Σάββατο, 5 Δεκεμβρίου 2015

Μια ‘ανάγνωση’ στο βιβλίο
του Λευκάδιου Χερν (Lefkadio Hearn)
«Το όνειρο μιας καλοκαιρινής ημέρας…
(μια γιαπωνέζικη ιστορία)»,
σε μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου
από τις εκδόσεις Άγρα




«Το πανδοχείο μού φάνηκε παράδεισος και οι θεραπαινίδες, κατ’ ακολουθίαν, ουράνια πλάσματα. Αυτό συνέβη επειδή μόλις είχα δραπετεύσει από ένα από τα ελεύθερα λιμάνια, όπου είχα επιχειρήσει να αναζητήσω τις ενέσεις ενός ευρωπαϊκού ξενοδοχείου εξοπλισμένου με όλες τις “σύγχρονες βελτιώσεις”. Όταν φόρεσα, λοιπόν, για μια ακόμη φορά, μια γιούκατα και βρέθηκα καθισμένος αναπαυτικά πάνω σε μια δροσερή, μαλακή ψάθα, δεχόμενος τις περιποιήσεις των γλυκομίλητων κοριτσιών, τριγυρισμένος από όμορφα αντικείμενα, θαρρείς και λυτρώθηκα απ’ όλα τα δεινά του δεκάτου ενάτου αιώνα».

Έτσι όπως ο Λευκάδιος Χερν δραπετεύει από τον δυτικό πολιτισμό και εισέρχεται εκ νέου στον κόσμο της αγαπημένης του ιαπωνικής θαλπωρής,  δείχνει και σε μας τον δρόμο για να γνωρίσουμε -με χαλαρωμένες τις αισθήσεις όπως απαιτείται- την Ιαπωνία των θρύλων. Άλλωστε πραγματεύεται ένα από τα προσφιλή του θέματα, έχοντας εντρυφήσει στο βάθος των παραδόσεων και ιδιαίτερα αυτών που περιβάλλονται με μυστικισμό.

Η μνήμη έχει τους δικούς της περίεργους δρόμους, και μπορεί κάθε τόσο να ανασύρει κάτι καλά φυλαγμένο με μόνη μια νύξη, μια λέξη που θα ταράξει τα ήρεμα νερά (όπως μια πέτρα στα ακίνητα νερά μιας λίμνης, για να θυμηθούμε την παρομοίωση του Gianni Rodari) δημιουργώντας ομόκεντρους κύκλους μνημονικού υλικού. Ήταν αρκετή λοιπόν μια λέξη, το όνομα του πανδοχείου, στο οποίο ο Χερν κατέλυσε, για να απελευθερώσει στο μυαλό του μια παμπάλαια ιστορία. «Κατοικία του Ουράσιμα».

Θα μας μεταφέρει έτσι στο 477 μ.Χ, χίλια τετρακόσια δεκαέξι χρόνια πριν από το 1893 (χρονολογία που αποτελεί το παρόν της αφήγησης του Λευκάδιου Χερν) για να συναντήσουμε τον Ουράσιμα, νεαρό ψαρά που ξεκινάει -τεμπέλικα και ανύποπτα για τα μελλούμενα-  να ψαρέψει στα ανοιχτά. Στα δίχτυα του θα μπλεχτεί μια χελώνα, το ιερό ζώο του Δράκου της θάλασσας. Ο Ουράσιμα θα την απελευθερώσει μη θέλοντας να προσβάλει τη θαλασσινή θεότητα. Κουρασμένος θα γείρει και θα αποκοιμηθεί μέσα στο ζεστό μεσημέρι αφήνοντας τη βάρκα του ακυβέρνητη. Όσα θα ακολουθήσουν μπορεί και να είναι κομμάτι ονειρικό, μπορεί και όχι, καθώς εδώ μιλάει ο θρύλος, που όπως ξέρουμε αγαπάει   πολύ τα μυστικά περάσματα από την αλήθεια στο παραμύθι.
Ο Ουράσιμα θα βρεθεί δέσμιος του έρωτα στα δίχτυα της όμορφης κόρης του Δράκου, σ’ ένα νησί άγνωστο στους ανθρώπινους χάρτες. Ευτυχής; Μακάριος, θα λέγαμε καλύτερα. Μόνο να μη νοσταλγούσε το σπίτι του, να μην επιθυμούσε για λίγο να γυρίσει πίσω να δει τους δικούς του! Η φυγή, ωστόσο, από τον παράδεισο πάντα έχει και το τίμημά της. Έτσι θα φύγει αλλά με κάποιο μυστικό κλεισμένο σε «μικρό λακαριστό κουτί δεμένο με μεταξωτό σκοινί», που δεν πρέπει να το ανοίξει, αλλιώς δεν θα ξαναδεί τον παράδεισό του ξανά. Η επιστροφή, όμως,  στα πάτρια επίγεια θα είναι μια οδυνηρή έκπληξη για τον νεαρό ψαρά. Ο χρόνος που πέρασε στο παλάτι του βασιλιά της θάλασσας δεν ισοδυναμούσε με τον ανθρώπινο χρόνο. Πάνω από τετρακόσια χρόνια πέρασαν που θεωρούσαν τον Ουράσιμα χαμένο στη θάλασσα! Ο χρόνος που δεν γράφτηκε πάνω του εκεί στο θαλάσσιο βασίλειο, το ονειρικό, γράφεται τώρα με ταχύτητα από τη στιγμή που απελπισμένος θα ανοίξει το απαγορευμένο κουτί της αγαπημένης του.

