Jean Cocteau
Τα τρομερά παιδιά
Μετάφραση: Λίζυ Τσιριμώκου
Εκδόσεις Άγρα
η πρώτη δημοσίευση στην Bookpress
Ποιητικό όσο και σκληρό το μυθιστόρημα του Κοκτώ, Τα τρομερά παιδιά, τολμά να οδηγήσει δύο εφήβους, δύο αδέλφια, σε έναν κόσμο ιδιότυπα και απόλυτα δικό τους, που προσιδιάζει -για όλους εμάς- με μια κόλαση, κι όμως για την Ελιζαμπέτ και τον Πωλ είναι απλώς ο δικός τους «χώρος», μέσα στον οποίο μπορούν να ξεδιπλώσουν το «παιχνίδι» τους, μια διαρκή μεταποίηση της πραγματικότητας (ίσως για να είναι ανεκτή) σε μια κατάσταση ημι-συνειδησίας. Και, όπου μετακομίζουν, μεταφέρουν και το περιβάλλον μέσα στο οποίο ζουν, το δωμάτιό τους, γεμάτο από ετερόκλητα αντικείμενα, συχνά σκουπίδια. Δίπλα τους μια μητέρα που γρήγορα πεθαίνει από προϊούσα παράλυση, έχοντας μεταφέρει στα δύο παιδιά γονιδιακά την ασθένειά της. Ο γιατρός που πλέον τα παρακολουθεί, αν και ο ίδιος έξω από τον περιθωριακό τους μικρόκοσμο, μοιάζει να μην αντιδρά, να θεωρεί εντός του φυσιολογικού πλαισίου (άραγε ποιος μπορεί αντικειμενικά να το ορίσει;) την παράξενη συμπεριφορά τους. Η νοσοκόμα Μαριέτ έχει την ικανότητα να διακρίνει μέσα στην ακαταστασία του δωματίου την ιδιοφυία της δημιουργίας, παραμερίζοντας τη λογική και αποδεχόμενη τη μαγική του αύρα.
Τα δύο αδέλφια, παρουσιάζονται σαν «καθαρόαιμα ζώα», που τίποτε δεν μπορεί να δράσει καταλυτικά επάνω τους. Γύρω τους άλλα πρόσωπα, όσο όμως κι αν μπερδεύονται στα πόδια τους και στη ζωή τους, παραμένουν παρείσακτοι που για λίγο άντεξαν δίπλα τους, καθώς μοιάζει να τους αποσυντονίζουν από τον κόσμο τους, από το «παιχνίδι» τους. Ο φίλος τους, ο Ζεράρ, με άλλες καταβολές, αστικές, δέχεται να μοιραστεί το «μαγικό» τους δωμάτιο, σαν αυτό να εκπέμπει μια αύρα, μια δύναμη που προσελκύει τους ανόμοιους, ικανό να τους ενσωματώσει, σε ένα οιονεί θεατρικό σκηνικό, έτσι όπως συγχέονται μεταξύ τους ο οικιακός και ο θεατρικός χώρος. Η ορφανή Αγκάτ, φίλη της Ελιζαμπέτ, θα ερωτευτεί τον Πωλ (σ’ αυτό τον περίεργο επινοημένο κόσμο, σ’ αυτό το «παιχνίδι», ο έρωτας μπορεί να επιβάλλει την παρουσία του, κι ας αστοχεί), η Ελιζαμπέτ θα παντρευτεί τον πάμπλουτο Μικαέλ σε έναν σύντομο γάμο, λόγω του παράλογου θανάτου του, η Αγκάτ θα βρει τον Ζεράρ. Ο Νταρζελός, από τον οποίο αρχίζει την ιστορία του ο Κοκτώ με μια επίθεσή του στον ανυπεράσπιστο Πωλ, θα επανέλθει προς το τέλος για να αποτελέσει τον καταλυτικό χαρακτήρα που θα οδηγήσει τα δύο αδέλφια στο δικό τους τέλος. Η κατάληξη της ιστορίας των τρομερών παιδιών θα είναι τραγική.
Ο Κοκτώ φτιάχνει μια μοναδική στο είδος της ιστορία, αντάξια του δικού του χαρακτήρα ως προσώπου και ως συγγραφέα. Με τον λυρισμό ενός ποιητή, με την οξύνοια ενός ανθρώπου που έχει επίγνωση των συμβατών ορίων και με την τέχνη του τα υπερβαίνει. Ο δημιουργός με την πολυεπίπεδη δραστηριότητα, με τα Τρομερά παιδιά γράφει το πιο τολμηρό του έργο, κάνει τη γαλλική κοινωνία του 1929 να ταρακουνηθεί και να αναγνωρίσει την πρωτοτυπία της γραφής του. Η ανάγνωση προσφέρει μια εμπειρία, με τις στοχευμένες λέξεις του, με την αξιοποίηση της περιγραφής ως δομικού στοιχείου της αφήγησης, την ευφάνταστη «σκηνοθεσία» να τοποθετεί τους ήρωές του μέσα σε ένα σκηνικό που ταυτόχρονα τους εμπεριέχει αλλά και εμπεριέχεται σ’ αυτούς, ακόμα με τις συγγραφικές του παρεμβάσεις να μην οδηγούν στην απομάγευση της λογοτεχνίας, ίσα ίσα να προστίθενται κι αυτές ως στοιχεία του ξεχωριστού σκηνικού του.
