Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2015

Μια 'ανάγνωση' στη συλλογή μικροδιηγημάτων

«Φόβος κανένας» 

του Γιάννη Φαρσάρη,

από τις εκδόσεις “OPENBOOK



«Το σημαντικό είναι να εξαπλώσετε τη σύγχυση, όχι να την καταργήσετε». Με αυτά τα λόγια του Σαλβαδόρ Νταλί στην προμετωπίδα του βιβλίου σκέφτομαι πως κάπως με ανάλογο τρόπο-οδηγό θα πρέπει και να ξεκινήσει το διάβασμα. Κι αν περιμένει κανείς εδώ να χειραγωγήσει τις λέξεις και τα νοήματα του Γιάννη Φαρσάρη σε μια λογική σειρά, να βρει έστω έναν κοινό τόπο αναφοράς, ως είθισται στις συλλογές διηγημάτων, μάλλον θα διαψευστεί στην προσπάθειά του.
Αυτά τα ολιγόλογα μικρά πεζά έχουν τη δική τους λογική και απαιτούν από τον αναγνώστη και την ανάλογη αντιμετώπιση. Εξηγούμαι: ένα μικρό διήγημα (κάποιοι το ονομάζουν «ιστορία bonsai», ο συγγραφέας προτιμά τον όρο μικροδιήγημα και  με βρίσκει σύμφωνη) απλώς δεν προλαβαίνει να βάλει όλα τα πράγματα σε μια σειρά, δεν “τακτοποιεί” τον χώρο του. Αρκείται στις αναπνοές που παίρνει για να ζήσει με το μικρό του δέμας και στην αίσθηση δυνατής λογοτεχνίας που μεταδίδει στον αναγνώστη του. Για να το πετύχει οπωσδήποτε αυτό, στα εφόδιά του πρέπει να βρίσκεται αρχικά η έμπνευση που δημιουργεί μια ιστορία «εκ του μη όντος», που φτιάχνει το σκηνικό και την πλοκή, έπειτα πρέπει να κινηθεί μέσα του ο ήρωας. Ένας ήρωας που να μην ασφυκτιά μέσα στις ελάχιστες σελίδες ζωής που θα του δώσει ο συγγραφέας, αντιθέτως να δίνει την εντύπωση της μακροημέρευσης. Τέλος απαιτείται αυτή η ιδιαίτερη πνοή (στην ουσία εκπνοή) στο τέλος της ιστορίας, αυτή που θα σε κάνει να τη θυμάσαι και να την ξεχωρίζεις ανάμεσα σε τόσες άλλες που κυκλοφορούν φλύαρα στα διάφορα βιβλία. Θαρρώ πως ο Γιάννης Φαρσάρης έχει πετύχει στις προϋποθέσεις αυτές.

Έχουμε, λοιπόν, εδώ 29 μικρά τέτοια πεζά με προσωπικότητα, με αυτοδυναμία, με θάρρος και με θράσος ακόμη κάποια από αυτά, έτοιμα για αναμέτρηση με τον απαιτητικό αναγνώστη της διήγησης. Γιατί, να το πούμε κι αυτό, το διήγημα (πόσο μάλλον το μικρό σε έκταση) έχει το δικό του κοινό με μεγάλες απαιτήσεις μάλιστα. Δεν είναι εύκολη η μικρή φόρμα, καθόσον δεν έχει την πολυτέλεια της ανάπτυξης, όπως το μυθιστόρημα ή ακόμη και η νουβέλα, αλλά σε μικρό “πακέτο” οφείλει να προλάβει να συγκινήσει (με την έννοια της από κοινού κίνησης) τον αναγνώστη στον γρήγορο ρυθμό του συγγραφέα.

Ας πάρουμε για παράδειγμα αυτό που δίνει και τον τίτλο σε όλη τη συλλογή:
«Φόβος κανένας
Κι όταν ήρθε ο Πολύφημος στη σπηλιά, κάτσαμε δίπλα στη φωτιά και του διάβασα την Ιλιάδα
Τι όμορφη σύλληψη ιδέας. Για να αφήσουμε την εικόνα του Οδυσσέα να διαβάζει σαν παραμύθι στον κύκλωπα την προ-ιστορία του. Σαν να μας λέει εδώ ο συγγραφέας «όλα μέσα σ’ ένα παραμύθι είναι, γι’ αυτό λοιπόν φόβος κανένας» κλείνοντάς μας ταυτόχρονα συνωμοτικά αλλά και καθησυχαστικά το μάτι. Χρειάζεται μήπως κανείς ιδιαίτερη πλοκή εδώ;

Ή ακόμη και σ’ αυτό το ελάχιστο:
«Ο Ντίνος
‘Ντίνο’ με είπε χθες βράδυ, την ώρα που κάναμε έρωτα η γυναίκα μου. ‘Ντίνο;’ Τη ρώτησα, αλλά εκείνη δεν απάντησε, γιατί ήταν ξαπλωμένη δίπλα μου νεκρή
Τα είπε όλα και με τον πιο εύστοχο τίτλο. Το σύντομο κείμενο πήρε την εκδίκησή του από το (συχνά απαντώμενο στη λογοτεχνία) φλύαρο.