Μ’ αυτή την ιστορία που χάνεται μέσα στους αιώνες και που με διάφορες παραλλαγές τη συναντάμε και σε άλλους λαούς, θα ταξιδέψει η σκέψη του Χερν μέσα στο δικό του μεσημέρι και στο δικό του όνειρο, καθώς ξεκινάει με άμαξα ένα ταξίδι. Γιατί πολύ τον απασχόλησε ο θρύλος αυτός που επιμένει να γυρνάει στη σκέψη των ανθρώπων και να μπερδεύει την αλήθεια με το ψέμμα:


«Η σκέψη μου ταξίδεψε ξανά στον Ουράσιμα. Συλλογίστηκα τις ζωγραφιές, τα ποιήματα και τα γνωμικά που μαρτυρούν την επίδραση του θρύλου στη φαντασία ενός λαού…Μια ιστορία που άντεξε χίλια χρόνια, ανανεώνοντας τη σαγήνη της στο πέρασμα των αιώνων, δεν μπορεί παρά αν επιβίωσε επειδή εμπεριέχει μια αλήθεια.»

Όπως μπλέκεται στο μυαλό του η άχνα που αναδύθηκε από το μυστικό κουτί του θρύλου με τη σκόνη που σηκώνει στον δρόμο ο οδηγός του αμαξιού του, θα αφεθεί σε ένα γαλάζιο όνειρο παίρνοντας τη θέση του Ουράσιμα για λίγο. Πώς μπορεί να λύσει ο ίδιος το μυστήριο του μύθου, να βρει την αλήθεια που κρύβουν οι εικόνες του; Είναι μήπως αυτό που στον δυτικό κόσμο θα ονομάζαμε “ύβρη” προς τους θεούς; Μήπως άλλοι νόμοι ορίζουν τη σκέψη της ανατολής; Μήπως ο μύθος δεν λέει τίποτα περισσότερο παρά τη θλίψη του ανθρώπου που ξεχνά, που αφήνεται στο πέρασμα του χρόνου; Ή σηματοδοτεί με τα πανάρχαια λόγια του τον πόθο του ανθρώπου να αιχμαλωτίσει τη φθορά και να ξεπεράσει τον θάνατο;
Όλα αυτά δεμένα με το αόρατο σκοινί που συνδέει τη σκόνη του δρόμου με τη φωτοχυσία του γαλανού ουρανού, με τα σύννεφα που μοιάζουν με νεφελώδη πνεύματα, σαν αυτό που απελευθερώθηκε από το κουτί του Ουράσιμα. Με ηχητική υπόκρουση τα τύμπανα που κτυπούν ρυθμικά οι απελπισμένοι άνθρωποι της ξηρασίας, σε μια προσπάθεια να εξευμενίσουν τους θεούς και να φέρουν  τη βροχή. Αυτό το ονειρικό συνονθύλευμα είναι που οδηγεί τη σκέψη του Χερν σε προσωπική παραδεισένια εικόνα που άφησε πίσω του, στο δικό του χαμένο φυλαχτό και στο δικό του γήρας αλλά και σε μια άλλη ιστορία την οποία με τη μέθοδο του εγκιβωτισμού θα συνδυάσει με την αρχική που μας έδειξε με τον παλαιό θρύλο. Πάλι τα θέμα του χρόνου με την απέλπιδα προσπάθεια του ανθρώπου να τον αιχμαλωτίσει και να τον γυρίσει πίσω.

Πώς να πας όμως πίσω τα χρονικά μέτρα; Πώς να μην παρασυρθείς από την αέναη κίνησή του; Η ματιά του  θα στραφεί στα πουλιά που κατά εκατοντάδες βλέπει να κάθονται ακίνητα στα τηλεγραφόξυλα, όλα στραμμένα στην ίδια κατεύθυνση. «Εκείνα το πουλάκια γιατί πάντα προς τα εδώ κοιτάζουν;» θα ρωτήσει τον οδηγό του. «Όλα τα πουλιά στραμμένα στον άνεμο κάθονται» θα του αποκριθεί εκείνος, δίνοντας άθελά του και κάποια απάντηση στα ερωτήματα που έθεσε. Μια αντιμετώπιση κατ’ ευθείαν στο κέντρο της κίνησης. Κατά μέτωπο βιώνεται ο χρόνος, όχι με υπεκφυγές. Η σοφία της φύσης εδώ αφήνει ακάλυπτο το λογικό του ανθρώπου.

Ο Λευκάδιος Χερν, αυτός ο μισός Έλληνας μισός Ιρλανδός που ευδοκίμησε όμως σ’ αυτήν που αποκαλούσε αληθινή του πατρίδα, την Ιαπωνία. Ο τόσο άγνωστος στην Ελλάδα που τον γέννησε, εδώ μ’ αυτό το όμορφο μικρό  των εκδόσεων «Άγρα», σε εξαιρετική μετάφραση της Παλμύρας Ισμυρίδου, που αποδίδει τον πλούσιο κόσμο των λεπτών αποχρώσεων της αφήγησης, έρχεται να μας μεταφέρει τη μαγεία ενός παλιού θρύλου με τις ονειρικές εικόνες και να μας περιπλέξει στις ατραπούς του σημερινού κόσμου με τον προβληματισμό του. Άραγε ο τίτλος που έδωσε σ’ αυτή την ιστορία αφορά μόνο το όνειρο του μυθικού Ουράσιμα ή μήπως τον ίδιο τον συγγραφέα ή ακόμη τον καθένα από εμάς που μπαινοβγαίνουμε στα αινίγματα της ζωής με τα όνειρα, τους θρύλους και τα παραμύθια;

Μια έκπληξη η ανάγνωσή του ανάμεσα σε τόσα σύγχρονα αναγνώσματα που αδυνατούν παρά το πολυσέλιδο των εκδόσεών τους να συλλάβουν τη διαχρονικότητα παλαιών μηνυμάτων.


Διώνη Δημητριάδου