Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Οδός χωράφια, αριθμός αγκάθια!

αφήγημα της Βάντας Παπαϊωάννου - Βουτσά









Γύρισε ο καιρός, νοτερός, διαπεραστικός, ανάκατος, χιόνι στη γη, ψιχάλα άνωθεν, μουντάδα και καταχνιά παντού. Μέρες έχω να βγω έξω από το κατώφλι. Όλο το χιονισμένο τοπίο το χόρτασα παραθυράτα. Κι ήταν μοναδικό τούτη τη φορά. Ασήμια και κρύσταλλα λαμπύριζαν παντού. Πάνε οι ηλικίες που τρέχαμε στο δάσος και κυλιόμασταν στα χιόνια. Τώρα, εδώ που τα λέμε, αγαπώ και το χουχούλιασμα, τη ζεστούλα, αρκεί να έχω ορίζοντα. Ντύθηκα αδιάβροχα, ποδέθηκα τα τρακτερωτά μου μποτάκια, αυτά που μια φορά κι έναν καιρό με πήγαιναν στις πλαγιές και στα κορφοβούνια με τους μαθητές, και πήρα τα δρομάκια του οικισμού μας ως κατακτητής μιας μαλθακής γης. Όλα υγρά, μαλακά, λασπωμένα. Στη δημοσιά η άσφαλτος αλλού γυάλιζε από τη ροή του λιωμένου χιονιού, αλλού κρατούσε λασπούρα. Ίδια με το ιδρωμένο πρόσωπο παιδιού, που το λάσπωσε με τα βρώμικα χέρια του κι ο ιδρώτας άνοιγε ρυάκια πάνω στα κόκκινα μάγουλα.  Το χιόνι, τρίτη μέρα σήμερα, παραμένει μια μάζα καφετιάς κρυσταλλιζέ λάσπης, που κριτσανίζει, καθώς  την πατάς άφοβα. Τα χωράφια αχνίζουν με την υγρασία που ακουμπά το παγωμένο δέρμα τους. Καθώς περνάς δίπλα από τους φράχτες, κότες και κοτόπουλα τρέχουν αναμένοντας φαγώσιμα. Κι άλλο κοτσύφι-θύμα αντάμωσα. Με προϊδέασαν τα σκόρπια φτερά και πούπουλα λίγα βήματα πριν. Χορτάτες οι λαίμαργες γάτες ίσα που το θανάτωσαν. Μα κι αυτά τα βλογημένα περπατούν πάνω στα πεσμένα φύλλα σαν κατοικίδια ξεσκαλίζοντας  σπόρους και σκουληκάκια, ενώ γατοπαρέες περιφέρονται και καραδοκούν. Η αλυσίδα της ζωής κρίκος κρίκος ξετυλίγεται.



Βαριά, ακίνητη ατμόσφαιρα κρατά στα χαμηλά της στρώματα οσμές γήινες. Την ανηφόρα της πέρα ραχούλας την ανέβηκα με τη βοήθεια ενός γερού θαλασσόξυλου σε χρέη μπαστουνιού, που κοπανούσα ρυθμικά στο δρόμο. Τα σκυλιά που αντάμωσα σε κάμποσα ξέφωτα, διέγνωσαν  τις φιλικές διαθέσεις μου, έβαλαν κάτω το κεφάλι και πισωγύρισαν. Ο ψηλόσωμος καφετής Ρεξ δεν ήταν μαζί τους, θα βολτάρει δίπλα στις γραμματοθυρίδες. Εκεί καθημερινά δοκιμάζει πρώτος ένα κομμάτι από το τραγανό καρβέλι ψωμιού, που μόλις έχω αγοράσει. Αν καθυστερήσεις, είναι ικανός να μπει στο αμάξι να το ψάξει. Εξάρτηση. Η φρεσκάδα του αέρα στην κορυφή της ανηφόρας μπλέχτηκε με τη μυρωδιά κοτόσουπας, που ανέβαινε από την καμινάδα κάποιας κουζίνας και στην κατεβασιά από την άλλη πλευρά του υψώματος έντονη μυρωδιά πίτας μου έσπασε τη μύτη. Χόρτο και ζυμάρι ψήνονταν μοσχοβολιστά. Στη μικρή μας κοινωνία έτσι βρισκόμαστε με τη δώθε και κείθε ραχούλα. Μια κοιλάδα συμμετρική με κεντρικό της άξονα το Καρυδόρεμα, πυκνή βλάστηση εκατέρωθεν με  ακακίες και  καρυδιές κρατάει τη σπονδυλική στήλη του οικισμού, που άνοιξε φτερά σαν πεταλούδα ανατολικά και δυτικά, πλάτυνε, θέριεψε και μόνο οι κάτοικοι ξέρουν ποιος, πού. Ονόματα δρόμων μην περιμένετε  και ψωμάκι να ρίχνετε στο διάβα σας  θα εξαφανιστεί από τα πετούμενα σαν του Κοντορεβιθούλη. Όρισα κι εγώ οδό και αριθμό της μικρής μου επικράτειας ό,τι βλέπω, ό,τι χαίρομαι, ό,τι αλλάζει μορφή με τον καιρό, πρασινίζει, καφετιάζει, τεντώνεται, οργώνεται, φουσκώνει, καρποφορεί και ζωγραφίζει πίνακες μοναδικούς: χωράφια με στάχυα, με βαμβάκια, με ελαιόδεντρα στον περίγυρο. Στην πόρτα μου κυλά ο βοριάς τούφες τα αγκάθια. Εδώ θα με βρείτε λοιπόν:
«Οδός χωράφια, αριθμός αγκάθια». Βοηθητικό στοιχείο: Δυτική ραχούλα.



Γύρισα από τη βόλτα μου λασπωμένη και νοτισμένη πατόκορφα. Έβγαλα τα λασπωμένα μου κι έβρασα νερό για ένα τσαγάκι. Άνοιξα τα βαζάκια με τα αρωματικά μου και δε φαντάζεστε τι έριξα μέσα στο κατσαρόλι με το βραστό νερό. Φλαμούρι, κανελόξυλο, γαρίφαλα, καρπούς αγριοτριαντάφυλλου, φλούδα πορτοκαλιού. Μοσχοβόλησε το σπίτι. Το άφησα να πάρει χρώμα κι ύστερα άλλαξα γνώμη. Πήρε το μάτι μου ένα χαρτοκούτι με Womens tea. Μάλιστα, το είχα αγοράσει από ειδικό κατάστημα του είδους στην πρωτεύουσα. Ήθελα να δω τι αφεψήματα χρεώνουν στο γυναικείο πληθυσμό. Ετοίμασα μια μεγάλη κούπα με τούτο το ιδιαίτερο τσάι από πορτοκαλόφλουδες, χαμομήλι και πιπερόριζα, τζίντζερ το έγραφε. Κάθισα στο παράθυρο του γυάλινου πύργου μου και ένιωσα πολίτης του κόσμου σαν σ’ ένα φημισμένο καφέ λονδρέζικο, παρισινό, καρυδιώτικο, αδιάφορο. Είχα γεμίσει «καλημέρες» και χαμόγελα, είχα κουβαλήσει εντός μου την καθαρότητα ανθρώπων και φύσης!

Βάντα Παπαϊωάννου - Βουτσά