Τρίτη, 31 Οκτωβρίου 2017


Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ
χωρίς τον Σέρλοκ Χολμς


Διαβάζοντας τα διηγήματα του Άρθουρ Κόναν Ντόιλ σε δύο τόμους της σειράς Aldina Μυστήριο των εκδόσεων Gutenberg σε μετάφραση, εισαγωγή, σημειώσεις και επίμετρο του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου












Ο Άρθουρ Κόναν Ντόιλ (1859-1930) μπορεί να είναι ο «πατέρας» του εμβληματικού Σέρλοκ Χολμς, ωστόσο δεν υπολείπονται σε τίποτα οι γεμάτες μυστήριο αφηγήσεις του με ήρωες άλλους χαρακτήρες.


«Σκέφτομαι νὰ σκοτώσω τὸν Σέρλοκ Χόλμς, νὰ τὸν ξαποστείλω μιὰ καὶ καλή. Μὲ ἀποσπᾶ ἀπὸ σημαντικότερα πράγματα» ἔγραφε ὁ Ἄρθουρ Κόναν Ντόιλ στὴ μητέρα του τὸ 1891. Σημαντικότερα ἀπὸ τὸν ντετέκτιβ ποὺ τὸν ἔκανε διάσημο ἦταν γιὰ τὸν Ντόιλ τὰ διηγήματα ἀγωνίας καὶ τρόμου ποὺ ἔγραφε ὣς τὸ τέλος τῆς ζωῆς. Περιπέτειες στὴ στεριὰ καὶ τὴ θάλασσα, σὲ τρένα, μουσεῖα, σφραγισμένα δωμάτια καὶ κατακόμβες μὲ πρωταγωνιστὲς δαιμόνιες γυναῖκες, ἀρχαιολόγους, κακοποιούς, ταξιδευτὲς ἢ ἁπλοὺς δασκάλους.



Η εξαιρετικής αισθητικής σειρά Aldina των εκδόσεων Gutenberg (που εμπνεύστηκε και οργάνωσε ο εκλιπών Δημήτρης Αρμάος) φιλοξενεί κάποια από τα ωραιότερα διηγήματα του Ντόιλ σε δύο τόμους (Aldina Μυστήριο) με τους τίτλους: «Ο βραζιλιάνικος αγριόγατος και άλλες ιστορίες μυστηρίου» και «Ο ασημένιος καθρέφτης και άλλες ιστορίες μυστηρίου». Η μετάφραση είναι του Ερρίκου Μπαρτζινόπουλου, ο οποίος φρόντισε να δώσει επίσης τις απαραίτητες πληροφορίες γύρω από τη ζωή, τη σκέψη, το έργο του πολυπράγμονος συγγραφέα σε μια πολύ κατατοπιστική εισαγωγή. Οι ιστορίες συνοδεύονται από σημειώσεις και στο τέλος του δεύτερου τόμου υπάρχει το επίμετρο, στο οποίο φαίνεται η μεγάλη επίδραση που άσκησε ο συγγραφέας και ο ήρωάς του Σέρλοκ Χολμς στην παγκόσμια λογοτεχνία (συχνά σε σημείο άτεχνης αντιγραφής).

Στα ανθολογημένα διηγήματα φαίνεται όχι μόνον η τέχνη της αφήγησης με το απαραίτητο μυστήριο που καθηλώνει τον αναγνώστη, αλλά και η μεγάλη αγάπη που είχε ο Ντόιλ στον πνευματισμό, καθώς πολλές από τις ιστορίες του δεν έχουν άλλη ερμηνεία παρά μόνο με την απομάκρυνση από τη λογική. Έτσι επιτυγχάνεται η επιβλητική ατμόσφαιρα ως σκηνικό των παράξενων γεγονότων και καλείται ο αναγνώστης να αμφισβητήσει την πεποίθησή του πως όλα γυρνούν στη σφαίρα του αποδεικτέου λογικά.  Όπως θα πει ο ίδιος:

Ἄρχισα νὰ ἐνδιαφέρομαι καὶ νὰ πειραματίζομαι μὲ τὸν Πνευματισμὸ τὴν ἴδια ἐποχὴ ποὺ δημιούργησα τὸν Σέρλοκ Χόλμς. Μεγαλώνοντας ἀποφάσισα πὼς ἔχει μεγαλύτερο ἐνδιαφέρον ἀπὸ τὸν ντετέκτιβ.

Αλλά παράλληλα ιστορίες σε στεριά και θάλασσα, σε χώρους όλο μυστήριο, με τους ήρωες να προσφέρουν πότε ρεαλιστικά την περιπέτεια της ζωής τους και πότε υπερβατικά να μας πείθουν ότι όλα μπορεί να συμβούν.

