Τετάρτη 7 Ιανουαρίου 2026

13 μανταρινιές στη Χίο Ιωάννης Αντιώτης εκδόσεις Διάνοια η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

 

13 μανταρινιές στη Χίο

Ιωάννης Αντιώτης

 εκδόσεις Διάνοια

η πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Fractal

στη στήλη ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ

ΑΝΑΓΝΩΣΕΙΣ ΜΕ 500+ ΛΕΞΕΙΣ | 13 μανταρινιές στη Χίο • Fractal


 


 

Ήδη από την πρώτη του πεζογραφική εμφάνιση, ο Ιωάννης Αντιώτης φάνηκε ότι είχε κάτι να πει, με ευθύτητα, ειλικρίνεια και αθωότητα. Αυτά και μόνον τα χαρακτηριστικά θα ήταν αρκετά για να προσεχθεί η γραφή του, εν μέσω πολλών νέων εμφανίσεων που συχνά συσκοτίζουν το λογοτεχνικό τοπίο. Η γραφή του Αντιώτη, και ως προς τη θεματική της και ως προς τους τρόπους της, ξεχωρίζει, όχι γιατί είναι ίσως η καλύτερη (ακραία θα ήταν μια τέτοια επιλογή κατάταξης), αλλά γιατί μας μεταφέρει μια από καιρό ξεχασμένη αθωότητα, χωρίς κρυμμένες σκοπιμότητες, χωρίς ευφάνταστες επινοήσεις, που δεν κάνουν τίποτα περισσότερο από το να φανερώνουν μια αμηχανία συγγραφική.

Στη νέα του συλλογή διηγημάτων (ο Αντιώτης επιμένει στη μικρή φόρμα, αν και τώρα οι ιστορίες του έχουν μεγαλύτερη έκταση) οι δεκατρείς ιστορίες του έχουν κοινό τόπο συνάντησης τη Χίο, τόσο κοντά στη μικρασιατική ακτή, που ως θεματική τον είχε απασχολήσει στο πρώτο του βιβλίο, μιλώντας για τη Σμύρνη. Δεν πρόκειται, πιστεύω, για εμμονή θεματική, καθώς οι δύο χώροι γεωγραφικά μεν γειτνιάζουν στα διηγήματά του, οι ιστορίες τους όμως διαφέρουν. Υπάρχουν, εντούτοις στιγμές που οι δύο χώροι ενώνονται μέσα από την κοινή τους μοίρα («Φωτογραφία με σέπια»). Περισσότερο θα έλεγα πως επιμένει στην ηθογραφική αποτύπωση, πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο για να βρει συνήθειες, συμπεριφορές, στοιχεία ντοπιολαλιάς. Με τον τρόπο της γραφής του παρουσιάζει ζωντανά τα πρόσωπα και τους χώρους μέσα στους οποίους διαμορφώνεται η ζωή τους. Ο διάλογος βοηθάει στην περίπτωση αυτή, αν και σε μερικά σημεία φαίνεται να ξεφεύγει από την αληθοφάνεια στην οποία στόχευε («Άπιστο παστέλι»). Ωστόσο, τα αφηγηματικά μέρη έχουν δουλευτεί αρκετά, δημιουργώντας την εντύπωση πως ο Αντιώτης έχει προχωρήσει από την προηγούμενη συλλογή του με πιο δυνατές αφηγηματικές σκηνές («Δαγκανιές άγριων σκύλων», «Άβατοι, υδάτινοι δρόμοι»). Ρεαλιστική η γραφή, με έντονο ερωτισμό σε διάσπαρτες σκηνές, κι όμως βρίσκει τον χώρο της εδώ κι εκεί η νοσταλγία των παλαιών τρόπων, ο ρομαντισμός, η λεπτουργημένη ευαισθησία. Δεν είναι κακό, κυρίως οι νέοι λογοτέχνες να ψάχνουν σε διαφορετικούς «χώρους» έκφρασης, ακόμα και μέσα στην ίδια ιστορία. Κάποια στιγμή η γραφή αποφασίζει από μόνη της τον δρόμο της, και αυτή είναι η γοητεία της.


Ξεχωρίζω το διήγημα «Δαγκανιές άγριων σκύλων» για τη ρεαλιστική αποτύπωση της δύσκολης σχέσης μητέρας-κόρης, για την αγριότητα της ψυχής που μερεύει  μόνο για λίγο, για την τελευταία παράγραφο, χωρισμένη από όλο το υπόλοιπο διήγημα, για την τραγικότητα της κορύφωσης, για τον υπόρρητο συμβολισμό. Παραθέτω απόσπασμα:

 

Δυο κάτασπρα κεφάλια γηραιών γυναικών ενώνοντας σπαρακτικά. Η μάνα απλωμένη στο νεκροκρέβατο παγωμένη, και η γερασμένη, ανύπαντρη μοναχοκόρη, με το κούτελό της ακουμπισμένο στο μαρμαρένιο της μάνας. Ήταν η μόνη που είχε μείνει να την κλάψει, και τα δάκρυά της είχαν πλέον στερέψει. Δεν υπήρχε πια κανείς γι’ αυτήν να του γυρέψει λίγα ψιχία αγάπης. Σηκώθηκε επάνω απότομα και άνοιξε την πόρτα. Ο παγωμένος, χειμωνιάτικος αγέρας έσβησε τα κεριά γύρω από το φέρετρο της μάνας και αυτή έτρεξε με όσες δυνάμεις είχε μέσα στ’ αγιάζι και το σκοτάδι. Ήταν έτοιμη να γίνει βορά των άγριων σκυλιών, αυτών που την δαγκώνανε τόσα χρόνια, αφήνοντας επάνω της ανεξίτηλα σημάδια. Τώρα είχε έρθει η ώρα να την λυτρώσουν, να την κατασπαράξουν ολοκληρωτικά. (σ. 184).

 

Στο οπισθόφυλλο τα λόγια του Αντιώτη: «[…] Η Μυροβόλος Χίος! Δεκαετία του 1930 στο νησί και οι κάτοικοί του μέσα στον μικρόκοσμό τους, που είναι και μακρόκοσμος συνάμα, βιώνουν ποικίλα συναισθήματα, άλλα ελαφριά, άλλα βαριά, όλα, όμως, χαράζουν την ψυχή, την κάνουν να σπαρταρά. Συναισθήματα που τολμηρά βουτούν μέσα, όπως βουτούμε και εμείς σήμερα, χωρίς να γνωρίζουμε ποτέ τι θα αντικρίσουμε στον βυθό ή αν θα αναδυθούμε στην επιφάνεια…» Έτσι ακριβώς και ο ίδιος δεν φοβάται την έκρηξη του συναισθήματος, δένοντάς το με τη σκληρότητα μιας πραγματικότητας που δεν χαρίζεται σε κανέναν. Μια γραφή που εδώ στη δεύτερη πεζογραφική της απόπειρα παραμένει ενδιαφέρουσα. Δεν είναι και λίγο.


Διώνη Δημητριάδου

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου