνώστη, αν και συνηθισμένοι είμαστε στην πρώτη που μας έρχεται στον νου, δημόσια χρήση) θα βρεθεί μπροστά σε μια ανατροπή απόλυτη της ρυθμισμένης του ζωής μέσα από ένα αναπάντεχο τηλεφώνημα «αν θες να ζήσεις έλα το Σάββατο 18 Ιουνίου…», με τις απαραίτητες οδηγίες για το παράξενο αυτό ραντεβού…με τη ζωή. «Ό ήρεμος λιμναίος του κόσμος και το βότσαλο που τον είχε αναταράξει…». Στη συνέχεια θα συναντήσουμε τον Δ.Χ. με αυτό ή άλλο όνομα να εναλλάσσεται με άλλα πρόσωπα, ως διαφορετική περσόνα, που ωστόσο δεν μας μπερδεύει. Κατανοούμε πως πρόκειται για τον ίδιο, αυτόν που θα μπορούσε να είναι ο ήρωας του εμβληματικού βιβλίου του Ρόμπερτ Μούζιλ, «Ο άνθρωπος χωρίς ιδιότητες». Μοιάζει ο συγγραφέας να μας επιτρέπει να δούμε αυτή την αλλαγή ταυτότητας ως επακόλουθο της απροσδιόριστης ζωής του ήρωα (άμορφος, άχρωμος, άρα επιρρεπής σε μεταμορφώσεις) ώστε να μπορεί με την ευχέρεια του χαμαιλέοντος να ενδυθεί  άλλες προσωπικότητες. Έτσι ο ανούσιος δημόσιος υπάλληλος είναι ταυτόχρονα και ο διανοούμενος πρώην αριστερός αλλά και ο ειδικός επιστήμων, ακόμη και ο μετανάστης Αλβανός.





Με αυτόν τον τρόπο ο συγγραφέας φαίνεται να υπονομεύει κάθε αρχή περί λογοτεχνικής γραφής (ας ξεχάσουμε εδώ ό,τι γνωρίζουμε, ας πούμε, για τα χαρακτηριστικά που οφείλει να έχει μια ‘αξιοπρεπής’ νουβέλα), αλλά και τον ίδιο τον ήρωά του. Πίσω από τις λέξεις του τον φανταζόμαστε να περιγελά ακόμη την ασφαλή θεώρηση που έχουμε για τον κόσμο. Τι ισχύει και τι όχι; Ποιος κινεί τα νήματα και υπακούμε; Σαν να βλέπουμε στις σελίδες του μια μικρογραφία του συμπαντικού χάους, μέσα στο οποίο πασχίζουμε να δομήσουμε, οι αφελείς, τη λογική μας ζωή. Ε, δεν πρόκειται για μια έξοχη κωμωδία; Η υπονόμευση των λογοτεχνικών δεδομένων από τον συγγραφέα συμβαδίζει και ανταποκρίνεται απολύτως με την υπονόμευση των επιλογών μας από την ίδια τη ζωή.
Η ειρωνική θεώρηση αυτού του παράλογου κόσμου συνεπικουρείται από την υπέροχη επιλογή της γλώσσας. Αποδίδοντας διαρκώς στα άψυχα ανθρώπινες ιδιότητες σε έναν αληθινά εμπνευσμένο συνδυασμό (όχι εν είδει χαρτοκοπτικής ή οξυγονοκόλλησης, όπως συχνά γίνεται από επίδοξους ή και καταξιωμένους ‘ποιητές’ σήμερα συχνά) μας ερμηνεύει στην πραγματικότητα συναισθήματα που φέρουν οι ήρωες, δημιουργώντας έτσι μια πιο εύκολη πρόσβαση στον κόσμο τους.
Μια διακωμώδηση της τάχα ασφαλούς λογικής μας; Μια υπονόμευση των ‘σταθερών’ της ζωής μας; Μια φάρσα εν τέλει; Η απάντηση στον αναγνώστη. Ο συγγραφέας (ευφυώς) δεν θα δώσει τη δική του απάντηση. Θα μας έχει δείξει, ωστόσο, πως σημασία έχουν κάποιες λεπτομέρειες, που τις αφήνουμε να διολισθήσουν ανεπαίσθητα μέσα από τη ζωή, που νομίζουμε ότι ζούμε.


(Διώνη Δημητριάδου)