Εδώ δύο αποσπάσματα ως δείγμα γραφής:

Συχνά, ὅταν παρατηροῦσα τὴ λιτοδίαιτη ϕιγούρα του, ἀναρωτιόμουν ἂν ἦταν πράγματι δυνατὸ νὰ ἔκανε ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος αὐτὴν τὴ διπλὴ ζωή, καὶ προσπαθοῦσα νὰ πείσω τὸν ἑαυτό μου ὅτι οἱ ὑποψίες μου ἴσως ν᾽ ἀποδεικνύονταν τελικὰ ἀβάσιμες. ἀλλὰ ὑπῆρχε ἡ γυναικεία ϕωνή, ὑπῆρχε τὸ κρυϕὸ νυχτερινὸ ραντεβοὺ στὸ δωμάτιο τοῦ πυργίσκου – πῶς ἦταν δυνατὸν νὰ ἐπιδέχονται τέτοια γεγονότα μιὰν ἀθώα ἑρμηνεία; αἰσθάνθηκα νὰ μοῦ προκαλεῖ τρόμο αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος. ἢμουν κυριευμένος ἀπὸ ἀπέχθεια γιὰ κείνη τὴ βαθιά, ἐπίμονη ὑποκρισία του. Μόνο μία ϕορὰ στὴ διάρκεια ὅλων αὐτῶν τῶν μηνῶν τὸν εἶδα χωρὶς τὸ μελαγχολικὸ ἀλλὰ ἀπαθὲς προσωπεῖο ποὺ συνήθως παρουσίαζε στὸν συνομιλητή του. Γιὰ μιὰ στιγμὴ διέκρινα κάτι ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἡϕαιστειώδεις ϕλόγες ποὺ ἔκρυβε τόσον καιρό. ἡ περίπτωση ἦταν ἀνάξια λόγου, γιατὶ τὸ ἀντικείμενο τῆς ὀργῆς του δὲν ἦταν ἄλλο ἀπὸ τὴν ἡλικιωμένη καθαρίστρια τὴν ὁποία ἔχω ἤδη ἀναϕέρει ὡς τὸ μοναδικὸ ἄτομο ποὺ τοῦ ἐπιτρεπόταν ἡ εἴσοδος στὸ μυστηριῶδες δωμάτιό του. Περνοῦσα ἀπὸ τὸ διάδρομο ποὺ ὁδηγοῦσε στὸν πυργίσκο –ἐπειδὴ τὸ δωμάτιό μου ἦταν πρὸς αὐτὴν τὴν κατεύθυνση– ὅταν ἄκουσα μιὰ ξαϕνιασμένη, τρομαγμένη κραυγὴ καὶ ταυτόχρονα τὴ βραχνή, ἄγρια καὶ ἄναρθρη, λόγω πάθους, ϕωνὴ ἑνὸς ἄντρα. ἦταν τὸ γρύλισμα ἑνὸς λυσσασμένου ἄγριου ζώου.

(από το «Γυαλιστερό κουτί»)



