Παρασκευή, 4 Αυγούστου 2017


Αέρας καβαλάρης

διήγημα

της Εύας Μ. Μαθιουδάκη

από τα «Μικρά πείσματα»

εκδόσεις Το ροδακιό




Καθόταν κουλουριασμένος πάνω στο μαρμάρινο σκαλί. Η παλιά αστική πολυκατοικία ακατοίκητη, με δυο τάβλες χιαστί να κλείνουν την κεντρική είσοδο. Το μαρτύριο του Αγίου Αντρέα, αλλά αυτός καθόταν από κάτω αδιαμαρτύρητα.

Γιορτές, κόσμος πολύς, κρύο και βουητό.



Οι ηλικιωμένοι αναζητούσαν τη χειραψία, σαν τους φαροφύλακες και τους φαντάρους που παν στον κουρέα για να νιώσουν ένα χέρι, να νιώσουν ζωντανοί. Οι επαίτες, πάλι, τη ματιά μας. Σκέτος ο οβολός βροντοκοπά ντροπή – περνάς και δεν κοιτάς.

Αυτά όμως τα δυο παιδιά, έξι και οκτώ χρονών θα ’ταν δε θα ’ταν, στάθηκαν εκείνο το βράδυ μπροστά στο μικρόσωμο κουλουριασμένο Αφγανό, στη θολούρα της γιορτής, καρδιά του κέντρου.

«Εδώ θα κοιμηθείς;»

«Όχι, αλλού… »

Το «αλλού» το ’πε αλλοιωμένο, συρτά και χαμηλά.

«Πάνω στο άλογο;» ρώτησαν. «Έχεις άλογο;» και γέλασαν χαρούμενα.

Πρόλαβε η μάνα η κλώσα να τα τραβήξει μακριά και πήγαν παρακάτω…

Μείναμε μόνοι εμείς να κοιτάζουμε το άλογο και τον αέρα καβαλάρη… Προσπέρασα ύστερα κι εγώ με το κεφάλι χαμηλά και παρωπίδες.



Εύα Μ. Μαθιουδάκη

(Μικρά πείσματα, εκδόσεις Το ροδακιό)