Διάλεξα αυτά τα δύο εξαιρετικά σύντομα διηγήματα, κατά την άποψή μου πλήρεις ιστορίες, γιατί μέσα από τη συντομία τους φαίνεται καλύτερα τι σημαίνει ‘μικροδιήγημα’. Μέσα στα 29 αυτά μικρά του βιβλίου υπάρχουν φυσικά και μεγαλύτερα σε έκταση, τα οποία υπηρετούν με την ίδια πάντα λογική την έννοια του ελάχιστου, πλην σημαντικού.

Ο συγγραφέας επιλέγει το πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση, ίσως γιατί ταιριάζει περισσότερο στη  μικρή φόρμα, καθόσον το πρόσωπο μιλάει πιο εύκολα (εν είδει εκμυστήρευσης προς εαυτόν), βγάζει προς τα έξω τα εσώτερα αληθινά  και οδηγεί την ιστορία σε “λύση” πιο γρήγορα, όπως απαιτεί ο χρόνος του μικρού κειμένου. Δεν απαιτείται εδώ η παρέμβαση τρίτων προσώπων, η πλοκή ορίζεται από τον αφηγητή και σε έκταση και σε ρυθμό. Άλλωστε οι ιστορίες εκτυλίσσονται σε σύντομο διάστημα. Η τέχνη του συγγραφέα κατόρθωσε, ωστόσο,  μέσα σε κάτι λιγότερο από πέντε σελίδες στο ευρηματικό «Είκοσι δύο χρόνια χωρίς διακοπή» να χωρέσει μια ιστορία ζωής με τρεις σύντομους μονολόγους των εμπλεκόμενων προσώπων. Αξιοσημείωτο, πιστεύω, στην υπόθεση της μικροδιήγησης.


Στις περισσότερες ιστορίες κυριαρχεί το χιούμορ, αναμφίβολα συστατικό της προσωπικότητας του συγγραφέα, άλλοτε με απροκάλυπτο τρόπο και άλλοτε υποκρυπτόμενο σε λεπτομέρειες της σκηνής ή του λόγου. Έτσι αποκτά το μικροδιήγημα ακόμη ένα συνδετικό υλικό για να υφάνει την πλοκή. Μέσα από το χιούμορ, την ειρωνεία ή και τον αυτοσαρκασμό αναδεικνύεται η ιστορία, ο ρόλος των προσώπων και, φυσικά, η μοίρα και η τύχη, συχνό ‘φόντο’ σε μια λογοτεχνική απόπειρα γραφής.

Μια ανάσα είναι αυτά τα μικρά πεζά αλλά σε όλα προφταίνεις να δεις ξεκάθαρα τα κομμάτια του παζλ που συναποτελούν την κάθε ιστορία. Διαβάστε το «Δεν βιάζομαι» ή «Το παραφάρμακο» και αναρωτηθείτε αν χρειαζόταν έστω μια αράδα παραπάνω στην έκτασή τους. Το αριστουργηματικό «Μαύρο μανταρίνι», από την άλλη, στο οποίο χώρεσε όχι μόνο η ιστορία που παρουσιάζεται σε πρώτο πλάνο αλλά και ό, τι την καθόρισε σε δεύτερο πλάνο, σε άλλο χρόνο και τόπο, δίνοντας ταυτόχρονα με μοναδική ευαισθησία τον εσωτερικό κόσμο ενός μετανάστη. Εκεί που κάποια άλλα αναγνώσματα χρειάστηκαν πολλές σελίδες εδώ ήταν αρκετή η μυρωδιά και η γεύση ενός μανταρινιού για να κινητοποιηθεί όχι μόνο η νοσταλγία αλλά και να μπει σε κίνηση η απόφαση αλλαγής ζωής.

Έχει επομένως σημασία το ατακτοποίητο των ιστοριών που υπαινίσσεται ο λόγος του Νταλί; Μήπως όλα σε τελευταία ανάλυση δεν είναι ένας κόσμος συναποτελούμενος από μικρά-μικρά στιγμιότυπα που αποκτούν νόημα κάθε φορά που κάποιος κινητοποιείται μέσα από την εικόνα και τον λόγο που τους αναλογεί; Και τότε αυτή η παράδοξη ‘σύγχυση’ παίρνει άλλες διαστάσεις, δεν προξενεί πια ανησυχία ή φόβο, αντιθέτως βάζει σε κίνηση την πιο ουσιαστική “μέσα” όραση, και με οδηγό τη διαίσθηση υφαίνει τις απαραίτητες νοηματικές συνδέσεις. 

Άλλωστε, ο συγγραφέας πρόλαβε κι εδώ την όποια ένσταση: «Φόβος κανένας». Παίζοντας με τη λέξη μάς προτείνει τον Οδυσσέα με το παραπλανητικό του όνομα “ούτις-ου τις” για να μας πει τα παραμύθια του. Και αληθινά τα 29 αυτά μικρά πεζά αξίζουν να καθίσουμε να τα ακούσουμε.

Διώνη Δημητριάδου