Καθὼς τὸν στήριζα στὸ δρόμο πρὸς τὸ σπίτι του, καταλάβαινα πὼς δὲν ὑπέϕερε μόνο ἀπὸ τὶς ἐπιπτώσεις μιᾶς πρόσϕατης κραιπάλης ἀλλὰ κι ὅτι μιὰ μακρὰ πορεία ἀκολασίας εἶχε ἐπηρεάσει τὰ νεῦρα του καὶ τὸ μυαλό του. Τὸ χέρι του ὅταν τὸ ἄγγιξα ἦταν ξερὸ καὶ ἐμπύρετο καὶ τιναζόταν τρομαγμένος ἀπὸ κάθε σκιὰ ποὺ ἔπεϕτε στὸ πλακόστρωτο. ᾽Επίσης ψέλλιζε ὅταν μιλοῦσε, μ᾽ ἕναν τρόπο ποὺ ὑποδήλωνε περισσότερο παραλήρημα ἀρρώστου παρὰ ὁμιλία μεθυσμένου. ῞Οταν τὸν ἔβαλα στὸ δωμάτιό του, τὸν μισοέγδυσα καὶ τὸν ξάπλωσα στὸ κρεβάτι του. ἡ πίεσή του ἐκείνη τὴν ὥρα ἦταν πολὺ ὑψηλὴ καὶ προϕανῶς ψηνόταν στὸν πυρετό. ῎Εμοιαζε νὰ εἶχε βυθιστεῖ σὲ λήθαργο, κι ἑτοιμαζόμουν νὰ ϕύγω ἀθόρυβα ἀπ᾽τὸ δωμάτιο καὶ νὰ εἰδοποιήσω τὴ σπιτονοικοκυρά του γιὰ τὴν κατάστασή του, ὅταν τινάχτηκε ἀπότομα καὶ μ᾽ ἔπιασε ἀπ᾽τὸ μανίκι τοῦ σακακιοῦ μου. —Μὴ ϕύγεις! ϕώναξε. αἰσθάνομαι καλύτερα ὅταν εἶσ᾽ἐδῶ. Δὲν κινδυνεύω ἀπὸ ἐκείνη! —ἀπὸ ἐκείνη; ρώτησα. ἀπὸ ποιά; —᾽Εκείνη! ᾽Εκείνη! ἀπάντησε ὀργισμένα. ἂ! δὲν τὴν ξέρεις. Εἶναι ὁ διάβολος! ῎Ομορϕη· ὄμορϕη ἀλλὰ ὁ διάβολος! — ῎Εχεις πυρετὸ κι εἶσαι καὶ ταραγμένος, εἶπα. Προσπάθησε νὰ κοιμηθεῖς λίγο. θὰ ξυπνήσεις καλύτερα. —νὰ κοιμηθῶ; ἀναστέναξε. Πῶς νὰ κοιμηθῶ ὅταν τὴ βλέπω νὰ κάθεται στὴν ἄκρη τοῦ κρεβατιοῦ καὶ νὰ μὲ παρακολουθεῖ μὲ τὶς ὧρες μὲ τὰ μεγάλα μάτια της; Μοῦ ἀϕαιρεῖ κάθε ἰκμάδα δύναμης καὶ ἀνδρισμοῦ. αὐ τὸ εἶναι ποὺ μὲ κάνει καὶ πίνω. ῾Ο θεὸς νὰ μὲ βοηθήσει – δὲν εἶμαι ἀρκετὰ μεθυσμένος ἀπόψε! —Εἶσαι πολὺ ἄρρωστος, εἶπα ἀλείϕοντας μὲ λίγο ξίδι τοὺς κροτάϕους του, καὶ παραληρεῖς. Δὲν ξέρεις τί λές. —ναί, ξέρω, μὲ διέκοψε ἀπότομα κοιτάζοντάς με. Ξέρω πολὺ καλὰ τί λέω. Μόνος μου τὸ προκάλεσα. Δική μου εἶναι ἡ ἐπιλογή. ἀλλὰ δὲ μποροῦσα –ὄχι, μάρτυράς μου ὁ θεός, δὲ μποροῦσα– ν᾽ ἀποδεχθῶ τὸ ἄλλο. Δὲ μποροῦσα νὰ τῆς μείνω πιστός. Ξεπερνοῦσε τὶς δυνάμεις μου. Κάθισα στὸ κρεβάτι δίπλα του κρατώντας τὸ χέρι του ποὺ ϕλεγόταν ἀπ᾽τὸν πυρετὸ κι ἀναρωτιόμουν τί νὰ σήμαιναν τὰ λόγια του. ῎Εμεινε γιὰ λίγη ὥρα ἀκίνητος, καὶ μετά, σηκώνοντας τὰ μάτια του πάνω μου, εἶπε μὲ σπαστὴ παραπονιάρικη ϕωνή: —Γιατί δὲ μὲ προειδοποίησε νωρίτερα; Γιατί περίμενε μέχρι ποὺ ἔμαθα νὰ τὴν ἀγαπῶ τόσο πολύ; ᾽Επανέλαβε αὐτὴν τὴν ἐρώτηση ἀρκετὲς ϕορὲς κουνώντας πέρα-δῶθε τὸ κεϕάλι του, καὶ μετὰ βυθίστηκε σ᾽ ἕναν ταραγμένο ὕπνο. βγῆκα ἀθόρυβα ἀπὸ τὸ δωμάτιο, κι ἔχοντας ϕροντίσει ὅτι θὰ εἶχε τὴν κατάλληλη περιποίηση, βγῆκα κι ἀπ᾽τὸ σπίτι. Τὰ λόγια του ὅμως ἠχοῦσαν στ᾽ ἀϕτιά μου ἐπὶ μέρες, κι ἀπέκτησαν μιὰ βαθύτερη σημασία ὅταν συνδυάστηκαν μὲ ὅσα ἔμελλε ν᾽ἀκολουθήσουν.

(από το «Τζον Μπάρινγκτον Κόουλς»)




Απολαυστικές ιστορίες μυστηρίου από έναν μαιτρ του είδους. Και μια έκδοση που συνεισφέρει στην προσπάθεια να καταξιωθεί το είδος αυτό της γραφής ως αυθεντική και αξιόλογη λογοτεχνία.



Διώνη Δημητριάδου