Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017


Δύο ποιήματα

της Πόπης Πασχαλίδου





Σώμα

    
         

   

    Τη μέρα τούτη γλιστρώ σε πέτρες 

γεμάτες βρύα και δεν προφταίνω 

να σκεφτώ ούτε τον πόνο στα 

γδαρμένα γόνατα, ούτε τα αγκάθια 

απ’ τα ξερόκλαδα που σκαλώνουν 

στα μαλλιά μου, ούτε τα χέρια

που πονούν απ’ την αντίσταση της κατεβασιάς

Την μέρα τούτη είμαι ένα 

σώμα λιθάρι που σβουρίζεται

με ταχύτητα και ίσως λίγο

μονάχα δροσίζεται από το νερό που

κυλάει πάνω του, για να το λειάνει ακόμη 

γρηγορότερα. Και ούτε ένα χέρι βρίσκεται, έτσι να 

σκουπίσει την κολλημένη 

πάνω μου λάσπη.


(η φωτογραφία του Benoit Courti)





Το φιλί 





«Πολύτροπε ταξιδευτή, που χρόνια ανεμοδέρνεσαι

Στη μάννα κι ερωμένη, 

Άλλοτε λάγνα ποθητή, 

Άλλοτε ανταριασμένη

Θάλασσα,

Χτυπιέσαι και χτυπάς, με τα θεριά τα βάζεις,

Στα πάθη μ’ όλη την ορμή δίνεσαι δίχως έγνοια,

Μολόγησε άντρα τρανέ, τι σου ’χει λείψει πιο πολύ,

Απ’ της ξηράς τα δώρα;»

«Δεν θέλω σκέψη δεύτερη, απόκριση να δώσω,

Μόν’ μίας και μοναδικής ανάγκης έχω τυράννια 

Του φιλιού. 

Δυο χείλη ζουμερά απάγκιο για τα δικά μου τ’ αλμυρά

Ποθώ.

Το μέλι τους να φτάσει βαθιά, μες στις σκασιματιές,

Το δέρμα τ’ άδροσο να γιάνει, με του ροδιού τη στάλα.

Το φιλί, κόκκινο σαν την φλόγα, με αίμα να με ράνει,

Να νιώσω του κορμιού παλμό, εκεί στο πανωχείλι.

Το φιλί, νιώσιμο αιθέριο, ηδονικό, άγγιγμα δειλό,

Που στο κατόπι

O δισταγμός σαν φύγει, 

Δυο στόματα να μάχονται το ’να τ’ άλλο να φάνε.

Το φιλί, εκείνο το παιχνίδισμα της γλώσσας με τα χείλια,

Καράβι που ποντίζεται και πάλι επιπλέει.

Το φιλί, ένα φιλί ονειρεύομαι, του γυρισμού παντιέρα.

Ν’ αποσυρθώ γι’ αυτό ποθώ, απ’ τα νερά να φύγω.

Πέρα απ’ τα δέντρα , τους καρπούς, τις μυρωδιές του κάμπου

Τα χέρια της γυναίκας μου, λαχτάρα έχω μεγάλη.

Ένα φιλί ζωής στα χείλη, με πάθος να μου δώσει

Κι ο θάνατος παράμερα, ανήμπορος να στέκει».




(η φωτογραφία του Lee Jeffries)



Πόπη Πασχαλίδου