Το παράλογο αφήνει το στίγμα του
Ιδιαίτερα σημαντική η ρέουσα γλώσσα της μετάφρασης, αποδίδει τις λεπτές αποχρώσεις των σκηνικών, των συναισθημάτων των δύο ηρώων κυρίως. Το «θέατρο» που στήνεται μέσω του «παιχνιδιού» φαίνεται τόσο αληθινό, ώστε όσοι υποδύονται τους ρόλους δεν μοιάζει να έχουν συναίσθηση πως υποδύονται άλλες περσόνες, τόσο δεμένη με τη ζωή τους είναι η μεταποίηση του πραγματικού σε φανταστικό, ακριβώς γιατί τους παρέχει το αναγκαίο οξυγόνο. Η συνύπαρξή τους δεν τους στερεί τα σχέδια για δύο χωριστά δωμάτια, γεγονός που ο Κοκτώ σχολιάζει σαν το όνειρο δύο σιαμαίων αδελφών που ονειρεύονται τον αδύνατο αποχωρισμό τους. Το «πνεύμα» του δωματίου επαγρυπνά και δεν θα επιτρέψει τον διαχωρισμό. Το παράλογο διεισδύει στην ιστορία, αφήνοντας το στίγμα του, ορατό στο σύνολο της συγγραφικής ιδέας όσο και στα επιμέρους σημεία της πλοκής.
Δεν είναι, φυσικά, η πρώτη φορά που η λογοτεχνία επιλέγει στη θεματική της τη μετάβαση από την εφηβεία στην ενηλικίωση, ωστόσο εδώ συνταιριάζουν ο παρορμητισμός και το ευφάνταστο με τη σαφή επίγνωση του τραγικού στοιχείου, με το οποίο μαθαίνει κανείς να συμβιώνει, ακόμα κι από τη νεαρή ηλικία. Το αξιοσημείωτο στην ιστορία του Κοκτώ βρίσκεται και στη γρήγορη αυτή μετάβαση, όσο και στο, χάριν αφηγηματικής οικονομίας της αρχικής συγγραφικής ιδέας, σύντομο τέλος της. Όσα θα μπορούσαν να αποτελέσουν συγγραφικό υλικό για μια μεγάλη σε έκταση αφήγηση, εδώ συμπυκνώνονται άριστα σε χώρο ενός δωματίου, όπου κι αν μεταφέρεται αυτό· διαβάζοντας έχεις συχνά την αίσθηση πως παρακολουθείς θεατρικό έργο, στο οποίο, όσο προχωρούν οι πράξεις, κορυφώνεται και η τραγικότητα. Ο Κοκτώ και στα θεατρικά του έργα ασχολήθηκε με τον πανάρχαιο μύθο που εκκινεί από την Ύβρη και διανύοντας την Άτη και την παρέμβαση τη Νέμεσης καταλήγει στο τραγικό τέλος, προσεγγίζοντας την έννοια της Μοίρας με τη δύναμή της να υπερβαίνει όχι μόνο την ανθρώπινη θνητότητα αλλά και τη θεϊκή ισχύ. Στα Τρομερά παιδιά, είναι ο Πωλ που θα συνειδητοποιήσει τον τρόπο που η μοίρα σχολαστικά επιθεωρεί τα όπλα της, προκειμένου την κατάλληλη στιγμή να στοχεύσει και να πετύχει στη καρδιά.
Διώνη Δημητριάδου
Απόσπασμα από το βιβλίο
Η πρώτη ματιά στο δωμάτιο σού δημιουργούσε έκπληξη. Δίχως τα κρεβάτια θα το περνούσες για αποθήκη. Κουτιά, εσώρουχα, πετσέτες του μπάνιου σέρνονταν στο πάτωμα. Ένα χαλί φανέρωνε τους σπάγκους της ύφανσής του. Στη μέση του τζακιού θρονιαζόταν μια γύψινη προτομή στην οποία είχαν προσθέσει με μελάνι μάτια και μουστάκια· καρφωμένες με πινέζες υπήρχαν παντού σελίδες περιοδικών κι εφημερίδων, προγράμματα, που απεικόνιζαν βεντέτες του κινηματογράφου, μποξέρ ή δολοφόνους. (σ. 38).


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου